Ρηγίνος αρχιεπίσκοπος

Επίσκοπος Σαλαμίνος/Κωνσταντίας κατά τον 5ο μ.Χ. αιώνα, που συγκαταλέγεται μεταξύ των Ορθοδόξων αρχιεπισκόπων της Εκκλησίας της Κύπρου. Είναι ο υπ' αριθμόν 8 του καταλόγου των Κυπρίων αρχιεπισκόπων της Μεγάλης Κυπριακής Εγκυκλοπαίδειας. Στις πηγές αναφέρεται ως επίσκοπος Μητροπόλεως Κύπρου. Την εποχή εκείνη μητρόπολις (πρωτεύουσα) ήταν η Σαλαμίς/Κωνσταντία, ο δε επίσκοπός της θεωρείται ότι ήταν ο πρώτος τη τάξει μεταξύ των Κυπρίων επισκόπων, άρα αρχιεπίσκοπος.

 

Ο Ρηγίνος γνωρίζουμε ότι εξελέγη στον (αρχι)επισκοπικό θρόνο της Κωνσταντίας λίγο πριν από την 21.5.431, διαδεχόμενος μάλλον τον Τρωίλον*. Δεν γνωρίζουμε όμως έως πότε παρέμεινε στον θρόνο. Ο επόμενος γνωστός κάτοχος του θρόνου της Κωνσταντίας, μάλλον διάδοχος του Ρηγίνου, είναι ο Ολύμπιος Α'*, περί το 446 κ.ε. Συνεπώς μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο Ρηγίνος υπήρξε κάτοχος του θρόνου από το 431 μέχρι περίπου το 445/6.

 

Η άνοδος του (αρχι)επισκόπου Ρηγίνου στον θρόνο της Κωνσταντίας έγινε παρά τις σφοδρές πιέσεις που είχαν ασκηθεί. Όταν, το 431, χήρεψε ο θρόνος, ο τότε πατριάρχης Αντιοχείας Ιωάννης άσκησε την επιρροή του προς τον Βυζαντινό κόμητα (διοικητή) της Εώας (όπου διοικητικά υπαγόταν τότε και η Κύπρος) Φλάβιο Διονύσιο* προκειμένου ν' αποτρέψει εκλογή νέου αρχιερέα και πλήρωση του θρόνου. Η ενέργεια του πατριάρχη εντασσόταν στο πλαίσιο των προσπαθειών του πατριαρχείου Αντιοχείας να ποδηγετήσει την Εκκλησία της Κύπρου, της οποίας το αυτοκέφαλον δεν είχε ακόμη αναγνωριστεί τελεσίδικα. Ο Διονύσιος, από την Αντιόχεια όπου έδρευε, έγραψε στις 21.5.431 προς τον Θεόδωρο*, τον υπατικό και κονσουλάριο της Κύπρου, από τον οποίο ζητούσε να εμποδίσει, ακόμη και με την βία των όπλων, εκλογή νέου αρχιερέα προς διαδοχήν του αποθανόντος Τρωίλου. Η παρεμπόδιση της εκλογής δικαιολογήθηκε επειδή το θέμα μεταξύ των Εκκλησιών Αντιοχείας και Κύπρου θα ετίθετο και θα συζητείτο στην επικείμενη τρίτη Οικουμενική Σύνοδο (της Εφέσου). Ο Διονύσιος διέτασσε ακόμη, εάν η εκλογή νέου ιεράρχη γινόταν στο μεταξύ, ο νεοεκλεγείς αρχιεπίσκοπος να παρουσιαστεί αμέσως στη σύνοδο της Εφέσου, μαζί με τους λοιπούς ιεράρχες της Κύπρου, προς δικαιολόγηση της διαγωγής τους.

