Λάρνακα επαρχία

Προϊστορία- Ιστορία

Image

Νεολιθική εποχή: Η επαρχία της Λάρνακας έχει να επιδείξει όχι μόνο πλούσιο αλλά και αρχαιότατο παρελθόν. Στα γεωγραφικά της όρια εμπίπτει ο σημαντικότερος συνοικισμός της Νεολιθικής εποχής, εκείνος της Χοιροκοιτίας, του οποίου η σπουδαιότητα είναι τέτοια, ώστε να γίνεται λόγος και για ομώνυμο νεολιθικό πολιτισμό, τον πολιτισμό της Χοιροκοιτίας. Η γειτνίαση, επίσης, των παραλίων της επαρχίας με τα απέναντι παράλια της αρχαίας Φοινίκης, ήταν σοβαρός παράγων στην εξελικτική πορεία της ίδιας της επαρχίας κατά την Αρχαιότητα.

 

Αν και οι μέχρι τώρα γνώσεις μας για την αρχαία Κύπρο και τους κατοίκους της εκτείνονται προς τα πίσω σ’ ένα βάθος 90 τόσων αιώνων (μέχρι την 7η χιλιετία προ Χριστού), υπάρχουν και κάποια ακόμη αρχαιότερα ίχνη που δεν έχουν ακόμη διερευνηθεί σε έκταση κι αξιοποιηθεί. Υπάρχουν, δηλαδή, ίχνη αρχαιότερα της Νεολιθικής εποχής. Τέτοια προνεολιθικά ίχνη υπάρχουν στον Καταλιόντα (επαρχία Λευκωσίας), στην Κερύνεια, αλλά και στην επαρχία Λάρνακας, όπου έγιναν ήδη και οι πρώτες έρευνες στην περιοχή του χωριού Αγία Άννα (κοιλάδα του ποταμού Τρέμιθου). Εάν οι έρευνες αυτές αποδώσουν στο μέλλον θετικά στοιχεία, τότε η επαρχία Λάρνακας θ’ αντιπροσωπεύεται και από αρχαιότητες ακόμη παλαιότερες της Νεολιθικής εποχής.

 

Τέντα: Εκτός από τον συνοικισμό της Χοιροκοιτίας, ένας δεύτερος, επίσης σημαντικός, αρχαιολογικός χώρος της Νεολιθικής εποχής, εμπίπτει στην επαρχία Λάρνακας. Πρόκειται για τον συνοικισμό στην τοποθεσία Τέντα του χωριού Καλαβασός. Οι προϊστορικοί κάτοικοι των συνοικισμών αυτών, που ζούσαν σε μικρές κυκλικές καλύβες, ασχολούνταν με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και το κυνήγι. Αντίθετα προς άλλα μέρη της Κύπρου (όπως στους συνοικισμούς στο ακρωτήρι του Αποστόλου Ανδρέα - Κάστρος και στην Πέτρα του Λιμνίτη), στην επαρχία της Λάρνακας οι νεολιθικοί Κύπριοι προτιμούσαν να κατοικούν σε τοποθεσίες όχι παραθαλάσσιες, φαίνεται δε ότι ήταν περισσότερο γεωργοί και κυνηγοί παρά ψαράδες. Ίσως οι ομαλές, ως επί το πλείστον, ακτές της επαρχίας Λάρνακας να μη πρόσφεραν επαρκή προστασία στους ανθρώπους εκείνης της εποχής που προτιμούσαν να κατοικούν σε περιοχές προς τα ενδότερα, σε λοφώδεις περιοχές με καλύτερη φυσική οχυρωματική προστασία. Τα ποικίλα ευρήματα, κυρίως από την Χοιροκοιτία, αποδεικνύουν πως οι άνθρωποι της τότε εποχής βρίσκονταν σε αρκετά προχωρημένο επίπεδο πολιτισμού και διακρίνονταν για την αισθητική καλλιέργειά τους. Εκτός από την καλλιέργεια της γης, με δημητριακά και άλλα είδη, εξέτρεφαν και ζώα γιατί είχαν ήδη εξημερώσει το πρόβατο, την αίγα και τον χοίρο.

 

Κατά την τελευταία περίοδο της Νεολιθικής εποχής (Νεολιθική II, 4500-3900 π.Χ.), η επαρχία της Λάρνακας αντιπροσωπεύεται κυρίως με τον συνοικισμό της Καλαβασού Α΄, εκτός από τον συνοικισμό της Χοιροκοιτίας (ανώτερα στρώματα). Οι κατοικίες στον συνοικισμό της Καλαβασού είναι τώρα πρωτότυπες και διαφέρουν από τις άλλες όλων των λοιπών νεολιθικών συνοικισμών. Είναι ημιυπόγειες, σκαμμένες στο βράχο, και με οροφή που στηριζόταν με ένα πάσσαλο στο κέντρο. Η νέα αυτή αρχιτεκτονική, που θυμίζει ανάλογες κατοικίες στην Beersheba της Παλαιστίνης, οδήγησε στη διατύπωση της θεωρίας ότι κατά την περίοδο αυτή η Κύπρος είχε δεχθεί αποίκους, που για κάποιες αιτίες έφυγαν από την Παλαιστίνη. Σε άφιξη κι εγκατάσταση νέων αποίκων στο νησί, αποδίδονται και ιδιοτυπίες που παρατηρούνται τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και στα ταφικά έθιμα στον συνοικισμό της Σωτήρας (επαρχία Λεμεσού). Εάν πράγματι είχαν αφιχθεί τότε στην Κύπρο άποικοι από τις ακτές της Παλαιστίνης, γεωγραφικά τουλάχιστον, η παρουσία τους δικαιολογείται επαρκώς στις νότιες περιοχές της Κύπρου και σε τοποθεσίες που δεν απέχουν πολύ από τη θάλασσα.

