Πενταμερής διάσκεψη

Image

Με τον όρο αυτό είναι γνωστές στην πρόσφατη ιστορία της Κύπρου αρκετές διασκέψεις που πραγματοποιήθηκαν στο Λονδίνο αρχικά και στη συνέχεια στη Βιέννη και την Ελβετία  και σχετίζονταν, άμεσα με το Κυπριακό ζήτημα. Οι δύο πρώτες έγιναν προ της Εισβολής ενώ οι υπόλοπιπες μετά την Εισβολή του 1974 και υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες.

 

Η πρώτη πραγματοποιήθηκε το 1959 και η δεύτερη το 1964. Μάλιστα και οι δυο έγιναν και στο ίδιο κτίριο, το Λάνκαστερ Χάους. Οι διασκέψεις αυτές ονομάστηκαν πενταμερείς γιατί και στις δυο περιπτώσεις συμμετείχαν πέντε μέρη: οι εκπρόσωποι των Ελλήνων Κυπρίων, οι εκπρόσωποι των Τούρκων Κυπρίων και οι τρεις άμεσα ενδιαφερόμενες χώρες: Μεγάλη Βρετανία, Ελλάδα και Τουρκία.

 

Πιο πριν, το 1955, πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο, και μάλιστα στο Λάνκαστερ Χάους επίσης, άλλη διάσκεψη για το Κυπριακό με τη συμμετοχή εκπροσώπων των κυβερνήσεων των τριών χωρών (Μεγάλης Βρετανίας, Ελλάδος, Τουρκίας)˙ γι’ αυτό και η διάσκεψη αυτή, αποτυχημένη αλλά καθοριστική γιατί αναγνωρίστηκε από τότε το δικαίωμα αναμείξεως της Τουρκίας στο Κυπριακό ως ίσου ενδιαφερομένου μέρους, παρέμεινε γνωστή ως τριμερής (βλέπε γι’ αυτήν στο λήμμα τριμερής διάσκεψη).

 

Η πενταμερής του 1959

 Η διάσκεψη αυτή ήταν εκείνη που γέννησε την ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία κι εγκαθιδρύθηκε επίσημα τον επόμενο χρόνο (16 Αυγούστου του 1960). Άμεσο αποτέλεσμα της πενταμερούς του 1959 ήταν ο τερματισμός του τετραετούς ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου και η έναρξη της σύντομης μεταβατικής περιόδου κατά την οποία έγιναν οι διεργασίες για τερματισμό της αγγλικής κατοχής της Κύπρου και ίδρυση της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Της πενταμερούς διασκέψεως του Λονδίνου προηγήθηκαν πολλές και περίπλοκες παρασκηνιακές ζυμώσεις και συνομιλίες (ενώ στην Κύπρο εμαίνετο ο ένοπλος αγώνας), σε διάφορα επίπεδα και σε διάφορα μήκη και πλάτη, που κατέληξαν σε ένα ελληνοτουρκικό διάλογο στη Ζυρίχη μεταξύ 6 και 11 Φεβρουαρίου του 1959. Ο διάλογος αυτός διεξήχθη από την ελληνική και την τουρκική κυβέρνηση, σε ανώτατο επίπεδο˙ επικεφαλής των δυο μερών βρίσκονταν οι πρωθυπουργοί των δυο χωρών Κωνσταντίνος Καραμανλής και Αντνάν Μεντερές μαζί με τους υπουργούς των Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ και Φατίν Ζορλού. Η πρώτη και καθοριστικότερη συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο ξενοδοχείο Ντόλτερ της Ζυρίχης, μεταξύ των πρωθυπουργών της Ελλάδας και της Τουρκίας. Το ημερολόγιο έγραφε 11 Φεβρουαρίου 1959, όταν οι Κωνσταντίνος Καραμανλής και Αντνάν Μεντερές μονογράφησαν τη «Βασική Διάρθρωση της Δημοκρατίας της Κύπρου», τη «Συνθήκη Εγγύησης» και τη «Συνθήκη Συμμαχίας μεταξύ της Δημοκρατίας της Κύπρου, της Ελλάδας και της Τουρκίας».

