Γένουα και Κύπρος

Image

Η Γένουα υπήρξε μια από τις αρχαιότερες πόλεις του κόσμου και μια από τις πιο ισχυρές δυνάμεις του Μεσαίωνα. Η ιστορία κι ιδιαίτερα η επίδοση της Γένουας στη ναυτιλία και το εμπόριο παρουσιάζουν ξεχωριστό ενδιαφέρον, γιατί συνδέονται άμεσα με μια μακρά περίοδο της μεσαιωνικής ιστορίας της Κύπρου, κυρίως κατά τον 13ο και 14ο αιώνα. Ακόμη οι Γενουάτες είχαν υπό την κατοχή τους την Αμμόχωστο για 91 χρόνια.

 

Η Γένουα θεμελιώθηκε από τους Λιγύους το 707 π.Χ. και εξαιτίας της σημαντικής γεωγραφικής της θέσης, διά μέσου των αιώνων κατελήφθη και λεηλατήθηκε από πολλούς και διάφορους κατακτητές όπως τους Ερούλους (476 μ.Χ.), τους Οστρογότθους, τους Έλληνες έξαρχους (553), τους Λομβαρδούς, τον Κάρολο τον Μεγάλο και τους Σαρακηνούς (936). Όμως τον 11ο αιώνα επωφελούμενη από τις ταραχές που συγκλόνισαν την Ιταλία, κατόρθωσε ν' αποκτήσει την ανεξαρτησία της και από το 1099 να εμφανίζεται στην ιστορία ως ανεξάρτητη δημοκρατία με ζωηρή δραστηριότητα.

 

Τοποθετημένη στην ακτή και μεταξύ ξηρών βράχων, η Γένουα επεδίωκε πάντοτε ν' αποκτήσει με τη ναυτιλία και το εμπόριο ό,τι της αρνήθηκε η φύση. Για την προστασία και την επέκταση των δυο αυτών σημαντικών πόρων της οικονομίας της η Γένουα έκαμε πολλούς πολέμους με διάφορους αντίζηλους εχθρούς της. Μετά από κάθε νίκη της κατακρατούσε τις επαρχίες που κατακτούσε, ίδρυε νέες εμπορικές αποικίες, εμπορευόμενη γεωργικά προϊόντα (μαόνα)  και επέκτεινε παντού το εμπόριο της, χάρη στο οποίο εισέρρεε σ' αυτή σημαντικός πλούτος.

 

Μετείχε στις Σταυροφορίες και καρπώθηκε από τα αποτελέσματά τους περισσότερο από κάθε άλλη χώρα. Απέσπασε πολύ σημαντικά προνόμια από τους αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως και τους βασιλιάδες της Αρμενίας. Ακόμη κι αυτοί οι Σαρακηνοί ηγεμόνες αναγκάστηκαν ν' ανοίξουν σ' αυτή τα λιμάνια τους έτσι που μετά τη λήξη του 12ου αιώνα η Γένουα κυριαρχούσε σ' όλες τις αφρικανικές ακτές από το Γιβραλτάρ μέχρι τη Βαγδάτη. Κατέλαβε πολλά νησιά και τη Σμύρνη, και επεξέτεινε τις κτήσεις της μέχρι την Ινδία μέσω της Μαύρης θάλασσας, της Κασπίας και του Περσικού κόλπου.

 

Οι Γενουάτες στην Κύπρο

Η Κύπρος βρισκόμενη στο σταυροδρόμι των τριών ηπείρων του αρχαίου κόσμου ήταν αδύνατο να μη προσελκύσει το ενδιαφέρον της θαλασσοκράτειρας Γένουας και των δραστήριων εμπόρων της. Οι συνθήκες γι' αυτό ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές γιατί οι Λουζινιανοί βασιλιάδες της Κύπρου με προθυμία παραχωρούσαν εμπορικά προνόμια στους ξένους εμπόρους για να τους ενθαρρύνουν να εγκατασταθούν στο νησί. Οι Γενουάτες για ένα αιώνα κατείχαν την πρώτη θέση μεταξύ των προνομιούχων ξένων εμπόρων. Η πρώτη ευκαιρία για απόκτηση εμπορικών προνομίων στην Κύπρο δόθηκε στους Γενουάτες την εποχή του θανάτου του βασιλιά Ούγου Α', όταν το νησί βρισκόταν κάτω από τη διακυβέρνηση του Φιλίππου Ιβελίνου, θείου της χήρας βασίλισσας Αλίκης, ενώ οι Βενετοί πέτυχαν τα πρώτα τους προνόμια στην Κύπρο μετά από ογδόντα ολόκληρα χρόνια.