 

Επεξεργασία και εμπορία χαλκού: Οι επαφές με τις χώρες της Εγγύς Ανατολής, καθώς και με τη Μικρά Ασία και το Αιγαίο, διευρύνονται και πυκνώνουν μετά την ανακάλυψη του χαλκού στην Κύπρο, την επεξεργασία και την εμπορία του. Στην επαρχία της Λάρνακας η περιοχή της Καλαβασού εξακολουθεί να κατοικείται. Μάλιστα η εύφορη λωρίδα γης μεταξύ των τριών ποταμών στα νότια της επαρχίας (Βασιλικός ποταμός, ποταμός του Αγίου Μηνά και Πεντάσχοινος), πυκνοκατοικείται κατά την εποχή του Χαλκού. Ιδιαίτερα κατά την τελευταία περίοδο της εποχής του Χαλκού (1650-1050 π.Χ.), έχουν μέχρι σήμερα διερευνηθεί συνοικισμοί ή /και γενικότερα αρχαιολογικοί χώροι στις τοποθεσίες Άγιος Δημήτριος της Καλαβασού, Περβόλια ή Φρακτάδες, Βούρνες και Τσάρουκκας του Μαρωνιού. Αλλά και βορειοανατολικότερα, στην τοποθεσία Βυζακιά του χωριού Δρομολαξιά, κι ακόμη πιο πέρα, στην περιοχή του χωριού Πύλα. Το εμπόριο και οι επαφές της επαρχίας γίνονταν περισσότερο με τις απέναντι συροπαλαιστινιακές ακτές, όπως ήταν φυσικό, ενώ οι βόρειες περιοχές της Κύπρου είχαν πυκνότερες επαφές με τα παράλια της Μικράς Ασίας και με το Αιγαίο παρά με την Ανατολή. Στο μεταξύ, ως κέντρα κατεργασίας του χαλκού και διεξαγωγής του εμπορίου, αναπτύσσονται στην επαρχία της Λάρνακας δυο μεγάλες γειτονικές πόλεις: η μια στην τοποθεσία όπου βρίσκεται κτισμένη η σημερινή πόλη της Λάρνακας (πρόκειται για την πόλη που θα εξελιχθεί στο αρχαίο Κίτιον) και η δεύτερη λίγο νοτιότερα, στην περιοχή που βρίσκεται το τέμενος Χαλά Σουλτάν Τεκκέ.

 

Ο αρχαιολογικός χώρος στην ίδια την πόλη της Λάρνακας, που εκατοικείτο τουλάχιστον από την 2η χιλιετία προ Χριστού, δεν έχει διερευνηθεί σε μεγάλη κλίμακα επειδή βρίσκεται κάτω από τη σημερινή πόλη. Για τις μέχρι σήμερα ανασκαφές βλέπε στο λήμμα Κίτιον, όπου δίνονται πληροφορίες και για τους υπάρχοντες αρχαιολογικούς χώρους. Η δεύτερη πόλη, που γνώρισε ακμή γύρω στον 11ο   π.Χ. αιώνα, αποτελεί νεότερη αρχαιολογική ανακάλυψη για την οποία δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή στοιχεία. Φαίνεται όμως ότι αυτή ήταν ανεξάρτητη από την πόλη του Κιτίου κι είχε δικό της λιμάνι στην περιοχή της σημερινής αλυκής. Βλέπε περισσότερα γι’ αυτήν στο λήμμα Χαλά Σουλτάν Τεκκέ αρχαιολογικός χώρος.

 

Πάντως και οι δυο γειτονικές πόλεις ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο, ιδιαίτερα με το εμπόριο του χαλκού. Ο μεγάλος αριθμός από αναθηματικές άγκυρες που έχουν βρεθεί, αποδεικνύει τάματα κι αφιερώματα προς τις θεότητες που λατρεύονταν εκεί, από πολλούς ναυτικούς, και γενικότερα από ανθρώπους θαλασσινών επαγγελμάτων.

 

Μυκηναίου έμποροι στο Κίτιον: Κατά την Ύστερη εποχή του Χαλκού (1650-1050 π.Χ.), πραγματοποιείται ο εξελληνισμός της Κύπρου. Αρχικά γύρω στον 14ο π.Χ. αιώνα εγκαθίστανται στις διάφορες παράλιες πόλεις του νησιού, περιλαμβανομένου και του Κιτίου, Μυκηναίοι έμποροι. Για ν’ ακολουθήσει λίγο αργότερα ο μαζικός αποικισμός της Κύπρου από τους Αχαιούς, που θα σημάνει και τον τελεσίδικο εξελληνισμό του νησιού. Οι Αχαιοί θα διαδραματίσουν, για μερικούς αιώνες, πρωταγωνιστικό - ηγετικό ρόλο και στην πόλη του Κιτίου, όπως και στην πόλη των Γόλγων (Αθηένου).