 

Η επίτευξη συμφωνίας για το Κυπριακό μεταξύ των δυο μερών στη Ζυρίχη, που μονογραφήθηκε από τους δυο πρωθυπουργούς στις 11 Φεβρουαρίου 1959, άνοιξε αμέσως τον δρόμο για σύγκληση πενταμερούς διασκέψεως στο Λονδίνο, προς προσυπογραφή των συμφωνηθέντων και από τα λοιπά μέρη: δηλαδή την κυβέρνηση της Μεγάλης Βρετανίας και τους εκπροσώπους των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Χωρίς χρονοτριβή η αγγλική κυβέρνηση συγκάλεσε αμέσως την πενταμερή, που οι εργασίες της ορίστηκαν για ν’ αρχίσουν στο Λονδίνο στις 17 Φεβρουαρίου (6 μόνο μέρες μετά τη συμφωνία Καραμανλή-Μεντερές στη Ζυρίχη). Η ταχύτητα με την οποία οι τρεις κυβερνήσεις (Αγγλίας, Ελλάδος, Τουρκίας) «έκλεισαν» το Κυπριακό στο Λονδίνο, αποδεικνύεται κι από το γεγονός ότι η διάσκεψη αυτή διάρκεσε μόνο δυο μέρες (17-18 Φεβρουαρίου 1959) ενώ η τρίτη μέρα (19 Φεβρουαρίου 1959) αναλώθηκε στα τελετουργικά των υπογραφών. Την Ελλάδα και την Τουρκία εκπροσώπησαν οι πρωταγωνιστές των συμφωνιών της Ζυρίχης. Τη Μεγάλη Βρετανία ο πρωθυπουργός Χάρολντ Μακμίλλαν και ο υπουργός των Εξωτερικών Σέλγουιν Λόυντ. Τους Τουρκοκυπρίους εκπροσώπησε ο Φαζίλ Κουτσιούκ, τους δε Έλληνες Κυπρίους ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄. Ο τελευταίος, που είχε καλέσει στο Λονδίνο και ευρεία αντιπροσωπεία παραγόντων από την Κύπρο ως συμβούλων του, ήταν ο μόνος από τους μετέχοντες που προσπάθησε να συζητήσει περισσότερο το όλο θέμα και να επιφέρει κάποιες βελτιώσεις επί των συμφωνηθέντων στη Ζυρίχη. Αντιμετώπισε όμως την πείσμονα αντίδραση όλων των άλλων, περιλαμβανομένων και των επισήμων εκπροσώπων της Ελλάδος Καραμανλή και Αβέρωφ, καθώς και αρκετών από τους συμβούλους που είχε καλέσει από την Κύπρο.

 

Οι συμφωνίες της Ζυρίχης τελικά υπεγράφησαν απ’ όλα τα μέρη στο Λονδίνο. Όπως όμως απεδείχθη πολύ σύντομα, δυστυχώς το Κυπριακό δεν λύθηκε. Απλώς τροχιοδρομήθηκε σε νέες φάσεις και νέες εξάρσεις, καταστροφικές για το νησί. 

 

Η πενταμερής του 1964

 Η δεύτερη πενταμερής διάσκεψη του Λονδίνου συνεκλήθη και πάλι από την αγγλική κυβέρνηση, αυτή τη φορά για ν’ ασχοληθεί με το Κυπριακό ζήτημα όπως τούτο διαμορφώθηκε μετά την έναρξη των Διακοινοτικών ταραχών 1963-64. Αυτή τη φορά δεν ήταν σε ανώτατο επίπεδο πρωθυπουργών. Συμμετείχαν εκπρόσωποι των κυβερνήσεων της Μεγάλης Βρετανίας, της Ελλάδος, της Τουρκίας και της Κύπρου καθώς και των Τουρκοκυπρίων. Στην Ελλάδα την εξουσία ασκούσε υπηρεσιακή κυβέρνηση (Ι.Παρασκευοπούλου).

 

Η πενταμερής του 1964 πραγματοποιήθηκε από τις 15 Ιανουαρίου μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου οπότε τερματίστηκε χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Κυριότερο θέμα της ήταν μια εισήγηση των Βρετανών για ειρήνευση στην Κύπρο κι αποφυγή περισσοτέρων συγκρούσεων, που περιελάμβανε τρία βασικά σημεία: α) συγκρότηση ειρηνευτικής δύναμης από αποσπάσματα χωρών-μελών του NATO, υπό βρετανική διοίκηση˙ β) συγκρότηση επιτροπής από εκπροσώπους των χωρών-μελών του NATO που θα εργαζόταν στο Λονδίνο για διευθέτηση του Κυπριακού˙ γ) διορισμό μεσολαβητή από τις τρεις «εγγυήτριες δυνάμεις» (Αγγλία, Ελλάδα, Τουρκία) που θα διερευνούσε και θα υπέβαλλε προτάσεις για την ρύθμιση του συνταγματικού ζητήματος της Κύπρου.

