Δικαστήρια

Image

Δικαστήρια είναι τα όργανα της πολιτείας που έχουν ως έργο τους την απονομή της δικαιοσύνης με βάση τους υφιστάμενους νόμους. Στο λήμμα που ακολουθεί εξετάζονται τα σύγχρονα δικαστήρια που λειτουργούν στην Κύπρο. Για την απονομή της δικαιοσύνης σε προγενέστερες εποχές, βλέπε λήμμα δίκαιον, καθώς και λήμματα για τις εποχές, όπως Φραγκοκρατία, Τουρκοκρατία κλπ. 

 

Οργάνωση και δικαιοδοσία: Φορείς της δικαστικής εξουσίας είναι: α) τα δικαστήρια γενικής δωσιδικίας στα οποία υπάγονται το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και το Ανώτατο Δικαστήριο με τα δικαστήρια που υπάγονται σ' αυτό, και β) τα δικαστήρια ειδικής δωσιδικίας στα οποία υπάγονται τα ελληνικά κοινοτικά δικαστήρια για την ελληνική κοινότητα, τα τουρκικά κοινοτικά δικαστήρια για την τουρκική κοινότητα και τα εκκλησιαστικά δικαστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου.

 

Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο: Η σύνθεση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου αναφέρεται στο λήμμα δίκαιον.

 

Οι αρμοδιότητες του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου καθορίζονται από το Σύνταγμα στα άρθρα 137 - 151 είναι δε μεταξύ άλλων και οι εξής:

 

1) Αποφασίζει έπειτα από προσφυγή του προέδρου της Δημοκρατίας ή του αντιπροέδρου αν ένας νόμος ή απόφαση της Βουλής ή ο προϋπολογισμός κάνουν δυσμενή διάκριση σε βάρος της μιας ή της άλλης κοινότητας της Κύπρου.

2) Γνωματεύει για τη συνταγματικότητα ή όχι νόμων ή αποφάσεων της Βουλής ή των Κοινοτικών Συνελεύσεων πριν από την έκδοσή τους. Προκειμένου για νόμο ή απόφαση της Βουλής η αίτηση υποβάλλεται από τον πρόεδρο ή τον αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, προκειμένου δε για νόμο ή απόφαση των Κοινοτικών Συνελεύσεων, από τον πρόεδρο για την ελληνική και τον αντιπρόεδρο για την τουρκική κοινότητα.

3) Αποφασίζει γενικά για τη συνταγματικότητα των νόμων, ύστερα από παραπομπή άλλου δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εγέρθηκε ζήτημα αντισυνταγματικότητας.

4) Ακυρώνει, ύστερα από προσφυγή οποιουδήποτε πολίτη, πράξεις της διοικήσεως για αντισυνταγματικότητα, παράβαση νόμου, υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας.

5) Αίρει τις συγκρούσεις αρμοδιότητος μεταξύ των διαφόρων οργάνων ή αρχών της Δημοκρατίας εκτός από τα δικαστήρια. 

6) Επιλύει ενδεχόμενες αντιφάσεις μεταξύ των δυο επισήμων κειμένων του Συντάγματος, του ελληνικού και του τουρκικού.

7) Εκδικάζει εκλογικές ενστάσεις.

 

Μετά την κρίση του 1963 και λόγω της αυτοαπομόνωσης των Τουρκοκυπρίων και της αποχώρησής τους από όλα τα όργανα του κράτους, γεννήθηκε πρόβλημα λειτουργίας τόσο του δικαστηρίου αυτού όσο και των άλλων οργάνων. Εμμονή στο γράμμα του Συντάγματος θα σήμαινε παράλυση του κράτους. Έτσι το 1964 έγινε τροποποίηση του Συντάγματος με τον νόμο 33 του 1964 στον τομέα της δικαιοσύνης που αποσκοπούσε στην άρση των εμποδίων που δημιούργησαν οι χωριστικές διατάξεις του Συντάγματος και οι διακοινοτικές ταραχές.

 

Αποτέλεσμα της τροποποίησης αυτής ήταν να συγχωνευθεί το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο με το Ανώτατο Δικαστήριο (High Court) σε ένα, το Ανώτατο Δικαστήριο (Supreme Court) στο οποίο ανετέθησαν όλες οι εξουσίες που είχαν τα δυο καταργηθέντα δικαστήρια.