 

Το επόμενο σημαντικό γεγονός που θα επηρεάσει αποφασιστικά τόσο την ίδια την πόλη του Κιτίου όσο και μεγάλο μέρος της επαρχίας, ανάγεται στους Ιστορικούς χρόνους και ιδιαίτερα στην Κυπρογεωμετρική εποχή (1050-725 π.Χ.). Πρόκειται για την άφιξη κι εγκατάσταση Φοινίκων, κατά τον 9ο π.Χ. αιώνα, στην πόλη του Κιτίου.

 

Εγκατάσταση των Φοινίκων: Οι Φοίνικες, ικανότατοι ναυτικοί και έμποροι, με μητρόπολή τους την Τύρο, υπολογίζεται ότι άρχισαν να αποικίζουν την Κύπρο, επεκτεινόμενοι προς τα δυτικά, στις αρχές του 9ου π.Χ. αιώνα. Εγκαταστάθηκαν σε διάφορες παραθαλάσσιες πόλεις του νησιού και κυρίως στο Κίτιον, όπου πολύ σύντομα κυριάρχησαν και μπόρεσαν ν’ αναλάβουν την εξουσία, αναδεικνύοντας και Φοίνικες βασιλιάδες στην πόλη αυτή. Ιδιαίτερα ισχυροί έγιναν οι Κιτιείς Φοίνικες κατά τον 5ον – 4ον π.Χ. αιώνα, οπότε επεξέτειναν την κυριαρχία τους και προς τα ενδότερα του νησιού, καταλαμβάνοντας μάλιστα και τα βασίλεια του Ιδαλίου και της Ταμασσού. Ακόμη και τη Σαλαμίνα, προπύργιο του Ελληνισμού στην Ανατολή, κατόρθωσαν να επηρεάσουν μέχρι του σημείου ν’ αποκτήσει κι αυτή — για πολύ σύντομο όμως διάστημα — Φοίνικα ηγεμόνα. Αλλά και η Λάπηθος, στη βόρεια ακτή της Κύπρου, περιήλθε υπό την κυριαρχία των Φοινίκων κατά τον 5ον-4ον π.Χ. αιώνα, οπότε θα διατηρούσε ασφαλώς δεσμούς με την πόλη του Κιτίου, όπως και η πόλη Καρπασία στην ομώνυμη χερσόνησο.

 

Οι Φοίνικες έφεραν μαζί τους στο Κίτιον, και στην Κύπρο γενικότερα, τα δικά τους στοιχεία πολιτισμού, που απαντώνται σε μεγάλο βαθμό στα αρχαιολογικά ευρήματα. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνονται οι φοινικικοί ναοί που ανασκάφτηκαν στην ίδια την πόλη του Κιτίου.

 

Πόλη- Βασίλειο: Το Κίτιον αποτελούσε πόλη - βασίλειο στην οποία ανήκε μεγάλο τμήμα της επαρχίας Λάρνακας, κι ως βασίλειο διατηρήθηκε καθ’ όλη την περίοδο υπάρξεως του θεσμού των κυπριακών βασιλείων, μέχρι την κατάργησή του το 312 π.Χ. από τον Πτολεμαίο Α΄ τον Λάγου, ένα των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αντίθετα, η δεύτερη μεγάλη πόλη της επαρχίας, εκείνη κοντά στο τέμενος Χαλά Σουλτάν Τεκκέ, δίπλα στην αλυκή της Λάρνακας, δεν φαίνεται να είχε επιζήσει κατά τους Ιστορικούς χρόνους. Οι λόγοι της παρακμής κι εγκατάλειψής της δεν είναι ακόμη γνωστοί γιατί οι ανασκαφικές έρευνες δεν έχουν συμπληρωθεί. Πιθανώς η πόλη αυτή είχε εγκαταλειφθεί ύστερα από καταστροφή της από τους ισχυρούς σεισμούς του τέλους της Ύστερης εποχής του Χαλκού (που έπληξαν κι άλλες πόλεις της Κύπρου, περιλαμβανομένου και του Κιτίου), ή να είχε δεχθεί καίρια πλήγματα λίγο πιο πριν, κατά τη διάρκεια επιδρομών των λεγομένων Λαών της Θάλασσας (=Φιλισταίων). Μια τρίτη πόλη στην επαρχία της Λάρνακας, η πόλη των Γόλγων (στην περιοχή του σημερινού χωριού Αθηένου), είχε δεχθεί κι αυτή κύματα Αχαιών αποίκων. Αν και δεν αναφέρεται στις πηγές ότι είχε ποτέ υπάρξει αυτόνομο βασίλειο, η πόλη ήταν αρκετά γνωστή κατά την Αρχαιότητα ως κοιτίδα λατρείας της θεάς Αφροδίτης˙ για το λόγο αυτό η Αφροδίτη αναφέρεται στις πηγές και με το επίθετο Γολγία, αλλά κι ως άνασσα των Γόλγων. Οι Γόλγοι ήταν αγροτική - κτηνοτροφική βασικά πόλη, ευρισκόμενη στο εσωτερικό πεδινό τμήμα του νησιού, και δεν φαίνεται να είχε υπάρξει ποτέ μια από τις σημαντικότερες της Κύπρου. Επέζησε όμως για πολλούς αιώνες, μέχρι το τέλος της Αρχαιότητας κι ακόμη υστερώτερα, μέχρι τα Πρωτοβυζαντινά χρόνια.