 

Τον Ιούλιο του 1218 οι Γενουάτες πέτυχαν την έκδοση βασιλικού διατάγματος με το οποίο παραχωρούνταν σ' αυτούς οι πρώτες στα χρόνια της Φραγκοκρατίας διομολογήσεις στην Κύπρο. Με βάση το διάταγμα αυτό — που ήταν και η πρώτη πράξη του βασιλικού επιτρόπου — παραχωρούνταν στους Γενουάτες: α) το προνόμιο της ατελούς εισαγωγής και εξαγωγής εμπορευμάτων, β) δυο εκτάσεις γης, η μια στην Αμμόχωστο και η άλλη στη Λεμεσό, πάνω στις οποίες τους δινόταν το δικαίωμα να ανεγείρουν κτίρια και οικοδομήματα και γ) προστασία για τα ναυάγια και το δικαίωμα να δικάζονται από τον πρόξενο της Γένουας για όλες τις αστικές και ποινικές υποθέσεις, με εξαίρεση μόνο τα εγκλήματα εσχάτης προδοσίας, κλοπής και φόνου.

 

Το 1232 οι Γενουάτες έμποροι, σε αντάλλαγμα για τη βοήθεια που πρόσφεραν στα κυπριακά στρατεύματα, μισθώνοντας τα πλοία τους κατά τη διάρκεια των μαχών που διεξήχθησαν εναντίον των δυνάμεων του αυτοκράτορα της Γερμανίας Φρειδερίκου του Β' και των συμμάχων του, ζήτησαν και πέτυχαν την επέκταση των προνομίων που τους παραχωρήθηκαν το 1218. Οι νέες αυτές παραχωρήσεις επικυρώθηκαν στις 2 Δεκεμβρίου 1233, μετά την ευτυχή για τους Κυπρίους λήξη του πολέμου και την απαλλαγή του νησιού από τη γερμανική κατοχή σε πανηγυρική συνεδρία, στην οποία παρευρέθηκε ως αντιπρόσωπος της Γένουας και ο απεσταλμένος των Γενουατών προξένων στη Συρία. Με τα νέα αυτά προνόμια στους Γενουάτες εμπόρους παραχωρήθηκαν νέα τμήματα γης στο νησί και το δικαίωμα να κτίσουν πάνω σ' αυτά τα προξενεία, τις κατοικίες και τις αποθήκες των εμπορευμάτων τους. Οι νέες εκτάσεις γης που παραχωρήθηκαν βρίσκονταν στη Λευκωσία, στην Αμμόχωστο, στη Λεμεσό και στην Πάφο.

 

Αργότερα, η δύναμη των Γενουατών αυξήθηκε τόσο πολύ ώστε το 1373, επωφελούμενοι μοναδικής ευκαιρίας που τους παρουσιάστηκε, θέλησαν να πραγματοποιήσουν τα σχέδιά τους για κατάληψη της Κύπρου, που είχαν ετοιμάσει πριν από πολλά χρόνια, αλλά ματαιώνονταν από τους κατά καιρούς πάπες, οι οποίοι στη διαμάχη Κύπρου - Γένουας διέβλεπαν κίνδυνο διάλυσης του τελευταίου φραγκικού βασιλείου της Ανατολικής Μεσογείου. Οι Γενουάτες προέβησαν σ' αυτή την ενέργεια με τη δικαιολογία ότι υπακούουν στην πρόσκληση της Ελεονώρας που πραγματικά τους είχε ζητήσει να έλθουν στην Κύπρο και να τιμωρήσουν τους δολοφόνους του συζύγου της Πέτρου Α' με τον οποίο συνδέονταν φιλικά. Προς το σκοπό αυτό ετοίμασαν δύναμη ναυτικού και πεζικού, την οποία έστειλαν εναντίον του νησιού με αρχηγό τον Πέτρο Φρεγόζο.

 