 

Πολιτικά δικαστήρια: Τα πολιτικά δικαστήρια διακρίνονται σε δικαστήρια γενικής και ειδικής καθ’ ύλην αρμοδιότητος.

 

Δικαστήρια γενικής καθ' ύλην αρμοδιότητος:

 

1)Πρωτοβάθμια δικαστήρια: Είναι τα 6 επαρχιακά δικαστήρια και σε ορισμένες περιπτώσεις το Ανώτατο Δικαστήριο.

 

Επαρχιακά δικαστήρια: Ο αριθμός των δικαστών σε κάθε επαρχιακό δικαστήριο καθορίζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο. Το επαρχιακό δικαστήριο μπορεί να δικάζει είτε με μονομελή είτε με πολυμελή σύνθεση.

 

Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς επαρχιακού δικαστηρίου περιλαμβάνει όλες τις διαφορές όπου η αξία του επίδικου αντικειμένου δεν ξεπερνά το ποσό των 3.000 λιρών αν δικάζει δικαστής με βαθμό προέδρου ή ανωτάτου επαρχιακού δικαστή ή τις 1.000 λίρες αν δικάζει απλός δικαστής.

 

Ανεξάρτητα από την αξία του επίδικου αντικειμένου το μονομελές είναι αρμόδιο να εκδικάζει διαφορές όπου το αίτημα της αγωγής περιλαμβάνει:

 

- την ανάληψη της κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας ή την καταδίκη για αδικοπραξία που διαπράχθηκε σε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ο τίτλος της ιδιοκτησίας

- την έκδοση αποφάσεων σε περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος δεν καταχωρεί εμπρόθεσμα σημείωμα εμφανίσεως ή οποιοσδήποτε από τους διαδίκους δεν εμφανίζεται κατά τη συζήτηση της αγωγής

- την έκδοση αποφάσεων με συνοπτική διαδικασία

- την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος που δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής.

 

Καθ' ύλην αρμοδιότητα πολυμελούς επαρχιακού δικαστηρίου: Το πολυμελές επαρχιακό δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφασίζει πάνω σε κάθε διαφορά που δεν υπάγεται ρητά σε άλλο δικαστήριο.

 

Σχετικά με την κατά τόπο αρμοδιότητα του επαρχιακού δικαστηρίου, τα δικαστήρια είναι αρμόδια να εκδικάζουν διαφορές όταν:

 

- η βάση της αγωγής έχει προκύψει μερικώς ή ολικώς στην επαρχία όπου εδρεύει το δικαστήριο

- ο εναγόμενος έχει τη διαμονή ή την επαγγελματική του εγκατάσταση στην επαρχία

- σε διαφορές επί ακινήτων, όταν το ακίνητο βρίσκεται στην επαρχία αυτή.

 

Σε περιπτώσεις που η βάση της αγωγής προέκυψε μερικώς ή ολικώς μέσα σε βρετανικές βάσεις ή ο εναγόμενος διαμένει ή ασκεί το επάγγελμά του στις βάσεις, τότε αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Λεμεσού, της Λάρνακας ή της Αμμοχώστου, απαιτείται όμως και στις δυο περιπτώσεις οι δυο διάδικοι να είναι Κύπριοι.

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο ως πρωτοβάθμιο: Ο νόμος 14 του 1960, αναθέτει στο Ανώτατο Δικαστήριο πρωτόδικη διαδικασία:

 

-στις ναυτικές διαφορές

-και στις γαμικές διαφορές που δεν υπάγονται στην δικαιοδοσία των χριστιανικών εκκλησιαστικών δικαστηρίων ή της Τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως.

 

2)Δευτεροβάθμια πολιτικά δικαστήρια: Σύμφωνα με τον νόμο 14 του 1960, όλες οι αποφάσεις των δικαστηρίων που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία υπόκεινται σε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο που σύμφωνα με το άρθρο 155 του Συντάγματος είναι το ανώτατο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στη Δημοκρατία. Άρα οι αποφάσεις τόσο των μονομελών όσο και των πολυμελών επαρχιακών δικαστηρίων αλλά και του Ανωτάτου όπου ασκεί πρωτόδικη δικαιοδοσία, μπορούν να προσβληθούν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Πολιτικά δικαστήρια ειδικής καθ' ύλην δικαιοδοσίας: Εκτός από τα πιο πάνω δικαστήρια στην Κύπρο λειτουργούν και άλλα δικαστήρια ή όργανα με δικαστικές ή οιονεί δικαστικές εξουσίες, με αρμοδιότητα πάνω σε ορισμένες ρητά καθοριζόμενες κατηγορίες υποθέσεων.