 

Η κυριαρχία των Φοινίκων στο Κίτιον και, γενικότερα, στο έδαφος της επαρχίας που ανήκε στο βασίλειο του Κιτίου, διατηρήθηκε καθ’ όλα τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία η Κύπρος βρέθηκε υπό την κυριαρχία των Ασσυρίων, των Αιγυπτίων και των Περσών, δηλαδή από τα τέλη του 8ου π.Χ. αιώνα μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 4ου π.Χ. αιώνα. Με τους Πέρσες, μάλιστα, φαίνεται ότι οι Φοίνικες του Κιτίου συνεργάζονταν ιδιαίτερα στενά. Με περσική στρατιωτική βοήθεια, εξάλλου, είχαν κατορθώσει οι Κιτιείς να καταλάβουν το βασίλειο του Ιδαλίου. Τούτο μαρτυρείται επαρκώς κι από τη γνωστή χάλκινη πινακίδα του Ιδαλίου (πρώτο τέταρτο του 5ου π.Χ. αιώνα) της οποίας το κείμενο αρχίζει ως εξής: Όταν οι Μήδοι και οι Κιτιείς πολιορκούσαν την πόλη του Ιδαλίου...

 

Η κυριότερη, εξάλλου, εστία αντίστασης την οποία συνάντησαν οι Αθηναίοι κατά τη διάρκεια της εκστρατείας τους γι’ απελευθέρωση της Κύπρου από τους Πέρσες, με αρχηγό τον Κίμωνα*, ήταν στην πόλη του Κιτίου. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Κιτίου είχε πεθάνει ο Κίμων, τον οποίο αργότερα η πόλη αυτή είχε τιμήσει, ύστερα από σχετικό χρησμό.

 

Τέλος στην περσική κυριαρχία επί της Κύπρου έδωσε ο Μέγας Αλέξανδρος, που κατέλαβε και την ίδια τη Φοινίκη. Τη διάσημη κι άριστα οχυρωμένη Τύρο (που βρισκόταν κτισμένη σ’ ένα μικρό νησί) κατέλαβε ο Αλέξανδρος ύστερα από πολύμηνη πολιορκία και με την αποφασιστική συμμετοχή των Κυπρίων. Λίγο αργότερα, ένας από τους κύριους διαδόχους του, ο Πτολεμαίος Α΄, βασιλιάς της Αιγύπτου, κατήργησε όλα τα κυπριακά βασίλεια κι ενέταξε την Κύπρο στο βασίλειό του. Έτσι, κατά τα Ελληνιστικά χρόνια, όπως και κατά τα χρόνια που ακολούθησαν, η επαρχία της Λάρνακας δεν αποτελούσε πλέον επαρχία ενός τοπικού ανεξάρτητου βασιλείου /κράτους, αλλά ακολούθησε την πορεία της υπόλοιπης Κύπρου, της οποίας πλέον είχε αρχίσει να δημιουργείται το ενιαίο του χαρακτήρα της. Κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια, κι αργότερα, η Κύπρος ήταν διοικητικά διαχωρισμένη σε τέσσερις επαρχίες, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβανόταν επαρχία Κιτίου. Η επαρχία της Λάρνακας ανήκε στις δυο από τις τέσσερις επαρχίες του νησιού, στη Σαλαμινία και στην Αμαθούσια (οι άλλες δυο ήσαν η Παφία και η Λαπηθία).

 

Παύλος και Βαρνάβας διαδίδουν τον χριστιανισμό: Η πόλη του Κιτίου δέχθηκε τη διδασκαλία του Χριστιανισμού από τους αποστόλους Παύλο και Βαρνάβα, κατά τα μέσα του 1ου μ.Χ. αιώνα, κι απετέλεσε μια από τις πρώτες επισκοπικές έδρες του νησιού, με πρώτο χειροτονηθέντα (από τους ίδιους τους αποστόλους) επίσκοπό της τον τετραήμερο φίλο του Χριστού άγιο Λάζαρο*. Θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η επισκοπή του Κιτίου είχε δικαιοδοσία και επί ενός μεγάλου τμήματος της επαρχίας Λάρνακας. Μικρό τμήμα στα νοτιοδυτικά θα πρέπει να ανήκε στη δικαιοδοσία της επισκοπής Αμαθούντος, ενώ στην επαρχία Λάρνακας, και συγκεκριμένα στο βόρειο τμήμα της, είχε λίγο αργότερα δημιουργηθεί ακόμη μια επισκοπική έδρα, εκείνη της Τρεμιθούντος (=Τρεμετουσιά), με διασημότερο από τους διατελέσαντες επισκόπους της τον τοπικό άγιο Σπυρίδωνα* (4ος μ.Χ. αιώνας). Κι ακριβώς στην Τρεμετουσιά είναι που σώζεται το αρχαιότερο δείγμα χριστιανικής αρχιτεκτονικής στην επαρχία Λάρνακας (βλέπε κεφάλαιο Εκκλησιαστική αρχιτεκτονική πιο κάτω). Αν και δεν έχουν επισημανθεί ίχνη, είναι φυσικό να υποθέσουμε ότι λαμπρή βασιλική θα πρέπει να είχε οικοδομηθεί και στην ίδια την πόλη του Κιτίου, έδρα της τοπικής επισκοπής. Άλλες βασιλικές, του 5ου και 6ου μ.Χ. αιώνα, υπήρχαν στο χωριό Κίτι, στη Δεκέλεια, στην περιοχή Καλαβασού και αλλού. Εξάλλου το γνωστό μοναστήρι στο Σταυροβούνι, που εμπίπτει στα διοικητικά όρια της επαρχίας Λάρνακας, είχε ιδρυθεί σύμφωνα προς την εκκλησιαστική παράδοση, από την αγία Ελένη*, μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, κατά τη διάρκεια επίσκεψής της στην Κύπρο. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, επισκοπική έδρα της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου λειτούργησε στα Λεύκαρα.