 

Το αγγλικό αυτό σχέδιο απερρίφθη από τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο γιατί ήταν προφανές ότι τοποθετούσε το Κυπριακό πρόβλημα σε «οικογενειακά» πλαίσια του NATO. Ωστόσο ο Μακάριος (που είχε τότε ακριβώς προσφύγει και στα Ηνωμένα  Έθνη ενώ προσπαθούσε να βρει και διεθνή συμπαράσταση στρεφόμενος και προς τις χώρες του Τρίτου κόσμου και προς την ίδια τη Μόσχα) απεδέχθη λίγο αργότερα τη συγκρότηση διεθνούς ειρηνευτικής δύναμης αλλά υπό την ευθύνη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Απεδέχθη επίσης τον διορισμό μεσολαβητή, όμως και πάλι εκ μέρους του ΟΗΕ, ενώ απέκρουσε τη μεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών που είχαν τότε στείλει στην περιοχή τον υφυπουργό Εξωτερικών Τζορτζ Μπολ (και λίγο αργότερα, μέσα στον ίδιο χρόνο, τον Ντην Άτσεσσον).

 

Την ίδια εποχή, συγκεκριμένα στις 31 Ιανουαρίου 1964, είχε υποβληθεί στον Μακάριο και κοινό αγγλοαμερικανικό σχέδιο για συγκρότηση ειρηνευτικής δύναμης στην Κύπρο από στρατεύματα του NATO, που η Ελλάδα απεδέχθη κι η Κύπρος απέρριψε.

 

Είναι φανερό ότι με τη σύγκληση πενταμερούς διάσκεψης στις αρχές του 1964 και με υποβολή σχεδίων, οι Αγγλοαμερικανοί προσπαθούσαν να ρυθμίσουν το Κυπριακό στο πλαίσιο του NATO (στο οποίο ανήκαν κι η Ελλάδα κι η Τουρκία), φοβούμενοι ιδιαίτερα την ανάμειξη σ’ αυτό άλλων δυνάμεων και ιδίως της Σοβιετικής Ένωσης. Από την δική του πλευρά, ο πρόεδρος Μακάριος επιζητούσε οποιαδήποτε εξέλιξη στο πρόβλημα να γίνεται ή να προέρχεται μέσω του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

 

Μετά την Εισβολή 1974 Γενεύη 

  Η επόμενη φορά που οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις βρέθηκαν στο τραπέζι και μάλιστα χωρίς την παρουσία εκπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήταν αμέσως μετά την τουρκική εισβολή. Η κατάσταση στην Κύπρο ήταν δραματική. Στην Ελλάδα υπό την πίεση των γεγονότων η δικτατορία κατέρρευσε και σχηματίστηκε κυβέρνηση εθνικής ενότητας (24 Ιουλίου 1974) υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Στην Κύπρο, επίσης, ο παράνομος πρόεδρος Σαμψών παραιτήθηκε και ανέλαβε ο πρόεδρος της Βουλής, Γλ. Κληρίδης (23/7). Στις 25 Ιουλίου συνήλθε στη Γενεύη τριμερής διάσκεψη, με συμμετοχή των υπουργών Εξωτερικών των τριών εγγυητριών δυνάμεων (Μαύρου, Γκιουνές και Κάλλαχαν), οι οποίοι στις 30 Ιουλίου υπέγραψαν διακήρυξη με την οποία επικύρωναν την ανακωχή. Συμφώνησαν, επίσης, ότι υπάρχουν στο νησί «δύο αυτόνομες διοικήσεις» και τέλος ενέκριναν τη σύγκληση νέας διάσκεψης, στην οποία θα συμμετείχαν εκτός από τις εγγυήτριες δυνάμεις και ανά ένας εκπρόσωπος των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων.

Η νέα διάσκεψη συνήλθε στη Γενεύη (8 Αυγούστου 1974), με συμμετοχή των υπουργών Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας και των εκπροσώπων των Ελληνοκυπρίων, Γλαύκου Κληρίδη και των Τουρκοκυπρίων, Ραούφ Ντενκτάς. Η ελληνοκυπριακή πλευρά υποστήριξε την επιστροφή στο Σύνταγμα του 1960 και την επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών, αλλά ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών απέρριψε την εισήγηση Κληρίδη και αντιπρότεινε σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία θα ήταν δικοινοτικό ομοσπονδιακό κράτος πολλών καντονιών, στο οποίο οι Τουρκοκύπριοι θα έλεγχαν το 34% περίπου του νησιού. Ο Ντενκτάς πρότεινε διζωνική ομοσπονδία, στην οποία το τουρκοκυπριακό ομόσπονδο κράτος θα κάλυπτε επίσης το 34% της έκτασης της Δημοκρατίας.

