Πογάζιν

Image

Τοπωνύμια «Πογάζιν» απαντώνται στην επαρχία της Κερύνειας (διοικητική έκταση του χωριού Πέλλα Παΐς) και στην επαρχία Αμμοχώστου (διοικητική έκταση του χωριού Ακανθού, αλλά και τοποθεσία στον κόλπο της Αμμοχώστου).Στην επαρχία Κερύνειας (Πέλλα Παΐς- Καζάφανι), ένα ρυάκι ονομάζεται επίσης «Πογάζιν».

 

Η ονομασία, που πιθανώς είναι βυζαντινής προελεύσεως, σημαίνει το στενό πέρασμα μεταξύ λόφων ή βουνοκορφών, ενώ κατ' άλλη άποψη είναι τουρκικής προελεύσεως και σημαίνει τον «λαιμό», τον «οισοφάγο» και μεταφορικά το «στενό πέρασμα».

 

Το υποκοριστικό «Πογαζούδιν» (το) απαντάται ως τοπωνύμιο στην επαρχία της Λάρνακας, και όνομα χαμηλού λόφου, μεταξύ του χωριού Πύλα και της ακτής του κόλπου της Λάρνακας.

 

Το Πογάζιν της Κερύνειας, εξάλλου, ήταν το στενό πέρασμα της οροσειράς του Πενταδάκτυλου, στα ανατολικά της κορυφής του Αγίου Ιλαρίωνος, από όπου κατά τα Μεσαιωνικά Χρόνια περνούσε ο δρόμος Λευκωσίας-Κερύνειας και από όπου ο δρόμος περνά και σήμερα, και ίσως περνούσε και κατά την Αρχαιότητα. Κατά τα Μεσαιωνικά Χρόνια, το πέρασμα αυτό ήταν μεγάλης στρατηγικής σημασίας και ελεγχόταν από το φρούριο του Αγίου Ιλαρίωνος. Η στρατηγική του σημασία απεδείχθη κατά τη διάρκεια της εισβολής των Γενουατών στην Κύπρο το 1373-4, οπότε οι Γενουάτες, στην προσπάθειά τους να καταλάβουν, μετά τη Λευκωσία, και την Κερύνεια, ανακόπτονταν και πάθαιναν πανωλεθρία στο στενό εκείνο πέρασμα, από μικρές δυνάμεις του βασιλείου της Κύπρου που το ήλεγχαν. Για το Πογάζιν της Κερύνειας κάνει λόγο ο αββάς Τζιοβάννι Μαρίτι (περί το 1760), περιγράφοντας τη διαδρομή από τη Λευκωσία στην Κερύνεια. Αναφέρει ότι «όλα τα μονοπάτια κατά μήκος της οροσειράς [Πενταδάκτυλου] είναι απόκρημνα και δύσκολα και το λιγότερο δύσκολο από αυτά είναι εκείνο που κοινώς αποκαλείται Πογάζιν. Περνά ανάμεσα σε δύο λόφους και σε κάποια σημεία είναι τόσο στενό ώστε να χωρεί ένα μόνο πρόσωπο να περάσει ενώ σε άλλα χωρεί ένα αμάξι...» (δες Α. Παυλίδης, Η Κύπρος Ανά τους Αιώνες, τόμος Β', 1994, σ. 853).

 

Το Πογάζιν στον κόλπο της Αμμοχώστου, κοντά στο χωριό Άγιος Ηλίας και περί τα 22 χιλιόμετρα από την πόλη της Αμμοχώστου, ανατολικότερα του Τρικώμου, αν και ως τοπωνύμιο υφίστατο ενωρίτερα, είναι μικρός οικισμός που ιδρύθηκε από τις αρχές του 20ού αιώνα, βασικά ως σταθμός για εκείνους που ταξίδευαν μεταξύ Αμμοχώστου και Καρπασίας. Το 1960 ζούσαν εκεί 90 άνθρωποι, εκ των οποίων 2 ήταν Τουρκοκύπριοι. Από τις αρχές του αιώνα η τοποθεσία ήταν γνωστή ως «Εμπορικός Σταθμός Πογαζίου», ενώ εκεί λειτουργούσε και μικρό αγκυροβόλιο. Λίγο πριν από το 1974, οπότε η περιοχή κατελήφθη από τους Τούρκους εισβολείς, στο Πογάζιν λειτουργούσε μικρή ξενοδοχειακή μονάδα, ενώ υπήρχαν και κέντρα/ εστιατόρια. Η τοποθεσία ήταν δημοφιλής για πολλούς επισκέπτες κατά τα καλοκαίρια, εφόσον η περιοχή διέθετε ωραία θάλασσα και παραλία και προσφερόταν για θαλάσσια αθλήματα και κατασκήνωση.

 

Λίγο πιο πέρα, και προς τα βορειοανατολικά, επίσης επί του κόλπου της Αμμοχώστου, υφίστατο μέχρι και το 1974 μεγάλος πειραματικός σταθμός ιχθυοκαλλιέργειας του Τμήματος Αλιείας του υπουργείου Γεωργίας και Φυσικών Πόρων (δες σχετικά στο λήμμα ιχθυοκαλλιέργεια).

 

Κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα το Πογάζιν της Αμμοχώστου γνώρισε αλματώδη ανάπτυξη αφού οι Τούρκοι επένδυσαν πολλά στην περιοχή, περιλαμβανομένης της ευρύτερης έκτασης των γειτονικών οικισμών Μοναρκάς και Γαστριών. Κτίστηκαν μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες αλλά και συγκροτήματα διαμερισμάτων. Το λιμανάκι του Πογαζίου χρησιμοποιείται κυρίως ως αλιευτικό καταφύγιο, ενώ κοντά του αυξήθηκαν και αναβαθμίστηκαν εστιατόρια. Ιδίως από το 2004 και εξής, οπότε επετράπη η ελεύθερη διέλευση Ελληνοκυπρίων στις κατεχόμενες περιοχές, το Πογάζιν αποτελεί και πάλι ενδιάμεσο σταθμό για τους ταξιδεύοντες προς την Καρπασία και τους προσκυνητές στο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα.

 

Μέχρι και το 1974 στην περιοχή Πογαζίου λειτουργούσε και στρατιωτική ναυτική βάση της Εθνικής Φρουράς. Η βάση αυτή χρησιμοποιείται έκτοτε ως στρατόπεδο του τουρκικού στρατού που, μεταξύ άλλων, δημιούργησε στην περιοχή και μεγάλες δεξαμενές καυσίμων.