 

Με άλλη του επιστολή ο Διονύσιος απευθυνόταν προς τον κλήρο της μητροπόλεως Κωνσταντίας τον οποίο κι απειλούσε με βαριές ποινές σε περίπτωση ανυπακοής στις εντολές του που εξέφραζαν την πολιτική της Εκκλησίας Αντιοχείας για επέκταση της δικαιοδοσίας της και στην Κύπρο. Οι επιστολές μεταφέρθηκαν στην Κύπρο από δυο στρατιωτικούς αξιωματούχους κι ένα κληρικό της Αντιοχείας, που είχαν αυστηρές οδηγίες να εφαρμόσουν τα διατάγματα του Διονυσίου.

 

Δεν είναι σαφές εάν τα έγγραφα έφθασαν στην Κύπρο καθυστερημένα, δηλαδή μετά την εκλογή του Ρηγίνου, ή εάν έφθασαν έγκαιρα αλλά αγνοήθηκαν από τους Κυπρίους που παρά τις απειλές - ίσως και με τη σιωπηρή υποστήριξη του υπατικού Θεοδώρου - προχώρησαν στην εκλογή. Η διαδικασία πληρώσεως του θρόνου της Κωνσταντίας προχώρησε πάντως - ίσως και βεβιασμένα - κι εξελέγη ως νέος (αρχι)επίσκοπος ο Ρηγίνος.

 

Λίγο μετά την εκλογή του ο Ρηγίνος πήγε στην Έφεσο, όπου και συμμετέσχε της τρίτης Οικουμενικής Συνόδου επικεφαλής της κυπριακής αντιπροσωπείας. Τόσο ο ίδιος όσο και οι λοιποί Κύπριοι επίσκοποι έγιναν εξ αρχής δεκτοί στη σύνοδο ως κανονικά μέλη της. Μάλιστα ο Ρηγίνος ήταν μεταξύ των ομιλητών της πρώτης συνεδρίας της συνόδου (όπως μαρτυρείται από τα σωζόμενα πρακτικά της), κι εκφώνησε λόγο κατά των διδαγμάτων του Νεστορίου.

 

Η αίρεση του Νεστορίου, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, συντάρασσε τότε την Ανατολική (Ορθόδοξη) Εκκλησία. Ο Νεστόριος κατηγορείτο ότι αρνείτο την ένωση των δυο φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού, με επικεφαλής των αντιπάλων του τον Αλεξανδρείας Κύριλλον. Η ανώμαλη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί δεν ευνοούσε τα σχέδια του Αντιοχείας Ιωάννη για την Κύπρο. Μέσα στον γενικό σάλο, ορθά υπολόγισαν οι Κύπριοι ότι μπορούσαν να αγνοήσουν τις εντολές και τις απειλές και να προχωρήσουν στην εκλογή του Ρηγίνου.

 

Στη σύνοδο της Εφέσου ετέθη και το θέμα που είχε προκύψει από τις αξιώσεις της Εκκλησίας Αντιοχείας έναντι της Εκκλησίας της Κύπρου, περί αυτού δε μίλησαν τόσο ο Ρηγίνος όσο και άλλοι παριστάμενοι Κύπριοι επίσκοποι, ο Κουρίου Ζήνων κι ο Σόλων Ευάγριος, που αντέκρουσαν τις απαιτήσεις του Ιωάννη. Οι Κύπριοι αρχιερείς υποστήριξαν, κι απέδειξαν, ότι η Εκκλησία της Κύπρου ήταν αποστολική (ιδρυμένη απ' ευθείας από απόστολο — τον Βαρνάβα) κι ότι ήταν ανέκαθεν ελεύθερη από οποιαδήποτε εξωτερική εκκλησιαστική εξουσία και αυτόνομη (έβδομη συνεδρία της συνόδου).

 

Παρά το ότι οι αξιώσεις της Εκκλησίας Αντιοχείας αποκρούστηκαν με επιτυχία από τον Ρηγίνο και τους άλλους Κυπρίους ιεράρχες, το όλο ζήτημα δεν έληξε. Η Αντιόχεια επανέλαβε αργότερα τις απαιτήσεις της, μέχρι την οριστική αναγνώριση του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Κύπρου από τον αυτοκράτορα Ζήνωνα* αρκετά χρόνια αργότερα, επί αρχιεπισκόπου Κύπρου Ανθεμίου*, περί το 488 μ.Χ.