Η κατάληψη της Αμμοχώστου

 Ο στόλος των Γενουατών έφθασε έξω από την Αμμόχωστο στα τέλη Απριλίου του 1373. Σχεδόν συγχρόνως, ο Πέτρος Β', φοβούμενος ότι οι Γενουάτες θα περιλάμβαναν στα σχέδια της εκστρατείας τους και τις εκτός Κύπρου κτήσεις του βασιλείου, ήλθε σε συνεννόηση με τον Μεγάλο Καραμάνο Τακκά, στον οποίο τελικά παρέδωσε την Αττάλεια, αφού μετακόμισε τη φρουρά της στην Κύπρο, όπου στο μεταξύ είχε αρχίσει ο πόλεμος. Παρά τη στενή πολιορκία της πόλης, οι υπερασπιστές της Αμμοχώστου πρόβαλλαν σθεναρή αντίσταση. Τελικά όμως οι Γενουάτες κατέλαβαν με δόλο την πόλη και αιχμαλώτισαν το βασιλιά και την Ελεονώρα, αφού στο μεταξύ είχαν καταλάβει τη Λεμεσό και την Πάφο και είχαν λεηλατήσει άγρια τα παράλια του νησιού. Οι Γενουάτες συνέλαβαν και φόνευσαν όλους τους ευγενείς που πήραν μέρος στη συνωμοσία του Πέτρου Α'. Μετά επιδόθηκαν σε λεηλασίες, κλοπές και αρπαγές των πλούσιων καταστημάτων της Αμμοχώστου, συναποκομίζοντας αμύθητο πλούτο, αφού λέγεται πως από ένα μόνο κατάστημα των Νεστοριανών αδελφών Φραντζή και Νικόλα Λαχά έκλεψαν περιουσία αξίας 2 εκατομμυρίων δουκάτων. Ο Πέτρος Β', αιχμάλωτος πια στα χέρια τους, αναγκάστηκε να δεχθεί τους όρους των Γενουατών και να κλείσει συνθήκη. Μετά την κατάληψη της Αμμοχώστου, η Κύπρος έπαυσε να υφίσταται ως αυτοτελής οντότητα και η κατοχή της Κύπρου από τους Γενουάτες μονιμοποιήθηκε. (Βλέπε και λήμμα Αμμόχωστος).

 

Νέοι φόροι 

Το 1382 πέθανε ο Πέτρος Β' και, επειδή ήταν άτεκνος, το στέμμα, ύστερα από απόφαση της Άνω Βουλής, περιήλθε δικαιωματικά στο θείο του ένδοξο κοντοστάβλη Ιάκωβο που από το 1374 (μετά την παράδοση του φρουρίου της Κερύνειας από το οποίο πρόβαλε σθεναρή αντίσταση κατά των Γενουατών) είχε συλληφθεί στη Ρόδο και εκρατείτο με τη σύζυγό του στις φυλακές της Γένουας κάτω από σκληρούς όρους. Όμως οι Γενουάτες, για να αφήσουν τον Ιάκωβο ελεύθερο να επιστρέψει στην Κύπρο και να αναλάβει καθήκοντα βασιλιά, τον υποχρέωσαν να υπογράψει μ' αυτούς νέα συνθήκη με την οποία όχι μόνο αναγνωρίζονταν οι παλαιοί όροι αλλά προσετίθεντο σ' αυτή και νέοι σκληρότεροι και πολύ πιο επιζήμιοι για το βασίλειο. Μεταξύ των νέων όρων της συμφωνίας αυτής, που υπεγράφη στη Γένουα στις 19 Φεβρουαρίου του 1383, ήταν η κατοχή από τους Γενουάτες της Κερύνειας, και της Αμμοχώστου, η παραχώρηση σ' αυτούς των τελωνειακών δασμών της Αμμοχώστου και η υποχρέωση όλων των πλοίων να διεξάγουν ολόκληρο το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο του νησιού μέσω του λιμανιού της Αμμοχώστου, εκτός εκείνων που προέρχονταν από την Τουρκία στα οποία επιτρεπόταν να προσεγγίζουν στην Κερύνεια. Κατ' εξαίρεση επιτρεπόταν μερικά ντόπια προϊόντα, όπως τα χαρούπια, να εξάγονται από τα λιμάνια της Λάρνακας και της Λεμεσού. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας οι Γενουάτες άφησαν τον Ιάκωβο ελεύθερο, αφού κράτησαν για ασφάλεια ως όμηρο τον γιο του Ιανό (πρόκειται για τον κατοπινό βασιλιά Ιανό), που είχε γεννηθεί στη Γένουα κατά το διάστημα της εκεί φυλάκισης του πατέρα του. Στον Ιανό είχε δοθεί το όνομα αυτό από τη μητέρα του Εχίβη από το θεό Ιανό, που εθεωρείτο ο ιδρυτής της Γένουας.