Υπό την πίεση των περιστάσεων και μέσα σε έντονες αντεγκλήσεις, ο Γλ. Κληρίδης πρότεινε το εξής σχέδιο: α) η συνταγματική δομή της Κύπρου να διατηρήσει τον δικοινοτικό χαρακτήρα της, β) η συνύπαρξη των δύο κοινοτήτων να επιτευχθεί με θεσμικά σύμφωνα και γ) η ελληνική και η τουρκική κοινοτική διοίκηση να ασκούν εξουσίες στις ζώνες όπου οι αντίστοιχοι πληθυσμοί έχουν πλειοψηφία. Η τουρκική πλευρά αρνήθηκε να συζητήσει το Σχέδιο Κληρίδη και ζήτησε τελεσιγραφικά να γίνει αμέσως δεκτή μία από τις τουρκικές προτάσεις. Ο Κληρίδης ζήτησε αναβολή 36 ή 48 ωρών για να συμβουλευτεί το κυπριακό Υπουργικό Συμβούλιο. Οι Τούρκοι απέρριψαν το αίτημά του και η διάσκεψη έληξε χωρίς αποτέλεσμα το πρωί της 14ης Αυγούστου και την επομένη εκδηλώθηκε η δεύτερη τουρκική εισβολή, με την κατάληψη της Αμμοχώστου και της Καρπασίας.

(Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος -Αρχείο ΡΙΚ


2004, Μπούργκενστοκ

Στις 23 Μαρτίου 2004 κορυφώνεται στο χιονισμένο θέρετρο Μπούργκενστοκ της Λουκέρνης στην Ελβετία η εντονότερη προσπάθεια που κατεβλήθη ποτέ για την επίλυση του Κυπριακού, παρουσία των πρωθυπουργών της Ελλάδας Κώστα Καραμανλή και της Τουρκίας Ταγίπ Ερτογάν.  Στο Μπούργκενστοκ μετέβη σύσσωμη η πολιτική ηγεσία υπό τον τότε Πρόεδρο, Τάσσο Παπαδόπουλο. Στις 29 Μαρτίου ο γ.γ. του ΟΗΕ, Κόφι Ανάν, επέδωσε αναθεωρημένο σχέδιο λύσεως (Σχέδιο Ανάν IV), ζητώντας από όλες τις πλευρές να καταθέσουν παρατηρήσεις μέχρι την επομένη, ώστε να καταλήξει στο οριστικό σχέδιο, χωρίς, ωστόσο, να δοθεί περιθώριο διαπραγμάτευσης. «Σήμερα στο Μπούργκενστοκ υπάρχει μία αίσθηση πεπρωμένου», είπε ο γ.γ. του ΟΗΕ. Οι πλευρές υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί του Σχεδίου και τα μεσάνυκτα της 31ης Απριλίου, σε τελετή που έγινε στο Grand Hotel, ο γ.γ. του ΟΗΕ κατέθεσε το τελικό σχέδιο λύσεως, το γνωστό Σχέδιο Ανάν V, λέγοντας ότι «η επιλογή δεν είναι μεταξύ αυτού του σχεδίου λύσεως ή κάποιας άλλης μαγικής-μυθικής λύσεως, αλλά στην πραγματικότητα είναι η επιλογή μεταξύ λύσεως ή μη λύσεως». Σε μία έντονα φορτισμένη ομιλία, ο Κόφι Ανάν υπέδειξε στις αντιπροσωπείες ότι, «υπήρξαν πολλές χαμένες ευκαιρίες στο παρελθόν. Για χάρη όλων σας και των λαών σας, σας προτρέπω να μην επαναλάβετε το ίδιο λάθος». Το κείμενο, το οποίο δεν ήταν προϊόν συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών, αλλά ήταν το αποτέλεσμα επιδιαιτησίας που για πρώτη φορά άσκησε γ.γ. του ΟΗΕ, τέθηκε ενώπιον Ε/κ και Τ/κ σε ξεχωριστά δημοψηφίσματα που διεξήχθησαν στις 24 Απριλίου 2004.

