Γλυπτική

Αρχαϊκή εποχή (750 - 475 π.Χ.)

Image

Πήλινα ειδώλια και αγάλματα: Η κοροπλαστική τέχνη φθάνει στο αποκορύφωμα της ακμής και εξέλιξής της στις αρχές της Κυπρο - Αρχαϊκής περιόδου. Παράλληλα με την κατασκευή των μικρών ειδωλίων εμφανίζονται για πρώτη φορά και τα πρώτα δείγματα των μεγάλων πήλινων αγαλμάτων, που εξελίσσονται σταδιακά και τελειοποιούνται γύρω στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. Οι τύποι των μεγάλων αγαλμάτων είναι πολλοί και διάφοροι, αλλά εντάσσονται στους δυο κυριότερους. Στον πρώτο τύπο ανήκουν τα αγάλματα με κοίλο και κυλινδρικό σώμα και με μακρύ χιτώνα και στο δεύτερο τα αγάλματα με συμπαγή πλαστικό κορμό και με πόδια. Τα σώματα γενικά και στους δυο τύπους είναι δύσκαμπτα και η έκφραση του προσώπου άλλοτε αυστηρή και βλοσυρή και άλλοτε με υπόκρυφο χαμόγελο. Τα χέρια είναι συνήθως τοποθετημένα κατά μήκος των πλευρών, αλλά σε μερικές περιπτώσεις παριστάνονται να κρατούν ζώα ή άλλα αναθηματικά δώρα. Τα περισσότερα από τα αγάλματα παριστάνουν γενειοφόρους άνδρες με κωνικό κάλυμμα στην κεφαλή και άλλα πολεμιστές, συνήθως με ξίφος και ασπίδα. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου στα περισσότερα αγάλματα ήταν χρωματισμένα.

 

Τα ειδώλια ακολουθούν κατά κανόνα τους τύπους των μεγάλων αγαλμάτων. Είναι κοίλα κωδωνόσχημα ή συμπαγή κυλινδρικά και παριστάνουν συνήθως δωρητές με αναθηματικά δώρα, μουσικούς και πολεμιστές.

 

Από τα μέσα του 8ου μέχρι τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. όλα τα σώματα των ειδωλίων ήταν χειροποίητα και μόνο η κεφαλή κατασκευαζόταν μέσα σε μήτρα (καλούπι). Αργότερα όμως οι μήτρες χρησιμοποιούνταν για ολόκληρο το σώμα των ειδωλίων και οι λεπτομέρειες του σώματος γίνονταν πλαστικά με το χέρι ή χρωματίζονταν με κόκκινο και μαύρο χρώμα.

 

Όπως τα κυπρο-γεωμετρικά έτσι και τα κυπρο - αρχαϊκά και μεγάλα πήλινα αγάλματα προέρχονται από τάφους και ιερά, που σκάφτηκαν σε διάφορα μέρη της Κύπρου. Τα αντιπροσωπευτικά δείγματα των κοροπλαστικών αυτών έργων, περιέχονται στους τύπους των μεγάλων αγαλμάτων και ειδωλίων, που βρέθηκαν ομαδικά στο περίφημο ιερό της Αγίας Ειρήνης, το 1929, από τη σουηδική αρχαιολογική αποστολή, υπό τη διεύθυνση του Έιναρ Γκέρστατ. Όλα τα ανευρεθέντα πήλινα αγάλματα και ειδώλια, που σήμερα κοσμούν μια ειδική αίθουσα του Κυπριακού Μουσείου, τοποθετημένα όπως ακριβώς έχουν βρεθεί κατά τη διάρκεια της ανασκαφής, είναι εξαιρετικά αναθηματικά δείγματα κυπρο - αρχαϊκής πλαστικής ή κοροπλαστικής τέχνης και παριστάνουν ταύρους, μινώταυρους, ανθρώπινες μορφές, άλογα με πολεμιστές, τέθριππα με αναβάτες, πλοία με το πλήρωμά τους, συμπλέγματα ταύρων και ανθρώπων, και διάφορες άλλες σκηνές από την καθημερινή ζωή. Μερικά από τα ανθρωπόμορφα ειδώλια έχουν καλυμμένη την κεφαλή με προσωπείο σε σχήμα ταυροκεφαλής και πιθανό να παριστάνουν τους ιερείς οι οποίοι πρωτοστατούσαν στις διάφορες τελετές, που αναμφίβολα γίνονταν μέσα στο ιερό τέμενος και συνοδεύονταν με θυσίες ταύρων, ειδική μουσική και πολλά αναθήματα. Ανάμεσα σ' όλα τα αναθήματα κυριαρχεί η ανθρώπινη μορφή, η οποία δεν παριστάνει το θεό αλλά πάντοτε τον ίδιο τον άνθρωπο, που προσφέρει στο ιερό τη μορφή του για να βρίσκεται κάτω από την προστασία του. Σ' όλες γενικά τις μορφές είναι διάχυτη μια χιουμοριστική διάθεση και στις περισσότερες απ' αυτές είναι έντονη η ξένη καλλιτεχνική επίδραση, ιδιαίτερα η αιγυπτιακή.