 

Στην κατηγορία αυτή υπάγονται τα ελληνικά κοινοτικά δικαστήρια (που έχουν καταργηθεί) και τα τουρκικά κοινοτικά δικαστήρια που δεν είναι γνωστή η τύχη τους μετά τα γεγονότα του 1963.

 

Όργανα με δικαστικές εξουσίες είναι ο διευθυντής Κτηματολογίου και το διαιτητικό δικαστήριο.

 

Διευθυντής Κτηματολογίου: Ο νόμος του 1946 περί ακίνητης ιδιοκτησίας παρέχει στο διευθυντή του Κτηματολογίου πολλές δικαστικές και οιονεί δικαστικές αρμοδιότητες, σύμφωνα με τις οποίες έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να επιλύει σε πρώτο βαθμό συνοριακές διαφορές διανομής ή αναδιανομής ακινήτων που κατέχονται εξ αδιαιρέτου, ή που βαρύνονται με εμπράγματα δικαιώματα, και να προβαίνει σε διόρθωση τοπογραφικών λαθών. Η απόφαση του διευθυντή Κτηματολογίου υπόκειται σε έφεση στο κατά τόπο αρμόδιο επαρχιακό δικαστήριο του οποίου και πάλι η σχετική απόφαση υπόκειται σε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο.

 

Το διαιτητικό δικαστήριο: Ιδρύθηκε με τον περί Αδειών Μετ’ Απολαβών Νόμο του 1967 και ανετέθησαν στη δικαιοδοσία του όλες οι διαφορές που προέκυπταν από την εφαρμογή του νόμου αυτού. Με νεότερους όμως νόμους, όπως ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος του 1967, η δικαιοδοσία του διευρύνθηκε και καλύπτει σήμερα σχεδόν όλο το φάσμα των εργατικών διαφορών.

 

Παράλληλα όμως διατηρείται για τις διαφορές αυτές συντρέχουσα αρμοδιότητα των επαρχιακών δικαστηρίων αλλά ο διάδικος που καταφεύγει στο επαρχιακό δεν μπορεί να προσφύγει ταυτόχρονα στο διαιτητικό, χωρίς να αποκλείεται όμως το αντίθετο ωσότου εκδοθεί η απόφαση του διαιτητικού.

 

Το διαιτητικό δικάζει με τριμελή σύνθεση. Πρόεδρος είναι νομικό πρόσωπο που διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο και τα άλλα δυο μέλη είναι εκπρόσωποι εργατικών συνδικάτων και εργοδοτών. Η απόφασή του μπορεί να προσβληθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο μόνο για λόγο που συνεπάγεται νομικό σημείο.  

 

Ποινικά δικαστήρια: Τα ποινικά δικαστήρια διακρίνονται σε γενικής καθ’ ύλην αρμοδιότητος και σε ειδικής καθ’ ύλην αρμοδιότητος.

 

Δικαστήρια γενικής καθ' ύλην αρμοδιότητος:

 

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ: Είναι τα επαρχιακά δικαστήρια και τα κακουργιοδικεία.

 

Επαρχιακά δικαστήρια: Η καθ' ύλην ποινική αρμοδιότητα των επαρχιακών δικαστηρίων διακρίνεται ως εξής:

 

α) Υποχρεωτική, στην οποία υπάγονται όλα τα ποινικά αδικήματα που επισύρουν φυλάκιση μέχρι 3 χρόνια και πρόστιμο μέχρι 500 λίρες.

β) Δυνητική, κατά την οποία σύμφωνα με το άρθρο 158β της Ποινικής Δικονομίας το επαρχιακό δικαστήριο ύστερα από εντολή του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας, εκδικάζει οποιοδήποτε έγκλημα ανεξάρτητα από το μέγεθος της απειλούμενης ποινής και ανεξάρτητα αν ο κατηγορούμενος έχει παραπεμφθεί σε κακουργιοδικείο.

γ) Επίσης σύμφωνα με το νόμο 14 του 1960, μπορεί έπειτα από συγκατάθεση του γενικού εισαγγελέως να εκδικάζει εγκλήματα που επισύρουν φυλάκιση μέχρι 7 χρόνια.