 

Αραβικές επιδρομές- Τέμενος Ουμ Χαράμ: Κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών (7ος-10ος μ.Χ. αιώνας), την τραγικότερη των Βυζαντινών χρόνων (330-1191 μ.Χ.), μαζί μ’ ολόκληρη την Κύπρο υποφέρει και η επαρχία της Λάρνακας. Ιδιαίτερα πλήττονται όλοι σχεδόν οι παραθαλάσσιοι συνοικισμοί του νησιού, καταστρέφονται ολοκληρωτικά κι εγκαταλείπονται σημαντικές πόλεις (όπως η πρωτεύουσα Κωνσταντία /Σαλαμίς και το Κούριον), ενώ άλλες (όπως η Λάπηθος) πλήττονται καίρια αλλά κατορθώνουν να επιβιώσουν. Πολλοί άλλοι μικρότεροι συνοικισμοί εγκαταλείπονται και οι κάτοικοί τους μετακινούνται στα ενδότερα του νησιού για περισσότερη ασφάλεια, όπου ιδρύουν καινούργια χωριά. Η επαρχία της Λάρνακας πλήττεται περισσότερο (όπως και η επαρχία της Αμμοχώστου), επειδή βρίσκονται πλησιέστερα προς τη Συρία απ’ όπου ξεκίνησαν οι καταστροφικότερες από τις επιδρομές. Επίσης, επειδή το έδαφός τους είναι περισσότερο πεδινό παρά ορεινό, με αποτέλεσμα να μη προσφέρει ιδανικές συνθήκες άμυνας. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι οι Άραβες κτυπούσαν πάντοτε τις παραλιακές περιοχές των δυο επαρχιών της ανατολικής Κύπρου, γιατί έστρεφαν την προσοχή τους, για διάφορους λόγους, και σε άλλες περιοχές. Η Πάφος, για παράδειγμα, αποτέλεσε στόχο της δεύτερης επιδρομής (653/4 μ.Χ.) κυρίως εξαιτίας του πλούτου της σε ξυλεία που ήταν απαραίτητη για ναυπήγηση στόλων, αν και η δεύτερη αυτή επιδρομή έπληξε πάλι την Κωνσταντία, τη Λάπηθο και άλλα μέρη.

 

Άμεση σχέση της επαρχίας Λάρνακας προς τις αραβικές επιδρομές, αποτελεί το γνωστό τέμενος της Ουμ Χαράμ*, γνωστό ως Χαλά Σουλτάν Τεκκέ*, στη δυτική όχθη της αλυκής της Λάρνακας. Η Ουμ Χαράμ, συγγενής ή παραμάνα του προφήτη Μωάμεθ, είχε σκοτωθεί στην Κύπρο αφού έπεσε από το ζώο της, κατά τη διάρκεια μιας από τις πρώτες αραβικές επιδρομές (7ος μ.Χ. αιώνας). Το επεισόδιο του θανάτου της συνέβη, πιθανότατα, κατά το 647, κατά τη διάρκεια της επιδρομής στην Κύπρο του εμίρη της Συρίας Μωαβία*, επί ημερών του Βυζαντινού αυτοκράτορα Κώνσταντος Β΄. Η Ουμ Χαράμ τάφηκε στην όχθη της αλυκής της Λάρνακας, όπου αργότερα οικοδομήθηκε το τέμενός της, ένα από τα ιερότερα των Μωαμεθανών.

 

Φραγκοκρατία: Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας (1192-1489) η επαρχία της Λάρνακας και κυρίως η παραθαλάσσια εύφορη λωρίδα της, ήταν αρκετά σημαντική. Διάφορα φέουδα, βασιλικά και ιδιωτικά, υφίσταντο στην επαρχία, μεταξύ των προϊόντων της οποίας ήταν το άλας από την αλυκή. Μεταξύ των σημαντικοτέρων από τα φέουδα της επαρχίας ήσαν το Κίτι, η Αλαμινός, ο Μαζωτός, τα Πυργά, τα Λεύκαρα, η Αραδίππου, η Πύλα, η Αγρίνου, ο Δελίκηπος, η Αγία Άννα, η Βαβατσινιά, η Βάβλα κ.α.