 Βλέπε και ανασκόπηση του Κυπριακού (Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος -Αρχείο ΡΙΚ)

 

Μοντ Πελεραν 

Από τις 7 έως 11 Νοεμβρίου 2016 στο Μοντ Πελεράν της Ελβετίας διεξήχθηκαν τρεις Πενταμερεις διασκέψεις. Στις  πρώτες δύο παρόντες ήταν παρόντες ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και ο Μουσταφά Ακιντζί στην παρουσία εκπροσώπων των 3 Εγγυητριών Δυνάμεων και των Ηνωμένων Εθνών. Συζητήθηκαν θέματα όπως ο νέος χάρτης του εδαφικού και επίσης θέματα πολιτικής ισότητας των Τουρκοκυρίων. Η τρίτη Πενταμερής διεξήχθη στην παρουσία των διαπραγματευτών του Κυπριακού Ανδρέα Μαυρογιάννη και Οζντίλ Ναμί.  

 

Διάσκεψη της Γενεύης 

Στις 12 Ιανουαρίου 2017 πραγματοποιήθηκε νέα Πενταμερής διάσκεψη στη Γενεύη ως συνέχεια των επαφών στο Μοντ Πελεράν. Η διάσκεψη ξεκίνησε με συνάντηση Γκουτέρες-Αναστασιάδη-Ακιντζί. 

Παρούσες στη διάσκεψη και οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση διά του Προέδρου της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούγκερ. Τέθηκαν επί τάπητος τα θέματα του εδαφικού, των εγγυήσεων κά.

 

Στη Διάσκεψη αποφασίστηκε να πραγματοποιηθούνν τα παρακάτω βήματα: 

 - Τη δημιουργία μιας ομάδας εργασίας στο επίπεδο των αντιπροσωπειών. Η ομάδα αυτή θα αρχίσει τις εργασίες της στις 18 Ιανουαρίου. Το έργο της θα είναι να καθορίσει συγκεκριμένα ερωτήματα και τα όργανα που χρειάζονται για να απαντηθούν. 

 - Παράλληλα οι διαπραγματεύσεις για τα εκκρεμούντα θέματα στα άλλα κεφάλαια θα συνεχιστεί μεταξύ των δύο πλευρών στην Κύπρο. 

 - Η διάσκεψη θα συνεχιστεί σε πολιτικό επίπεδο αμέσως μετά για να ανασκοπήσει το αποτέλεσμα των συζητήσεων της ομάδας εργασίας. Στη Διάσκεψη επιβεβαιώθηκε η πλήρης δέσμευση των τριών εγγυητριών δυνάμεων να υποστηρίξουν την επίτευξη συνολικής συμφωνίας".

 

Κραν Μοντανά 

Η τελευταία μέχρι στιγμής Πενταμερής πραγματοποιήθηκε στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας από τις 30 Ιουνίου έως και τις 7 Ιουλίου 2017. 

Η διάσκεψη κατέληξε σε αδιέξοδο αφήνοντας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων το λεγόμενο πλαίσιο Γκουτερες

Στη διάσκεψη έλαβαν μέρος ο Πρόεδρος Αναστασιάδης εκ μέρους των Ελληνοκυπρίων, ο Μουσταφά Ακιντζί εκ μέρους των Τουρκοκυπρίων. Διαπραγματευτής της Ε/κ πλευράς ήταν ο πρεσβης Ανδρέας Μαυρογιάννης και της Τουρκοκυπριακής ο Οζντίλ Ναμί. Την Ελλάδα εκπροσώπησε ο ΥΠΕΞ Νίκος Κοτζιάς, την Τουρκία ο ΥΠΕΞ Μεβλουτ Τσαβούσογλου και τη Βρετανία ο ΥΠΕΞ Μπορίς Τζόνσον. Το συντονισμό της διάσκεψης είχε ο γ.γ του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες και ο εκπρόσωπος του Έσπεν Μπαρθ Άιντε

 

Μετά το τέλος της διάσκεψης σε συνέντευξη τύπου ο γγ του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες δήλωνε ότι «οι συνομιλίες για το Κυπριακό έκλεισαν χωρίς συμφωνία» και τόνιζε: «Λυπάμαι πολύ που ανακοινώνω ότι παρά την πολύ ισχυρή δέσμευση και συμμετοχή όλων των αντιπροσωπειών και διαφορετικών πλευρών η Διάσκεψη για τo Κυπριακό έκλεισε χωρίς να επιτευχθεί συμφωνία».

