Διοκλητιανός

Image

Αυτοκράτορας της Ρώμης (22 Δεκεμβρίου 244 - 3 Δεκεμβρίου 311 μ.Χ.), ο οποίος σχετίστηκε προς την Κύπρο με την απολυταρχική θεοκρατική εσωτερική πολιτική του, που σε μεγάλο βαθμό κατέλυσε τους αρχαίους δημοτικούς θεσμούς των πόλεων και καθιέρωσε την βυζαντινή απολυταρχία. Οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις του στα 293 υπήγαγαν την Κύπρο στη δικαιοδοσία του praefectus praetorio Orientis (πρηφέκτου του πραιτωρίου της Ανατολής) που έδρευε στην Αντιόχεια. Αυτή ήταν η αρχή των διεκδικήσεων του επισκόπου Αντιοχείας για δικαιοδοσία στα εσωτερικά της Κυπριακής Εκκλησίας κατά μίμηση της πολιτικής δικαιοδοσίας του πρηφέκτου. Οι μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού ενίσχυσαν τη σχεδιασμένη οικονομία, χώρισαν τις αρμοδιότητες των στρατιωτικών, για να τους εξασθενίσουν, από εκείνες των πολιτικών αξιωματούχων και αύξησαν τον αριθμό των επαρχιών του πραιτωρίου σε τέσσερις. Η Ανατολή, στην οποία προσαρτήθηκε η Κύπρος χωρίστηκε στις διοικήσεις Αιγύπτου, Ανατολής (Εώας), Πόντου, Ασίας και Θράκης. Ο διοικητής της Κύπρου ήταν τώρα praeses (πρόεδρος) με διάρκεια ενός ή δυο χρόνων, και όχι proconsul (ανθύπατος) όπως ως τότε αλλά κάποτε λεγόταν και consularis (υπατικός) και είχε ευρεία δικαιοδοσία: τήρηση του νόμου και της τάξεως, εκτέλεση των διαταγών του αυτοκράτορα, απονομή δικαιοσύνης, είσπραξη φόρων (annona) που σήμαινε έλεγχο της γεωργίας, ταχυδρομεία, δημόσια έργα, σχολεία, εργοστάσια, συντεχνίες, μονοπωλιακές κυβερνητικές αποθήκες πολεμεφοδίων και όπλων, στρατολογία, διοίκηση, αν και εξαρχής της Ρωμαιοκρατίας η Κύπρος ήταν αποστρατικοποιημένη. Το τελευταίο συνέβαλε στην αποφυγή επηρεασμού του εσωτερικού καθεστώτος της Κύπρου από τις μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού, που τις δέχθηκε και τις συμπλήρωσε ο Μέγας Κωνσταντίνος.

 

Η μη εμπλοκή της Κύπρου σε στρατιωτικά προβλήματα κατά την περίοδο αυτή βοήθησε στη θετική επίδραση των μεταρρυθμίσεων στην κυπριακή οικονομία, που ακμάζει κατά τα τέλη του 3ου και τις αρχές του 4ου αι., όπως μαρτυρείται από αρχαιολογικά τεκμήρια και τις ιστορικές πηγές. Ο Διοκλητιανός στις 24 Φεβρουαρίου 303 ανακοινώνει την απόφασή του για δίωξη των χριστιανών.

Οι αντιχριστιανικοί διωγμοί που ξέσπασαν στην αυτοκρατορία λίγο προ της παραιτήσεως του Διοκλητιανού (305 μ.Χ.), σε μεγάλο βαθμό παρά τη θέλησή του και με πρωτοβουλία του συναυτοκράτορά του Μαξιμιανού, για να συνεχιστούν και μετά την παραίτησή του από τον Μαξιμίνο Δάκα, καίσαρα της Ανατολής και τον θείο του αυτοκράτορα της Ανατολής Γαλέριο, είχαν και στην Κύπρο θύματα εντόπιους μάρτυρες, τον άγιο Λουκιανό τον Συγκλητικό, τον επίσκοπο Κερύνειας Θεόδοτο και εκείνον του Κουρίου Φιλωνίδη, τον αναγνώστη Αθανάσιο, τον διάκονο Δημητριανό ή Δομιτιανό, τον πρεσβύτερο Αριστοκλή, κ.ά. Τουλάχιστον ο Θεόδοτος μαρτύρησε επί κυβερνητείας του Antistius Sabinus (που διάρκεσε μεταξύ 293 και 305 μ.Χ.). Η προσαγωγή ή εκούσια μετάβαση των μαρτύρων στη Σαλαμίνα για να ανακριθούν από τον διοικητή Sabinus, καθώς και η εύρεση εκεί πέντε σημαντικών επιγραφών του Sabinus στο θέατρο και τα λουτρά της πόλης, τιμητικών για τους τέσσερις ηγέτες της τετραρχίας Διοκλητιανό, Μαξιμιανό, Μαξιμιανό Γαλέριο και Κωνστάντιο Χλωρό, όλων του 293 κατά τους εκδότες (Mitford - Nicolaou,  Inscriptions from Salamis, 1974), οδηγεί στο πόρισμα ότι η Σαλαμίς επί Διοκλητιανού ήταν η πρωτεύουσα της Κύπρου.

 

Φυσικά η Κύπρος δεν απουσιάζει από το περί τιμών διάταγμα του Διοκλητιανού, στο οποίο διαβάζουμε:

[τύλη μετά προσκεφαλαίου] Δαμασκηνή

ἢτοι Κυπρία καί αἱ λοιπαί

φώρμης α', αψν'

φώρμης β' ,ασν'

φώρμης γ' (ω').

 

(Der Maximoltarif des Diocletian, Erlaüter von H. Blümmer, Berlin, 1958 (2), σσ. 46, 172).