 

Η Αλαμινός ανήκε στη γνωστή μεσαιωνική οικογένεια των Ιβελίνων (ντ’ Ιμπελέν). Η Αραδίππου ήταν βασιλικό κτήμα. Η Βαβατσινιά ανήκε στην οικογένεια ντε Μοντολίφ, η Βάβλα ήταν βασιλικό κτήμα που παραχωρήθηκε αργότερα σε διάφορους φεουδάρχες, όπως κι ο Κάτω Δρυς. Στο Κίτι είχε κτίσει παλάτι ο βασιλιάς της Κύπρου Πέτρος Α΄ (1359-1369), ολόγυρα δε είχαν επαύλεις και αρκετοί από τους ευγενείς του. Τα Κλαυδιά αποτελούσαν φέουδο Φράγκων ευγενών, όπως και η Κοφίνου. Το Λατούρου κοντά στο Μαζωτό (αργότερα τσιφλίκι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας) ανήκε στην οικογένεια ντε Λατούρ, απ’ όπου και η ονομασία του. Τα Λεύκαρα ήταν έδρα επισκοπής για ένα διάστημα, μετά το 1222, οπότε άρχισαν να μειώνονται από τους Φράγκους οι 14 επισκοπές της Κύπρου ενώ οι έδρες τους εκδιώχθηκαν από τα αστικά κέντρα στην ύπαιθρο. Τα Περβόλια επίσης, κοντά στο Κίτι, αποτελούσαν ιδιοκτησία της οικογένειας των Λουζινιανών, όπως και η Πύλα που αποτελούσε βασιλικό φέουδο. Τα Πυργά ανήκαν σε οικογένεια ευγενών που έκτισαν και το λεγόμενο «βασιλικό παρεκκλήσι» που σώζεται εκεί. Η Χοιροκοιτία αποτελούσε επίσης φέουδο που ανήκε στο τάγμα των Ιωαννιτών ιπποτών.

 

Η ίδια η Λάρνακα, γνωστή κατά την περίοδο αυτή με την ονομασία Αλυκές, δεν ήταν σημαντική πόλη παρά το ότι κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας ανθούσε το εμπόριο Ανατολής - Δύσης με διαμετακομιστικό σταθμό την Κύπρο στην οποία κι είχε συσσωρευθεί πολύς πλούτος. Βασικότερο λιμάνι ήταν η Αμμόχωστος, που είχε καταστεί μια από τις πιο πλούσιες πόλεις τότε. Η Αμμόχωστος καταλήφθηκε όμως από τους Γενουάτες το 1373 και κρατήθηκε απ’ αυτούς για μια περίοδο σχεδόν ενός αιώνα. Άρχισε τότε να φθίνει, κι επειδή ακριβώς είχε απολεσθεί για το βασίλειο της Κύπρου, αντικαταστάθηκε από τη Λάρνακα ως ένα βαθμό. Η Λάρνακα δεν κατόρθωσε όμως ποτέ να φθάσει την αίγλη και τη λαμπρότητα της μεσαιωνικής Αμμοχώστου. Το λιμάνι της, εκτός από το εμπόριο, αποτελούσε τότε και σημαντικό σταθμό για τους Ευρωπαίους προσκυνητές που μετέβαιναν στους Αγίους Τόπους. Αποτελούσε, επίσης, στρατιωτικό ναύσταθμο του κυπριακού μεσαιωνικού βασιλείου, ιδίως για στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία και την Παλαιστίνη.

 

Η επαρχία της Λάρνακας υπέφερε ιδιαίτερα από τους Μαμελούκους της Αιγύπτου, που επανειλημμένα εισέβαλαν στην Κύπρο επί ημερών του βασιλιά Ιανού* (1398-1432). Τρεις φορές ο σουλτάνος της Αιγύπτου Μπαρσμπάι (1421-1438) έστειλε στρατό κατά της Κύπρου. Το 1424 μικρή δύναμη που κτύπησε την περιοχή της Λεμεσού. Το 1425 μεγαλύτερη δύναμη που κτύπησε αρχικά την κατεχόμενη από τους Γενουάτες Αμμόχωστο και στη συνέχεια κινήθηκε προς τα νότια, καίγοντας και λεηλατώντας ολόκληρη την παραθαλάσσια λωρίδα της επαρχίας Λάρνακας, μέχρι τη Λεμεσό. Μεταξύ άλλων λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν χωριά κοντά στη θάλασσα αλλά και προς τα ενδότερα, μεταξύ δε αυτών τα χωριά Κίτι, Δρομολαξιά, Κελλιά, Αραδίππου και Αγρίνου. Η μεγαλύτερη επίθεση των δυνάμεων του Μπαρσμπάι έγινε το 1426 κι άρχισε με αποβίβαση στην περιοχή της Αυδήμου (επαρχία Λεμεσού). Η Επισκοπή αντιστάθηκε με επιτυχία, ενώ η Λεμεσός καταλήφθηκε. Τότε οι επιδρομείς προχώρησαν προς την πρωτεύουσα Λευκωσία, ενώ ο βασιλιάς Ιανός με τις δικές του δυνάμεις έφυγε από την πρωτεύουσα για να τους ανακόψει. Η αποφασιστική αναμέτρηση έγινε την Κυριακή, 7.7.1426, στην περιοχή της Χοιροκοιτίας, στην επαρχία της Λάρνακας. Ο Ιανός όχι μόνο ηττήθηκε, αλλά συνελήφθη αιχμάλωτος κι εστάλη στο Κάιρο από τη Λάρνακα. Η Λάρνακα και η περιοχή της λεηλατήθηκαν ξανά από τους Μαμελούκους, πριν αυτοί βαδίσουν κατά της Λευκωσίας και, τελικά, αναχωρήσουν από το νησί φορτωμένοι λάφυρα και αιχμαλώτους.