 

Άλλα σημαντικά κυπρο - αρχαϊκά κοροπλαστικά έργα από τα εκθέματα του Κυπριακού Μουσείου είναι: 1) Ένα πήλινο ομοίωμα δίφρου από τάφο στη Λάρνακα, που σύρεται από τέσσερα άλογα από τα οποία το ένα λείπει. Στο δίφρο κάθονται δυο ανδρικές μορφές, μια ενήλικη γενειοφόρος και μια παιδική. Το ύψος του πήλινου αυτού έργου είναι 31,5 εκ. και είναι ένα από τα μεγαλύτερα στο είδος του. Φέρει παντού δίχρωμη, μαύρη και κόκκινη, γεωμετρική γραμμική διακόσμηση. 2) Πήλινο ειδώλιο, που παριστάνει καθισμένο σε θρόνο τον γενειοφόρο φοινικικό θεό Baal Hamman, από το ιερό του Μενοίκου. Ο θεός είναι ντυμένος με ποδήρη χιτώνα και φορεί σάνδαλα. Το πρόσωπό του είναι βαμμένο με κόκκινο χρώμα και ο θρόνος χρωματισμένος με μαύρο και κόκκινο χρώμα. 3) Πέντε συμπλέγματα μικρών πήλινων ειδωλίων με αναπαράσταση τοκετού, που προέρχονται από ιερό της Λαπήθου του 6ου αιώνα π.Χ. 4) Πήλινο ειδώλιο, που παριστάνει κένταυρο με ανθρώπινη κεφαλή και σώμα ζώου, πιθανόν ταύρου. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου αποδίδονται με μαύρο και κόκκινο χρώμα και η επιφάνεια του σώματος είναι καλυμμένη με πλούσια γεωμετρική γραμμική διακόσμηση από κόκκινο, μαύρο και γαλάζιο χρώμα. 5) Πήλινο γυναικείο ειδώλιο, κοίλο εσωτερικά και κατασκευασμένο με μήτρα, με μακρύ διαφανή χιτώνα και με τύμπανο στα χέρια. Η κόμη είναι χτενισμένη σε κρωβύλο πάνω από το μέτωπο και σχηματίζει χοντρούς πλοκάμους, που πέφτουν στους ώμους. Φορεί περιδέραιο και κυκλικό περίαπτο. Προέρχεται από το ιερό της Αφροδίτης στο Άρσος και χρονολογείται μεταξύ του 600 και 550 π.Χ. 6) Τρία κωδωνόσχημα, κοίλα εσωτερικά, πήλινα ειδώλια, με τρύπες στο κάτω μέρος του σώματος για προσθήκη ποδιών, που παριστάνουν αντιστοίχως πολεμιστή με κυκλική ασπίδα, δωρητή με αναθηματικό δώρο και γυναικεία μορφή με υψωμένα τα χέρια σε στάση προσευχής.