 

Οι βασιλιάδες της Κύπρου ουδέποτε δέχθηκαν την εγκατάσταση των Γενουατών στην Αμμόχωστο ως οριστική, γι’ αυτό και προσπαθούσαν να ανακτήσουν την πόλη με διάφορους τρόπους. Για το σκοπό αυτό έγιναν συνολικά τέσσερις προσπάθειες στα χρόνια 1379, 1396, 1401 και 1441. Αυτές όμως απέβησαν ανεπιτυχείς. Τελικά την απελευθέρωση της Αμμοχώστου πέτυχε ο Ιάκωβος τον Ιανουάριο του 1464 με τη βοήθεια του σουλτάνου της Αιγύπτου Ινάλ που για το σκοπό αυτό του παραχώρησε τη χρήση 80 πλοίων. Τον Σεπτέμβριο του 1464 παραδόθηκε στον Ιάκωβο και η Κερύνεια. Με την απελευθέρωση των δυο αυτών πόλεων, ο Ιάκωβος έθεσε τέρμα στην κυριαρχία των Γενουατών, οι οποίοι προξένησαν τόσες ζημιές στην Κύπρο και στους οποίους κυρίως οφείλονται οι περισσότερες ανωμαλίες και η παρακμή του νησιού.

 

Την απελευθέρωση της Αμμοχώστου από τους Γενουάτες ακολούθησε η υπογραφή συνθήκης εκ 18 άρθρων με την οποία ρυθμίζονταν οι ελευθερίες και τα δικαιώματα των Γενουατών που θα εξακολουθούσαν να παραμένουν και να εμπορεύονται στην Κύπρο. Ωστόσο η ήττα των Γενουατών και η από μέρους τους απώλεια της Αμμοχώστου αναπόφευκτα συνέβαλε στη βαθμιαία εξασθένιση της εκεί παρουσίας και δράσης των Γενουατών εμπόρων. Το πλήγμα για τους Γενουάτες κατέστη ακόμη οδυνηρότερο με τη μεταβίβαση της Κύπρου στην προαιώνια αντίζηλό τους Βενετία το 1489 από την Αικατερίνη Κορνάρο.

 

Τέλος, θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι κατά την περίοδο αυτή στην Κύπρο εκτός από τους Γενουάτες υπήρχαν επίσης οι Λευκοί και οι Μαύροι Γενουάτες. Αυτοί ήταν προστατευόμενοι Έλληνες και Σύροι, οι οποίοι απέκτησαν τα προνόμια των Γενουατών. Η τάξη των Μαύρων Γενουατών περιλάμβανε απελευθερωθέντες σκλάβους. Αυτός ήταν και ο λόγος που οι άλλοι προστατευόμενοι των Γενουατών ονομάζονταν «Λευκοί».

 

Μαόνες

Με την ονομασία μαόνα (αραβικά: معونة‎ ma‘ūnah = «βοήθεια», معاونة mu‘āwanah = «αμοιβαία βοήθεια») ή Societas comperarum ήταν γνωστές ιταλικές μεσαιωνικές εταιρείες επενδυτών που ιδρύονταν με στόχο τη διαχείριση των ποσοστών (loca ή partes) επί των κερδών που προέρχονταν από τον φόρο γεωργίας, ο οποίος επιβαλλόταν σε εξαρτημένη πόλη-κράτος. Τα ποσοστά αυτά πωλούνταν ιδιωτικά σε εύπορους εμπόρους, ωστόσο η συλλογή τους ήταν ορισμένες φορές δύσκολη, με αποτέλεσμα, τις περισσότερες φορές, οι έμποροι αυτοί να δημιουργούν μεταξύ τους συνασπισμούς.

Οι εταιρείες αυτές ήταν τις περισσότερες φορές προσωρινής διάρκειας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούσαν να είναι εξαιρετικά επιθετικές ως προς τις μεθόδους αποπληρωμής των υπέρ τους χρεών που δημιουργούνταν, με τις ενέργειές τους να φτάνουν έως και παράνομες κατακτήσεις εδαφών. Οι καταβολές της ιδέας για από κοινού επένδυση σε συνδυασμό με από κοινού (ιδιωτική) ενίσχυση ανάγονται στη χρηματοδότηση του εμπορίου στη Μεσοποταμία. Οι γλωσσολογικές καταβολές της αραβικής λέξης Maounach μπορούν να της δώσουν την ελληνική απόδοση βοήθεια ή αμοιβαία βοήθεια. Οι μαόνες ήσαν de facto των πρώτα ιστορικά παραδείγματα πολυμετοχικών εταιρειών (τουλάχιστον στον Δυτικό κόσμο) και χρησιμοποιήθηκαν από τους Γενουάτες  για την επέκταση της κυριαρχίας τους στην περιοχή της Λεβαντίνης κατά τον 14ο αιώνα. Οι μαόνες αποτελούσαν ιδιαίτερα συνήθη πρακτική στη  Δημοκρατία της Γένουας και στα εδάφη της.

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image