 

Το μεγαλύτερο ποσοστό του ντόπιου πληθυσμού της Κύπρου, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, ήσαν δουλοπάροικοι στην υπηρεσία των ξένων φεουδαρχών, αγρότες, γεωργοί και κτηνοτρόφοι, καθώς κι εργάτες. Μεγάλο τμήμα της επαρχίας της Λάρνακας παρήγε κυρίως δημητριακά. Η επαρχία παρήγε επίσης κηπευτικά είδη, αλάτι, βαμβάκι, λάδι κ.α. Το καθεστώς δουλείας για τους Κυπρίους όχι μόνο συνεχίστηκε αλλά κι έγινε ακόμη πιο τυραννικό κατά τη σύντομη περίοδο των 82 χρόνων της κατοχής της Κύπρου από τους Βενετούς (1489-1570/1). Χωρίς σχεδόν κανένα ανθρώπινο δικαίωμα, οι Κύπριοι δουλοπάροικοι ζούσαν για να εργάζονται στα κτήματα που ανήκαν στους ευγενείς, και για να παράγουν διάφορα προϊόντα και να εκτελούν κάθε είδους χειρωνακτική εργασία. Οι Βενετοί δεν έδωσαν, ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία στη Λάρνακα (ούτε στη Λεμεσό και στην Πάφο) σε θέματα άμυνας κατά της αναμενόμενης τουρκικής επίθεσης. Συγκέντρωσαν την προσοχή τους και τις αμυντικές προσπάθειές τους στην Αμμόχωστο και στη Λευκωσία και, κατά δεύτερο λόγο, στην Κερύνεια. Έκτισαν όμως μικρούς πύργους - παρατηρητήρια σε διάφορες παράκτιες περιοχές της Κύπρου, που επανδρώνονταν με ολιγάριθμες φρουρές. Τέσσερις τέτοιοι πύργοι σώζονται σήμερα, και οι τέσσερις στην επαρχία της Λάρνακας: πρόκειται για τους πύργους σε περιοχές των χωριών Πύλα, Ξυλοφάγου, Κίτι και Αλαμινός. Οι μικροί αυτοί πύργοι δεν προσφέρονταν όμως για καμιά σοβαρή άμυνα κι όταν άρχισε η τουρκική επίθεση το 1570, ο κύριος όγκος των δυνάμεων του Λαλά Μουσταφά αποβιβάστηκε ανενόχλητος στη Λάρνακα. Τόσο η Λάρνακα όσο και η Λεμεσός και η Πάφος καταλήφθηκαν από τους Τούρκους εύκολα και χωρίς ουσιαστική αντίσταση. Η πρωτεύουσα Λευκωσία άντεξε μια πολιορκία 40 ημερών και καταλήφθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1570. Μετά την πτώση της, η Κερύνεια παραδόθηκε αμαχητί, ενώ η Αμμόχωστος πολέμησε ηρωικά για 11 μήνες πριν παραδοθεί κι αυτή.

 

Τουρκοκρατία: Κατά την περίοδο της τουρκικής κατοχής της Κύπρου (1570/71-1878), η κακοδιοίκηση, η αυθαιρεσία, η αδιαφορία των αρχών σε όλους τους τομείς, η εκμετάλλευση, η βαριά φορολογία, ήταν χαρακτηριστικά που προσετέθησαν στις θεομηνίες, στις επιδημίες, στις αρρώστιες και στις συχνές επιδρομές των ακρίδων, και συνέβαλαν στον οικονομικό μαρασμό της Κύπρου και στο να περιέλθει σιγά - σιγά ολόκληρο το νησί σε κατάσταση εξαθλιώσεως. Η πόλη και η επαρχία της Λάρνακας δεν διέφυγαν της γενικής αυτής καθιζήσεως που υπέστη ολόκληρη η Κύπρος. Όταν όμως άρχισαν να εγκαθίστανται στη Λάρνακα τα προξενεία των διαφόρων χωρών που ιδρύθηκαν στην Κύπρο, καθώς και διάφοροι εμπορικοί οίκοι, η πόλη απέκτησε ως εκ τούτου μια άλλη ατμόσφαιρα κι έτυχε μιας άλλης μεταχειρίσεως που την έφερε σε σχετικά καλύτερη θέση από τις λοιπές πόλεις του νησιού (βλέπε σχετικά πιο κάτω, στο κεφάλαιο για την ιστορία της πόλης της Λάρνακας). Η επαρχία όμως δεν είχε κανένα πλεονέκτημα σε σχέση προς την υπόλοιπη Κύπρο.