 

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι το δικαστήριο στις περιπτώσεις που επιλαμβάνεται υποθέσεων πέραν της κανονικής τους αρμοδιότητος, δεν δικαιούται να επιβάλει ανώτερη ποινή από εκείνη που δικαιούται να επιβάλει, δηλαδή μέχρι 3 χρόνια φυλάκιση και πρόστιμο μέχρι 500 λίρες.

 

Ο επαρχιακός δικαστής είναι επίσης αρμόδιος να κάμει προανάκριση για να κρίνει αν ένας που κατηγορείται για έγκλημα (που είναι αρμοδιότητα του κακουργιοδικείου) πρέπει να παραπεμφθεί σ' αυτό.

 

Κακουργιοδικεία: Έχουν τριμελή σύνθεση και προεδρεύονται από δικαστή με βαθμό προέδρου επαρχιακού δικαστηρίου και αποτελούνται από άλλους δυο επαρχιακούς δικαστές. Μπορούν να προεδρεύονται από ανώτερο ή απλό επαρχιακό δικαστή εκτός από τις περιπτώσεις που το έγκλημα επισύρει θανατική ποινή.

 

Τα κακουργιοδικεία είναι αρμόδια να εκδικάζουν όλα τα αδικήματα που δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα των επαρχιακών δικαστηρίων και δικαιούνται να επιβάλλουν οποιαδήποτε ποινή, συμπεριλαμβανομένης και της θανατικής.

 

Η κατά τόπον αρμοδιότητα των κακουργιοδικείων δεν περιορίζεται μόνο στα εγκλήματα που διεπράχθησαν στην επαρχία στην οποία εδρεύουν αλλά εκτείνεται σε εγκλήματα που έγιναν σε άλλες επαρχίες. Επίσης, σύμφωνα με το νόμο 14 του 1960, είναι αρμόδια να εκδικάζουν ορισμένα εγκλήματα που διεπράχθησαν έξω από τα όρια της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως εγκλήματα που διεπράχθησαν σε έδαφος των βρετανικών βάσεων από Κύπριο ή σε σχέση με Κύπριο πολίτη, εγκλήματα που διεπράχθησαν στο εξωτερικό από Κύπριο που διατελούσε στην υπηρεσία της Δημοκρατίας και εγκλήματα που διεπράχθησαν σε κυπριακό πλοίο ή αεροπλάνο. Επίσης, σύμφωνα με το νόμο 3 του 1960 η δικαιοδοσία τους επεκτείνεται και σε εγκλήματα που διεπράχθησαν στο εξωτερικό από Κύπριο, δεδομένου ότι αυτά τιμωρούνται από το κυπριακό δίκαιο σε φυλάκιση πέραν των 2 χρόνων και είναι αξιόποινα στο δίκαιον της χώρας αυτής.

 

Δικαιοδοσία έχουν και για εγκλήματα που έγιναν σε οποιαδήποτε χώρα από οποιοδήποτε πρόσωπο, αν πρόκειται για προδοσία, αδίκημα κατά της ασφάλειας ή της συνταγματικής τάξης της Δημοκρατίας, για εγκλήματα που έχουν σχέση με το νόμισμα της Δημοκρατίας ή αφορούν παράνομη εμπορία επικινδύνου φαρμάκου, ή είναι πειρατεία ή είναι έγκλημα για το οποίο είναι εφαρμοστέο το κυπριακό ποινικό δίκαιον βάσει διεθνών κανόνων.

 

2. ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΠΟΙΝΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ:

Ανώτατο Δικαστήριο: Οι αποφάσεις των επαρχιακών δικαστηρίων και των κακουργιοδικείων υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου που είναι το ανώτατο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στη Δημοκρατία.

 

Δικαστήρια ειδικής καθ' ύλην αρμοδιότητος:

α) Το δικαστήριο του άρθρου 156 του Συντάγματος: Σύμφωνα με το άρθρο 156 του Συντάγματος προβλέπεται η εγκαθίδρυση ειδικού δικαστηρίου που να δικάζει σε πρώτο βαθμό αδικήματα εσχάτης προδοσίας και άλλα σχετικά με την ασφάλεια, το Σύνταγμα και τη συνταγματική τάξη της Δημοκρατίας. Σχετικά με τη σύνθεση προβλέπεται ότι το δικαστήριο προεδρεύεται από τον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου και περιλαμβάνει δικαστές από τις δυο κοινότητες: οι εφέσεις των αποφάσεών του εκδικάζονται από άλλο, επίσης ειδικό δικαστήριο, με πρόεδρο τον πρόεδρο του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.

