Άγιος Τύχωνας

Image

Χωριό  στα ανατολικά της Λεμεσού σε απόσταση έντεκα περίπου χιλιομέτρων από αυτή και πολύ κοντά (ένα περίπου χιλιόμετρο) στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού.

 

Σύμφωνα προς τοπική παράδοση, το χωριό κτίστηκε από τον Άγγλο βασιλιά Ριχάρδο Λεοντόκαρδο το 1191, αφού οι δυνάμεις του είχαν καταστρέψει τη γειτονική πόλη Αμαθούντα. Τούτο όμως αποτελεί μύθο, μια κι ο Ριχάρδος ούτε παρέμεινε για πολύ στην Κύπρο, ούτε κι ενδιαφέρθηκε για τα αποτελέσματα της εισβολής του. Είναι όμως πιθανό το χωριό να ιδρύθηκε τότε, από τους επιζώντες κατοίκους της κατεστραμμένης Αμαθούντος.

 

Είναι αξιοπρόσεκτο πάντως το γεγονός ότι σε χάρτες της περιόδου της Βενετοκρατίας στην περιοχή του Αγίου Τύχωνα σημειώνεται οικισμός με την ονομασία Limisa Vechio (Παλαιά Λεμεσός). Ο οικισμός στον χάρτη του Α. Ortelius (1573) δεν βρίσκεται σημειωμένος κοντά στη θάλασσα (τοποθεσία Αμαθούντος) αλλά κάπως στα ενδότερα, όπου σήμερα βρίσκεται το χωριό Άγιος Τύχωνας. Μέχρι πρόσφατα, Παλαιά Λεμεσός ονομαζόταν η περιοχή Αμαθούντος. Σε  χειρόγραφο  της  ίδιας περιόδου μνημονεύεται prastio di S. Ticona (= πραστειόν του Αγίου Τύχωνα).

 

Το χωριό χτίστηκε κοντά στα ερείπια της αρχαίας Αμαθούντος, από πέτρες που κουβαλήθηκαν από τα ερείπιά της, όταν καταστράφηκε οριστικά στα 1191 μ.Χ. Στο καινούργιο χωριό, οι κάτοικοι έδωσαν το όνομα του Αγίου Τύχωνα που ήταν επίσκοπος Αμαθούντος και πολύ αγαπητός στους κατοίκους.

 

Το χωριό είναι χτισμένο σε υψόμετρο 75 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.

 

Η περιοχή του χωριού αποτελείται από κρητίδες, μαργαϊκές κρητίδες και μάργες με πυριτόλιθους κατά τόπους σε στρώσεις ή θύλακες. Αποτέλεσμα της γεωλογικής αυτής σύνθεσης είναι και η μορφολογία του εδάφους, που αποτελείται από στρογγυλεμένους ήπιους λόφους. Γενικά η παραλιακή λωρίδα της Λεμεσού έχει ήπιο κλίμα ως αποτέλεσμα της γειτνίασης της με τη θάλασσα. Η μέση ετήσια βροχόπτωση κυμαίνεται γύρω στα 430 χιλιοστόμετρα.

 

Οι δυτικοί και νοτιοδυτικοί άνεμοι που επηρεάζουν την περιοχή της Λεμεσού εξασθενούν όταν φτάνουν στον Άγιο Τύχωνα.

 

Ένεκα της μορφολογίας του εδάφους (εναλλαγή λόφων και κοιλάδων) δημιουργείται κατά τόπους μικροκλίμα, με τις κοιλάδες να παρουσιάζονται με ψηλότερη υγρασία και τις πλαγιές να επηρεάζονται περισσότερο από τους ανέμους.

 

Ο ιδεώδης συνδυασμός θερμοκρασίας -υγρασίας που υπάρχει στην περιοχή του χωριού, κάνει το κλίμα του άνετο και ευχάριστο. Καλλιέργειες δεν υπάρχουν πολλές. Οι σπουδαιότερες είναι ξηρικές, όπως η χαρουποκαλλιέργεια που σε πολλές περιπτώσεις συνδυάζεται με τη σιτηροκαλλιέργεια. Καλλιεργούνται επίσης τα εσπεριδοειδή, οι αμυγδαλιές, οι ελιές, τα όσπρια και λίγα λαχανικά. Οι γεωργικές ασχολίες συμπληρώνονται με κτηνοτροφικές ασχολίες.

 

Ο Άγιος Τύχωνας εκτεινόταν άλλοτε μέχρι τη θάλασσα και τα διοικητικά του όρια κρατούσαν μια σημαντική παραλιακή λωρίδα που ήταν η μεγαλύτερη από όλες τις κοινότητες της επαρχίας Λεμεσού.