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ανορθώθηκε, ωστόσο, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου, η οποία είχε υποστεί σκληρούς και συνεχείς διωγμούς από τη Λατινική Εκκλησία κατά τις δυο προηγούμενες περιόδους της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας. Η έδρα της αρχιεπισκοπής μεταφέρθηκε στη Λευκωσία. Η Λάρνακα έγινε έδρα του επισκόπου Κιτίου, που είχε στη δικαιοδοσία του και μεγάλο μέρος της επαρχίας Λεμεσού. Η διευθέτηση αυτή ίσχυσε μέχρι το 1973, οπότε ιδρύθηκε χωριστή επισκοπή Λεμεσού.

 

Επίσης, η Λάρνακα ήταν έδρα ομώνυμου κατηλλικιού (=διοικητικής περιφέρειας). Η διοικητική διαίρεση της Κύπρου δεν ήταν πάντοτε σταθερή καθ’ όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Το 1777, σύμφωνα με τον αρχιμανδρίτη Κυπριανό, η Κύπρος ήταν διαιρεμένη σε τέσσερις επαρχίες και δεκαεπτά κατηλλίκια. Οι επαρχίες ήσαν: Λευκωσίας, Πάφου, Κερύνειας και Λάρνακας. Η επαρχία Λάρνακας χωριζόταν σε τέσσερα κατηλλίκια: Λάρνακας, Λεμεσού, Επισκοπής και Κοιλανίου. Συνεπώς η επαρχία της Λάρνακας περιελάμβανε τότε σημαντικό τμήμα της σημερινής επαρχίας Λεμεσού, φθάνοντας μέχρι το Τρόοδος, ενώ άλλα τμήματα της σημερινής επαρχίας Λάρνακας περιλαμβάνονταν στην επαρχία Λευκωσίας (στα κατηλλίκια Μεσαορίας, Κυθρέας και Ορεινής). Το 1841 η Κύπρος παρουσιαζόταν χωρισμένη σε 12 επαρχίες, εκ των οποίων η μια ήταν εκείνη της Λάρνακας. Το 1869 η Κύπρος ήταν διαχωρισμένη σε 16 επαρχίες (κατηλλίκια) εκ των οποίων μια ήταν εκείνη της Λάρνακας, που περιελάμβανε την πόλη της Λάρνακας (διοικητική πρωτεύουσα) και 14 ελληνικά χωριά, 5 τουρκικά χωριά και 26 μεικτά χωριά. Σύνολο 45 χωριά που μαζί με την πόλη είχαν πληθυσμό 21.647 κατοίκους, εκ των οποίων: 18.068 Έλληνες, 2.779 Τούρκοι και 800 άλλων εθνικοτήτων. Οι 800 ξένοι ήσαν εκείνοι που ζούσαν κυρίως στην ίδια την πόλη της Λάρνακας, κι είναι χαρακτηριστικό το ότι ήταν η μόνη κυπριακή πόλη που είχε τότε τόσο μεγάλο αριθμό αλλοδαπών κατοίκων (όλοι οι ξένοι που ζούσαν σ’ ολόκληρη την Κύπρο τότε, σύμφωνα προς απογραφή που έγινε, ήσαν 1.200).

 

Κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας η Κύπρος ήταν διαχωρισμένη σε 6 επαρχίες (όσες και επί Αγγλοκρατίας κι όσες και σήμερα) και σε 17 καζάδες ή κατηλλίκια. Η επαρχία της Λάρνακας αποτελείτο μόνο από ένα κατηλλίκι, εκείνο της Λάρνακας. Μεγάλα τμήματα της σημερινής επαρχίας περιλαμβάνονταν στα κατηλλίκια Ορεινής, Κυθρέας και Μεσαορίας.

 

Κατά το τέλος της Τουρκοκρατίας (1878), όταν την κυριαρχία επί της Κύπρου πήραν οι Βρετανοί, ένας μόνο δρόμος υφίστατο στην Κύπρο κι αυτός ήταν το κύριο έργο υποδομής που έγινε από τους προηγούμενους κυρίαρχους. Ήταν ο δρόμος που ένωνε τη Λάρνακα (λιμάνι και έδρα των προξένων και των εμπορικών οίκων) με τη Λευκωσία (πρωτεύουσα του νησιού).

 

Συχνά, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, διωκόμενοι Έλληνες Κύπριοι κατέφυγαν στη Λάρνακα για να ζητήσουν βοήθεια ή να βρουν καταφύγιο στα εκεί προξενεία των διαφόρων χωρών. Μεταξύ των γεγονότων που επηρέασαν την επαρχία της Λάρνακας ήσαν οι εκτεταμένες σφαγές του Ιουλίου του 1821 και το ένα από τα τρία επαναστατικά κινήματα του 1833, εκείνο του Νικολάου Θησέως* που άρχισε από τη Λάρνακα κι επεκτάθηκε στην επαρχία με επίκεντρο το Σταυροβούνι.

 

Όταν το 1878 τερματίστηκε η τουρκική κυριαρχία με την κατάληψη της Κύπρου από τους Βρετανούς, τα περισσότερα από τα βρετανικά στρατεύματα, καθώς και η διοίκηση των νέων κυριάρχων, αποβιβάστηκαν στη Λάρνακα. Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας διαμορφώθηκε το γεωγραφικό περίγραμμα και η διοικητική δομή της επαρχίας Λάρνακας που ισχύει και σήμερα.

 

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image