Κολλοσσός της Ταμασού: Από τα μεγάλα πήλινα αγάλματα, το μεγαλύτερο και επιβλητικότερο είναι ο λεγόμενος «Κολοσσός» της Ταμασσού, που βρέθηκε το 1885 στο ιερό του Απόλλωνος και που χρονολογείται μεταξύ του 560 και 540 π.Χ. Πρόκειται για το πάνω τμήμα και τα πόδια υπερφυσικού αναθηματικού αγάλματος, ύψους τριών περίπου μέτρων, που παριστάνει γενειοφόρο άνδρα, στον οποίο η γενειάδα και τα φρύδια αποδίδονται με σχηματοποιημένες εγχαράξεις και το σώμα είναι συναρμολογημένο από αρκετά ομοειδή τεμάχια.

 

Μετάλλινα μικρογλυπτικά έργα: Η μικρογλυπτική τέχνη των Πρώιμων Αρχαϊκών χρόνων επεκτείνεται και στα μετάλλινα αντικείμενα και δημιουργεί εξαιρετικά έργα από εγχώριο κυπριακό χαλκό και εισαγμένα πολύτιμα μέταλλα, κυρίως από ασήμι και χρυσάφι, που αποτελούν επαρκείς μαρτυρίες συνεχούς εξελίξεως με νέες δημιουργικές καλλιτεχνικές εμπνεύσεις. Από τα χάλκινα μικρογλυπτικά έργα πολύ πρωτότυπα και σημαντικά είναι οι τυποποιημένες προτομές οκτώ γρυπών και τεσσάρων σειρήνων με διπλές ανθρωπόμορφες γενειοφόρες κεφαλές, που κοσμούν το χείλος μεγάλου χάλκινου λέβητα στηριγμένου σε σιδερένιο τριπόδι. Οι μορφές των γρυπών είναι χυτές και των σειρήνων σφυρήλατες, με έκδηλη μεγάλη ανατολική επίδραση. Ο περίφημος αυτός χάλκινος λέβητας, που είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά εκθέματα του Κυπριακού Μουσείου προέρχεται από το «δρόμο» του μνημειακού τάφου 79 της νεκρόπολης της Σαλαμίνος και χρονολογείται στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ.

 

Στο Κυπριακό Μουσείο υπάρχουν και δυο άλλα σπάνια μικρογλυπτικά έργα από εισαγμένα πολύτιμα μέταλλα, της ίδιας χρονικής περιόδου, που βρέθηκαν το 1980 στον αρχαϊκό βωμό του Απόλλωνος Υλάτου στο Κούριον. Πρόκειται για δυο, μοναδικά στο είδος τους, μικρά ειδώλια, το ένα από ασήμι και το άλλο από χρυσάφι. Το ασημένιο ειδώλιο έχει μήκος 6,4 εκ. και το χρυσό 4,9 εκ. Παρόλο που διαφέρουν σε μέγεθος και κατασκευαστικό υλικό, τα δυο ειδώλια είναι πανομοιότυπα και παρουσιάζουν την ίδια τυποποιημένη τεχνοτροπία με ανατολική επίδραση. Τα πόδια, τ' αυτιά και τα κέρατα κατασκευάστηκαν χωριστά και μετά προσκολλήθηκαν στο σώμα, και οι λεπτομέρειες στα πρόσωπα των ειδωλίων αποδόθηκαν με εγχαράξεις.

 