 

Μετά τα γεγονότα του 1963, το άρθρο αυτό του Συντάγματος θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει πρακτικά ανασταλεί, τα δε αδικήματα αυτά δικάζονται τώρα από κακουργιοδικεία, όπως δέχτηκε το Ανώτατο Δικαστήριο σε διάφορες υποθέσεις.

 

β) Στρατιωτικό δικαστήριο: Ιδρύθηκε το 1964 με τον στρατιωτικό ποινικό κώδικα και δικονομία (νόμος 40/1964). Το στρατιωτικό δικαστήριο ή στρατοδικείο συγκροτείται από τρία μέλη, από τα οποία ο μεν πρόεδρος πρέπει να είναι νομικός στον οποίο απονέμεται ο βαθμός του συνταγματάρχη, τα δε δυο μέλη είναι αξιωματικοί του στρατού με βαθμό λοχαγού και άνω. Ο βαθμός των δυο αυτών αξιωματικών εξαρτάται από τον βαθμό του κατηγορουμένου. Αν όμως ο κατηγορούμενος φέρει βαθμό συνταγματάρχη και άνω, τότε το στρατοδικείο απαρτίζεται από ένα δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ένα πρόεδρο επαρχιακού δικαστηρίου και ένα επαρχιακό δικαστή. Το στρατοδικείο είναι αρμόδιο για όλα τα αδικήματα των στρατιωτικών, μονίμων και εφέδρων, που προβλέπονται από τον στρατιωτικό ποινικό κώδικα και τον ποινικό κώδικα. Οι αποφάσεις του υπόκεινται σε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο.

 

Διοικητικά δικαστήρια: Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν καθιέρωσε ρητά ξεχωριστή ιεραρχία διοικητικών δικαστηρίων που να είναι αρμόδια για διοικητικές διαφορές όπως συμβαίνει π.χ. στη Γαλλία. Όμως με το άρθρο 146 του Συντάγματος ο θεσμός της αιτήσεως ακυρώσεως πράξεων της διοικήσεως για αντισυνταγματικότητα, παράβαση νόμου, κατάχρηση ή υπέρβαση εξουσίας, και η εκδίκαση των αιτήσεων αυτών ανετέθησαν στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο βαθμό. 

 

Με τη συγχώνευση όμως του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου με το Ανώτατο Δικαστήριο, με τον νόμο 33 του 1964, οι προσφυγές αυτές εκδικάζονται τώρα από το Ανώτατο Δικαστήριο.

 

Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 155 του Συντάγματος, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδίδει διατάγματα της φύσεως του certiorari, prohibition mandamous και quo warranto. Με τα διατάγματα αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει όχι μόνο τις πράξεις των κατωτέρων δικαστηρίων αλλά και τις οιονεί δικαστικές πράξεις των διοικητικών οργάνων.

 

Εκκλησιαστικά δικαστήρια: Για τον ρόλο των εκκλησιαστικών δικαστηρίων γίνεται λόγος στο λήμμα δίκαιον. Σύμφωνα προς το Σύνταγμα, στα δικαστήρια αυτά υπάγονται οι γαμικές διαφορές προσώπων που τέλεσαν γάμο σύμφωνα με τους κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, συνεπώς αρνούνται να επιληφθούν διαφορών από γάμους που τελέσθηκαν μόνο κατά τον πολιτικό τύπο, τους οποίους θεωρούν ανυπόστατους. Η δεύτερη περίπτωση ανήκει στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Για τους γάμους που τελέσθηκαν και με τους δυο τύπους συντρέχει αρμοδιότητα των εκκλησιαστικών δικαστηρίων και του Ανωτάτου. Σε περίπτωση που ο θρησκευτικός γάμος ακυρώνεται από τα εκκλησιαστικά δικαστήρια τότε θεωρείται ότι λύεται και ο πολιτικός, το αντίθετο όμως δεν συμβαίνει. Υπάρχει ένα πρωτοβάθμιο επισκοπικό δικαστήριο σε κάθε επισκοπική περιφέρεια και συγκροτείται από τον επίσκοπο ως πρόεδρο και δυο κληρικούς που έχουν συμβουλευτική ψήφο. Οι αποφάσεις του μπορούν να προσβάλλονται με έφεση σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο που συγκροτεί ο ίδιος επίσκοπος με δυο άλλους κληρικούς. Από το 1929 όμως οι αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προσβάλλονται με έφεση ενώπιον της Ιεράς Συνόδου.