(Βίντεο Euronews για Διάσκεψη Κραν Μοντανά)

Ο κ. Γκουτέρες θέλησε να εκφράσει τη βαθύτατη ευγνωμοσύνη και την εκτίμησή του στους ηγέτες των δύο κοινοτήτων και να ευχηθεί «το καλύτερο για όλους τους Κύπριους, το Βορρά και τον Νότο» καθώς και τη βαθιά μου ευγνωμοσύνη στους εκπροσώπους των εγγυητριών δυνάμεων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως και να εκφράσω στην ομάδα του ΟΗΕ, υπό την ηγεσία του Έσπεν Άιντε, που έκανε ό, τι είναι δυνατόν για να προσεγγίσει τις θέσεις των διαφόρων αντιπροσωπειών .

 

 

Η άτυπη Πενταμερής -Γενεύη 

Πραγματοποιήθηκε στη Γενεύη στις 26 Απριλίου 2021. Η Τουρκική πλευρά σε αυτή τη διάσκεψη εγκατέλειψε το συμφωνημένο πλαίσιο για λύση Ομοσπονδίας καταθέτοντας έγγραφο για αναγνώριση δυο κρατών από τα Ηνωμένα Έθνη. 

Στο πλαίσιο της άτυπης αυτής Πενταμερούς την Κύπρο εκπροσώπησαν ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και ο Ε/κ διαπραγματευτής Ανδρέας Μαυρογιάννης, την Τουρκοκυπριακή πλευρά ο Ερσίν Τατάρ και ο διαπραγματευτής του Εργκιούν Ολγκιούν, την Ελλάδα ο ΥΠΕΞ Νίκος Δένδιας, την Τουρκία ο ΥΠΕΞ Μεβλούτ Τσαβούσογλου και τη Βρετανία ο ΥΠΕΞ Ντομινίκ Ραμπ. Παρούσα και η ειδική απεσταλμένη του ΟΗΕ στο Κυπριακό Τζέιν Χολ Λουτ. Η ΕΕ παρίστατο ως παρατηρητής.

(Βλέπε Διακοινοτικές Συνομιλίες)   

 

Η Τ/κ πρόταση

 Ο Ερσίν Τατάρ σε ένα δισέλιδο έγγραφο που κατέθεσε, υποστήριξε ότι οι προσπάθειες για επίλυση του Κυπριακού τις τελευταίες δεκαετίες δεν απέδωσαν, κατηγορώντας την Ε/κ πλευρά ότι δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί τους Τ/κ ως ίσους εταίρους σε μια ομοσπονδία. Συγκεκριμένα πρότεινε:  

  1. Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ να αναλάβει πρωτοβουλία ώστε το Συμβούλιο Ασφαλείας να υιοθετήσει ψήφισμα το οποίο να διασφαλίζει την ίση διεθνή προσωπικότητα και την κυριαρχική ισότητα των δυο πλευρών. Αυτό το ψήφισμα θα αποτελέσει τη νέα βάση για την εγκαθίδρυση μιας σχέσης συνεργασίας μεταξύ των δύο υφισταμένων κρατών στην Κύπρο.
  2. Όταν διασφαλιστούν η ίση διεθνής προσωπικότητα και η κυριαρχική ισότητα, μέσω της προαναφερθείσας διευθέτησης, οι δυο πλευρές θα προσέλθουν σε συνομιλίες πάνω σε αυτή τη βάση, προσανατολισμένες σε αποτελέσματα, με καθορισμένο χρονοδιάγραμμα και υπό την αιγίδα του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ για την υιοθέτηση μιας αμοιβαίας συμφωνίας συνεργασίας που θα είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης όλων των πλευρών.
  3. Οι διαπραγματεύσεις θα επικεντρωθούν στην μελλοντική σχέση των δύο ανεξάρτητων κρατών, το περιουσιακό, την ασφάλεια και τις εδαφικές αναπροσαρμογές, και επίσης τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
  4. Οι διαπραγματεύσεις θα υποστηρίζονται από την Τουρκία την Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως επίσης και από την ΕΕ,  όπου είναι αναγκαίο, υπό καθεστώς παρατηρητή.
  5. Στο πλαίσιο επίτευξης μιας συμφωνίας που τα δύο κράτη θα αναγνωρίζουν το ένα το άλλο, οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις θα την υποστηρίξουν.
  6. Οποιαδήποτε συμφωνία προκύψει ως αποτέλεσμα αυτών των διαπραγματεύσεων, θα υποβληθεί ταυτόχρονα για έγκριση σε χωριστά δημοψηφίσματα στα δύο κράτη.  

 

 

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image