Μνημειακά γλυπτικά έργα: Γύρω στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. πρωτοεμφανίζονται τα αρχικά δείγματα των λίθινων αγαλμάτων από κυπριακό ασβεστόλιθο, σε φυσικό και υπερφυσικό μέγεθος, που προαγγέλλουν το ξεκίνημα της μνημειακής γλυπτικής τέχνης στο νησί. Παρόλο που στα γεωλογικά στρώματα της Κύπρου, ιδιαίτερα στην περιοχή του Πενταδάκτυλου, υπάρχει καλής ποιότητας μάρμαρο, ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή αγαλμάτων πριν από την Ελληνιστική εποχή, στην όλη διάρκεια της οποίας αμυδρά μόνο δείγματα αγαλμάτων κατασκευάστηκαν από το εγχώριο αυτό υλικό. Τα ασβεστολιθικά αγάλματα στο σύνολό τους παρουσιάζουν επίπεδη μορφή και περιορισμένη κίνηση στα χέρια και στα πόδια. Τούτο οφείλεται στο μικρό πάχος των στρωμάτων του ασβεστόλιθου και στη μαλακότητά του, που περιορίζουν τη δυνατότητα της απόδοσης των απαιτουμένων λεπτομερειών. Τα περισσότερα από τα αγάλματα αυτά, που βρίσκονται στο Κυπριακό Μουσείο, προέρχονται από ιερά και από τυχαίες ανακαλύψεις. Η κατασκευή των πρώτων λίθινων αγαλμάτων συμπίπτει με την κατασκευή των πήλινων αγαλμάτων κι έτσι τα κύρια χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα είναι τα ίδια. Παρόλο που είναι καθαρά κυπριακής τεχνοτροπίας, έχουν μερικές μικρασιατικές και βορειοσυριακές επιδράσεις, που παρουσιάζονται κυρίως στα χαρακτηριστικά του προσώπου και του γενικού σχήματος της κεφαλής, η οποία είναι κατά κανόνα πάντοτε σκεπασμένη με κωνικό κάλυμμα. Ο πρώιμος αυτός τύπος αντιπροσωπεύεται από το ασβεστολιθικό, αναθηματικό, γυναικείο άγαλμα του τέλους του 7ου αιώνα π.Χ., που προέρχεται από το ιερό του Άρσους. Από το άγαλμα σώζεται μόνο το πάνω μέρος, που παριστάνει γυναίκα με αγαλμάτιο ταύρου στα χέρια. Το σώμα είναι επίπεδο, η κεφαλή φέρει κωνικό κάλυμμα και από το λαιμό είναι κρεμασμένο διπλό περιδέραιο. Το πρόσωπο είναι κατεστραμμένο, αλλά σ' αυτό είναι ευδιάκριτη η ήρεμη και αυστηρή έκφραση, που χαρακτηρίζει τα πρώτα έργα της κυπριακής γλυπτικής.

 

Αργότερα, στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ., τα λίθινα αγάλματα επιδέχονται έντονη αιγυπτιακή επίδραση, που επιβάλλεται περισσότερο στις νότιες περιοχές της Κύπρου, όπου το φοινικικό στοιχείο επικρατούσε περισσότερο από τις άλλες περιοχές του νησιού, κι έτσι δημιουργείται ένας νέος ρυθμός αγαλματοποιίας, που χαρακτηρίζει τα περισσότερα έργα από το 600 π.Χ. περίπου μέχρι το 550 π.Χ. Χαρακτηριστικά δείγματα του νέου αυτού ρυθμού είναι μια μεγάλη κεφαλή αναθηματικού αγάλματος από το ιερό του Άρσους, με τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, τη συμμετρική μύτη και τα λεπτά χείλη, που τονίζονται εμφαντικά. Από τα ακέραια έργα αξιόλογο είναι ένα αναθηματικό ανδρικό άγαλμα φυσικού μεγέθους από ιερό κοντά στο χωριό Λουρουτζίνα, με κωνικό κάλυμμα στην κεφαλή και ποδήρη χιτώνα με κροσσούς.

