Αγκλεισίδες

Image

Χωριό της επαρχίας Λάρνακας, 140 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Βρίσκεται 17 περίπου χμ. στα νοτιοδυτικά της Λάρνακας και 6 περίπου χμ. στα βορειοανατολικά της Κοφίνου.

 

Το χωριό υφίστατο κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια. Η περιοχή του είχε κατοικηθεί και κατά τα Προϊστορικά χρόνια, τούτο δε αποδεικνύεται από την ύπαρξη αρχαιολογικού χώρου που φαίνεται ν' ανήκει χρονολογικά στη Μέση εποχή του Χαλκού.

 

Γύρω από το χωριό και στα νότιά του κυριαρχούν οι ήπιοι αποστρογγυλωμένοι κιμωλιούχοι λόφοι ενώ βορειότερα κάμνει την εμφάνισή του το λοφώδες τοπίο των λαβών.

 

Το χωριό είναι τοποθετημένο πάνω σε κρητίδες, μαργαϊκές κρητίδες, μάργες και πρόσφατες προσχώσεις. Στα βόρεια του χωριού βρίσκονται οι ανατολικές προεκτάσεις των λαβών του πυριγενούς συμπλέγματος του Τροόδους. Πάνω στα ασβεστούχα εδάφη και τις ξερορεντζ΄ίνες και κάτω από μια μέση ετήσια βροχόπτωση 450 χιλιοστομέτρων, καλλιεργούνται σιτηρά (ιδίως κριθάρι), όσπρια, λίγος καπνός, κτηνοτροφικά φυτά, λαχανικά, αμυγδαλιές, ελιές, χαρουπιές και αμπέλια. Ακόμα και λίγα εσπεριδοειδή καταγράφηκαν το 1977. Για τις ελιές του χωριού, ο Μαρίτι, που επισκέφθηκε το χωριό στη δεκαετία του 1760, γράφει πως υπάρχουν πολλές, συμμετρικά φυτευμένες, με κορμούς τόσο χοντρούς που ούτε δυο άντρες μαζί δεν θα μπορούσαν να τις αγκαλιάσουν. Σχετικά ανεπτυγμένη είναι και η κτηνοτροφία.

 

Οι Αγκλεισίδες βρίσκονται δίπλα στον κύριο δρόμο Λεμεσού- Λάρνακας. Δεν υπάρχει δρόμος που να συνδέει το χωριό με τα γειτονικά χωριά στα βόρεια, ενώ στο νότιο του τμήμα διάφοροι σκυρόστρωτοι δρόμοι το συνδέουν με τα γειτονικά χωριά και με τη θάλασσα, που βρίσκεται 8 περίπου χμ. στα νότια.

 

Ο Jeffery στις αρχές του αιώνα μας γράφει για ένα μονοπάτι που ξεκινά από τα βόρεια του χωριού και οδηγεί στο μοναστήρι του Σταυροβουνιού: Κατά διαστήματα είχαν τοποθετηθεί ασβεστωμένες πέτρες που κατηύθυναν τους προσκυνητές προς το μοναστήρι.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 268 
1891 307 
1901 325 
1911 410 
1921 483 
1931 520 (401 Ελληνοκύπριοι και 119 Τουρκοκύπριοι)
1946 578 (426 Ελληνοκύπριοι και 152 Τουρκοκύπριοι)
1960 564 (440 Ελληνοκύπριοι και 124 Τουρκοκύπριοι)
1973 498 (443 Ελληνοκύπριοι και 55 Τουρκοκύπριοι)
1976 633 (όλοι Ελληνοκύπριοι)
1982 727 
1992 901 
2001 997 

 

Ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός εγκατέλειψε το χωριό το 1975.  Ο πληθυσμός βρίσκει απασχόληση στη γεωργία, στα λίγα εξωγεωργικά επαγγέλματα του χωριού, σε μια μικρή ξυλουργική βιομηχανία του χωριού και κυρίως στη Λάρνακα που γειτνιάζει.

 

Τοπων: Ο Σίμος Μενάρδος («Τοπωνυμικαί καί Λαογραφικαί Μελέται») γράφει Αγκλεισίδες, σαν υποκοριστικό της λέξης έγκλειση, δηλαδή εγκλείστρα (σκήτη) μοναχού.

 

Το χωριό είναι σημειωμένο σε παλαιούς χάρτες ως Elisides.

 

Ο Βρετανός αξιωματούχος Χέπγουωρθ Ντίξον, που πήρε μέρος στην κατάληψη της Κύπρου από τους Άγγλους το 1878 και αμέσως μετά εξέδωσε στο Λονδίνο το βιβλίο «British Cyprus», γράφει ότι τότε (1878) στις Αγκλεισίδες ζούσαν 65 άρρενες ( 35 Τούρκοι και 30 Έλληνες), 75 γυναίκες (50 Μωαμεθανές και 25 Ορθόδοξες) και 57 παιδιά (35 Τουρκάκια και 22 Ελληνόπουλα). Συνεπώς το σύνολο του πληθυσμού του χωριού το 1878 ήταν 197 κάτοικοι.

 

Ο ίδιος συγγραφέας σημειώνει επίσης ότι ο διαχωρισμός σε Έλληνες και Τούρκους ή διαφορετικά σε Ορθόδοξους και Μωαμεθανούς, ήταν ασαφής διότι όσες γυναίκες ζούσαν σε χριστιανικές καλύβες λογαριάζονταν ως Χριστιανές και όσες ζούσαν σε μωαμεθανικές καλύβες λογαριάζονταν ως Μουσουλμάνες, αλλά τούτο δεν ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις. Διότι, προσθέτει ο Ντίξον, τα κορίτσια τόσο στις Αγκλεισίδες όσο και σε άλλα χωριά «προτιμούν να παντρεύονται ξεμέθυστους Τούρκους παρά μισομεθυσμένους Έλληνες αν και μία γυναίκα…τοποθετεί την Εκκλησία υπεράνω του σπιτιού της…»

 

Είναι χαρακτηριστικό το ότι τα φτωχικά σπίτια ο συγγραφέας τα ονομάζει «καλύβες». Προκύπτει επίσης ότι οι Μωαμεθανοί παρέμεναν πιστοί στην επιβαλλόμενη αποχή από το αλκοόλ, τηρώντας την παράδοση.