 

Σήμερα η έκτασή του μειώθηκε σημαντικά, στο 40% της προηγούμενης. Η υπόλοιπη επικράτεια παραχωρήθηκε στο Συμβούλιο Αμαθούντος που δημιουργήθηκε τον Ιανουάριο του 1977. Το χωριό έχασε με τη διευθέτηση αυτή σημαντικό μέρος των πόρων του.

 

Η συρρίκνωση της διοικητικής περιοχής του είχε ως αποτέλεσμα και την παράλληλη μείωση του πληθυσμού.Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 72 
1891 134 
1901 173 
1911 182 
1921 208 
1931 322 
1946 272 
1960 420 
1973 460 
1976 529 
1982 268 
1992 345 
2001 2.115 

 

Ο αρχικός Άγιος Τύχωνας είναι ένας συμπαγής οικισμός χτισμένος γύρω από την πλατεία και την εκκλησία. Τα τελευταία χρόνια η ανάπτυξή του κατευθύνεται κατά μήκος του δρόμου προς τη Λεμεσό και στις περιοχές στα ανατολικά και δυτικά του. Προς βορρά το χωριό δεν αναπτύσσεται γιατί η ύδρευση της περιοχής είναι αδύνατη εξ αιτίας του υψομέτρου της.

 

Στον πυρήνα του χωριού υπάρχουν αξιόλογες παραδοσιακές οικοδομές, μερικές από τις οποίες αγοράστηκαν και επιδιορθώθηκαν από ξένους.

 

Προς νότο το υπεραστικό οδικό δίκτυο συνδέει το χωριό με την πόλη της Λεμεσού, μεγάλο αστικό κέντρο με πολλαπλές υπηρεσίες. Επίσης συνδέεται και με τη βιομηχανική ζώνη της περιοχής της Μονής.

 

Το υπόλοιπο οδικό δίκτυο εξυπηρετεί τη σύνδεση του χωριού με τα γειτονικά χωριά της Παρεκκλησιάς και του Αρμενοχωριού. Όμως αυτό δεν είναι ασφαλτοστρωμένο.

 

Οι φυσικοί πόροι του χωριού δεν είναι πολλοί. Η μορφολογία του και το έδαφός του δεν ευνοούν πολύ την ανάπτυξη της γεωργίας. Αξιόλογες πρώτες ύλες για τη δημιουργία βιομηχανιών δεν υπάρχουν. Κυριότερη πηγή πλούτου είναι η θάλασσα και οι σχετικές με τον τουρισμό δραστηριότητες.

 

Στην καταγραφή του 1972 υπήρχε μικρή οικονομική δραστηριότητα, με μικρές μονάδες που η κάθε μια απασχολούσε λιγοστά άτομα. Το 1976 σημειώνεται απότομη αύξησή της, κυρίως σε ό,τι αφορά την τουριστική δραστηριότητα και τις άλλες συναφείς μ' αυτήν δραστηριότητες.

 

Ο αριθμός των μονάδων που απασχολούνταν με το χοντρικό και λιανικό εμπόριο, τα εστιατόρια και τα ξενοδοχεία αυξήθηκε απότομα. Η αύξηση όμως ήταν πιο θεαματική στον αριθμό των ατόμων που ασχολούνται με τη βιομηχανία αυτή. Τούτο οφείλεται στην απότομη τουριστική ανάπτυξη της Λεμεσού και κυρίως της ανατολικής παραλιακής λωρίδας, μέχρι και την περιοχή Αγίου Τύχωνα, ως αποτέλεσμα της απώλειας των σημαντικών τουριστικών περιοχών της Κερύνειας και της Αμμοχώστου λόγω της τουρκικής εισβολής.

 

Με το χρόνο δημιουργούνται και νέες δραστηριότητες σχετικές με τον τουρισμό, όπως το χτίσιμο και η πώληση εξοχικών κατοικιών σε ξένους και ντόπιους. Ο αριθμός ατόμων που απασχολείται σε δραστηριότητες σχετικές με τον τουρισμό, είναι σημαντικός. Σημαντικός επίσης αριθμός ατόμων απασχολείται σε βιομηχανικές δραστηριότητες της Μονής.

 

Στην παραλιακή ζώνη της έκτασης του χωριού, αλλά και γύρω απ' αυτό, έχουν ανεγερθεί σύγχρονες ξενοδοχειακές μονάδες και καινούργια οικιστικά συγκροτήματα.

Φώτο Γκάλερι

Image