 

Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών: ΄Εχει αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάζει όλες τις εργατικές διαφορές που σχετίζονται με τον τερματισμό της απασχόλησης εργοδοτουμένων, όπως την πληρωμή αποζημίωσης λόγω παράνομου τερματισμού (εξαιρουμένων των αξιώσεων που υπερβαίνουν τις απολαβές δύο ετών, οπότε δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο) την πληρωμή αντί προειδοποίησης και την πληρωμή λόγω πλεονασμού καθώς και αξιώσεις που πηγάζουν απο την εργοδότηση όπως για παράδειγμα δεδουλευμένοι μισθοί, ετήσιες άδειες, 13ος μισθός ή φιλοδώρημα. Μεταξύ άλλων κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάζει οποιασδήποτε φύσης αστική διαφορά με βάση τον περί Προστασίας τής Μητρότητας Νόμο, περιπτώσεις άνισης μεταχείρισης και σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας καθώς και διαφορές μεταξύ Ταμείων Προνοίας και μελών τους.

 

Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών απαρτίζεται από τον Πρόεδρο ή Δικαστή, που είναι μέλος της δικαστικής υπηρεσίας τής Δημοκρατίας, και δύο μέλη που δεν είναι νομικοί οι οποίοι διορίζονται κατόπιν συστάσεως των αντιπροσώπων των εργοδοτών και εργοδοτουμένων. Τα μέλη έχουν καθαρά συμβουλευτικό ρόλο.

 

Οικογενειακό Δικαστήριο: Έχει αποκλειστική δικαιοδοσία για την εκδίκαση αιτήσεων διαζυγίου, γονικής μέριμνας, διατροφής και περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων που είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Για πρόσωπα που ανήκουν σε κάποια από τις άλλες θρησκευτικές ομάδες που υπάρχουν στη Κύπρο, δηλαδή των Αρμενίων, Μαρωνιτών και Λατίνων, δικαιοδοσία για τα πιο πάνω θέματα έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο Θρησκευτικών Ομάδων.

 

Λειτουργούν 3 Οικογενειακά Δικαστήρια, ένα για την Λευκωσία και Κερύνεια, ένα για τη Λεμεσό και Πάφο και ένα για την Λάρνακα και Αμμόχωστο. Λειτουργεί επίσης 1 Οικογενειακό Δικαστήριο Θρησκευτικών Ομάδων για ολόκληρη την Κύπρο, με έδρα τη Λευκωσία. Οι υποθέσεις ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου εκδικάζονται από μονομελή σύνθεση, εκτός από τις αιτήσεις διαζυγίου για τις οποίες η σύνθεση είναι τριμελής.  

Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων: ΄Εχει δικαιοδοσία να εκδικάζει υποθέσεις που αφορούν στην ανάκτηση κατοχής ενοικιαζόμενου ακινήτου, στον καθορισμό δικαίου ενοικίου και κάθε άλλο παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό θέμα. Κάθε Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων απαρτίζεται από ένα Πρόεδρο, μέλος τής Δικαστικής Εξουσίας, και δύο μέλη τα οποία προτείνονται από τις οργανώσεις που εκπροσωπούν τους ιδιοκτήτες και τους ενοικιαστές. Ο ρόλος των μελών είναι συμβουλευτικός. Λειτουργούν τρία τμήματα του δικαστηρίου.

 

Στρατιωτικό Δικαστήριο: ΄Εχει δικαιοδοσία να εκδικάζει αδικήματα που διαπράττονται από μέλη των ενόπλων δυνάμεων κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα, Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, τα οποία τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια.

 

Αδικήματα για τα οποία προβλέπεται μεγαλύτερη ποινή εκδικάζονται από το Κακουργιοδικείο, έστω και αν ο κατηγορούμενος είναι στρατιωτικός. Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου είναι δικαστής, μέλος της Δικαστικής Υπηρεσίας τής Δημοκρατίας. Υπάρχουν δύο πάρεδροι που είναι στρατιωτικοί και διορίζονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.

 

 

Γ. ΚΑΡΕΚΛΑΣ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image