 

Στα τέλη του 6ου και τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. τα χαρακτηριστικά της ελληνικής γλυπτικής και ιδιαίτερα της ιωνικής επιδρούν εντονότατα στην κυπριακή γλυπτική, κι ο νέος κυπρο - ιωνικός ρυθμός, που διακρίνεται από το αρχαϊκό, ιωνικό μειδίαμα, την προβολή του αριστερού ποδιού στους «Κούρους», την επιμελημένη απόδοση των ενδυμασιών, τα εκλεπτυσμένα χαρακτηριστικά του προσώπου και τον πλούσιο διάκοσμο των κεφαλών και των λαιμών στις «Κόρες», επιβάλλεται και κυριαρχεί σ' ολόκληρη την Κύπρο. Εύγλωττα παραδείγματα με έκδηλα τα χαρακτηριστικά του κυπρο - ιωνικού ρυθμού αποτελούν τα ακόλουθα ασβεστολιθικά αγάλματα του Κυπριακού Μουσείου: 1) Αγαλμα γυμνού εφήβου, που θυμίζει τους ελληνικούς αρχαϊκούς «Κούρους», με προβολή του αριστερού ποδιού και εκλεπτυσμένα χαρακτηριστικά προσώπου, όπου το ιωνικό μειδίαμα τονίζεται ιδιαίτερα. 2) Κορμός γυναικείου αναθηματικού αγάλματος τύπου «Κόρης», παρόμοιου με τ' αγάλματα των «Κορών» της Ακρόπολης Αθηνών, με ποδήρη χιτώνα και ιμάτιο, που καταλήγει σε κροσσωτά άκρα, πλούσιο διάκοσμο, ίχνη χρωμάτων και κοσμήματα. Το μόνο καθαρό κυπριακό στοιχείο που διατηρεί είναι το επίπεδο σώμα. 3) Κεφαλή γυναικείου αγάλματος τύπου «Κόρης» από το Ιδάλιον, με μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, μικρή συμμετρική μύτη, λεπτά χείλη, πλούσιο διάκοσμο στην κεφαλή και περιδέραιο σε πέντε σειρές, δεμένο στο λαιμό. 4) Κορμός ανδρικού αναθηματικού αγάλματος με ιωνικό ιμάτιο και προβολή του αριστερού ποδιού από το ιερό του Απόλλωνος στη Βώνη. Στο δεξί χέρι κρατεί κλάδο φοίνικα και στο αριστερό τετραγωνική πινακίδα με τετράστιχη επιγραφή, που διαβάζεται από τα δεξιά προς τ' αριστερά, αρχίζοντας με τη φράση Γιλλίκας κατέστασε Στασικρέτεος...... 5) Άγαλμα του Κεραυνίου Διός από το Κίτιον, που παριστάνει το θεό γενειοφόρο και με κοσμημένο κάλυμμα στην κεφαλή. Με το δεξί χέρι είναι έτοιμος να ρίξει τον κεραυνό. Στο αριστερό χέρι, που είναι κλειστό με υπολείμματα κάποιου αντικειμένου, πιθανό να κρατούσε αετό. 6) Ασβεστολιθικό άγαλμα Ηρακλή από το Κίτιον, ντυμένου με λεοντή και με ρόπαλο στο δεξί ανυψωμένο χέρι. 7) Μικρό ασβεστολιθικό άγαλμα γενειοφόρου άνδρα από το Κίτιον. Προβάλλει το αριστερό πόδι, φορεί μακρύ χιτώνα με απόπτυγμα και ιμάτιο στο στήθος και κρατεί ακόντιο στο δεξί χέρι. 8) Ακέφαλο ασβεστολιθικό άγαλμα κιθαρωδού από το ιερό της Ποταμιάς, που φέρει μόνο ιμάτιο με αρμονικές πτυχές σ' ολόκληρο το γυμνό σώμα. 9) Ασβεστολιθική κεφαλή γενειοφόρου άνδρα, υπερφυσικού μεγέθους, που φθάνει στο ύψος των 32,5 εκατοστομέτρων, με στέμμα κοσμημένο με ρόδακες και κροσσούς, σγουρά μαλλιά πεσμένα σε πλοκάμους προς τα κάτω και μουστάκι, σχηματισμένο με εγχάρακτες γραμμές όπως και η γενειάδα. Τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια και η συμμετρική μύτη αντιγράφουν τα ιωνικά πρότυπα και το ελαφρό χαμόγελο θυμίζει το ιωνικό αρχαϊκό μειδίαμα των «Κούρων».

 

Φώτο Γκάλερι

Image