Αθανάσιος ο Αναγνώστης

Image

Κύπριος μάρτυρας του τέλους του 3ου ή πιθανότερο των αρχών του 4ου μ.Χ. αιώνα. Μαρτύρησε στη Σαλαμίνα της Κύπρου επί αυτοκράτορα Μαξιμιανού, μαζί με δυο άλλους συντρόφους του, τον πρεσβύτερο Αριστοκλή από την Ταμασσό και τον διάκονο Δημητριανό ή Δομιτιανό.

 

Ο Αθανάσιος Αναγνώστης πιθανό να καταγόταν από την Λήδρα (Λευκωσία), κι εκεί, στο ναό του Αγίου Βαρνάβα (που πιθανότατα είναι ο κατοπινός] καθεδρικός ναός της Λευκωσίας, γνωστός από την Βούλλα Σύπρια του 1260), συνάντησε μαζί με τον φίλο του Δημητριανό ή Δομιτιανό, τον Αριστοκλή. Ο τελευταίος μόλις είχε κατεβεί από τα βουνά, όπου είχε καταφύγει για να γλυτώσει από τους διωγμούς κι αφηγήθηκε στον Αθανάσιο και στον φίλο του ότι είχε δει ένα υπέρλαμπρο φως στον ουρανό κι είχε ακούσει μια φωνή που τον καλούσε να πάει στη Σαλαμίνα και να μαρτυρήσει εκεί, για τη χριστιανική του πίστη. Πραγματικά ο Αριστοκλής πήγε στη Σαλαμίνα κι οι δυο άλλοι τον ακολούθησαν.

 

Οι τρεις διακήρυξαν στη Σαλαμίνα την χριστιανική τους πίστη, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν την προσοχή του τοπικού διοικητή και να συλληφθούν. Με εντολή του, ο πιο γνωστός απ' αυτούς, ο Αριστοκλής, αφού ομολόγησε την χριστιανική του πίστη, μαστιγώθηκε και αποκεφαλίστηκε αμέσως. Οι άλλοι δυο, επιμένοντας κι αυτοί στην χριστιανική πίστη, υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια και τελικά ο διοικητής διέταξε να καούν ζωντανοί. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Αθανάσιος κι ο φίλος του Δομιτιανός παρέμειναν ανέπαφοι από τη φωτιά. Τότε ο διοικητής διέταξε τον αποκεφαλισμό τους.

 

Η μνήμη τους γιορτάζεται από την Εκκλησία στις 23 Ιουνίου, και στο συναξάριο της Κωνσταντινουπόλεως μνημονεύονται μαζί με τον άγιο Φιλωνίδη, επίσκοπο Κουρίου, με σύντομο υπόμνημα για τον Αθανάσιο στις 30 Αυγούστου, ως σύντροφό του στη φυλακή, πράγμα αμφίβολο γιατί ο Φιλωνίδης δεν φαίνεται να φυλακίστηκε αλλά ν' αυτοκτόνησε προτού συλληφθεί. Ο Delehaye υπέθεσε ότι ο Αριστοκλής είναι ο Αριστοκλειανός, σύντροφος του αποστόλου Βαρνάβα, αλλ' αυτή η υπόθεση δεν έγινε δεκτή, όπως κι η ταύτιση του Δημητριανού και του Αθανασίου προς τους ομώνυμους επισκόπους Κυθρέας από τον ίδιο.

 

Εφόσον ο διοικητής που βασάνισε κι εκτέλεσε τους τρεις μάρτυρες επί Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, μας είναι τώρα γνωστός, ο Antistius Sabinus, κι εφόσον φέρεται να είχε την έδρα του στη Σαλαμίνα κατά την περίοδο 293-305 μ.Χ.(1) (διαφορετικά δεν δικαιολογείται η ύπαρξη σχετικών επιγραφών στη Σαλαμίνα, κι αυτό επικυρώνεται κι από τα συναξάρια των πιο πάνω και άλλων αγίων, όπως του Θεοδότου επισκόπου Κερύνειας, Κυπρ. Σπουδαί, ΜΕ'. 1981, σσ 1-14), είναι πιθανότατο ότι η Σαλαμίνα ήταν στα χρόνια αυτά τουλάχιστον η πραγματική πρωτεύουσα της Κύπρου, παρά την τυπική προήγηση της Πάφου, κι αυτό είναι το σπουδαιότερο ιστορικό πόρισμα από τον συνδυασμό των αγιολογικών πηγών για τον Αθανάσιο και τους συντρόφους του προς τις επιγραφικές πηγές. Τελικά η υπόθεση του Κ.Π. Χατζηιωάννου(2), ότι όταν μετά το 116 μ.Χ. η Σαλαμίνα ξαναχτίστηκε, έγινε πάλι πρωτεύουσα, δεν είναι τελείως απίθανη, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα, ή τουλάχιστον διεκδικούσε και κατά καιρούς επέβαλλε την ιδιότητα της πρωτεύουσας, ελκύοντας εκεί διοικητές όπως ο Antistius Sabinus.

 

1. Τ.Β. Milford-Ino Nicolaou. The Greek and Latin Inscriptions from Salamis, Nicosia, Salamis V.I, 1974, σσ.61-64.

 

2. ΑΚΕΠ, Δ', β', 1980, σσ. 139140. Βλέπε και ΜΚΕ, λήμμα Αδριανός.