Ερρίκος Henri της Καμπανίας

Παλατινός κόμης, βασιλιάς της Ιερουσαλήμ χωρίς στέψη. Ανεψιός του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου βασιλιά της Αγγλίας και του βασιλιά της Γαλλίας Φιλίππου Αυγούστου, που έδρασαν κατά την Γ΄ Σταυροφορία. Όταν ο Κορράδος μαρκήσιος του Μομφερράτου, ο οποίος υποστηριζόταν από τον Φίλιππο ως συμβασιλιάς της Ιερουσαλήμ, μαζί με τον Γουΐδο Λουζινιανό, δολοφονήθηκε στην Τύρο από δυο Ασσασσινούς απεσταλμένους του σεΐχη Σινάν (28.4.1912), ο Ερρίκος ήταν στην Τύρο και θεωρήθηκε αμέσως από τον Ριχάρδο, υποστηρικτή του Γουΐδου, ως ο καλύτερος υποψήφιος για τον θρόνο της Ιερουσαλήμ. Αυτό διότι ο Γουίδος δεν είχε συμπάθειες ανάμεσα στους Σταυροφόρους, αν και είχε αναγνωρισθεί κάτοχος του τίτλου χωρίς στέψη όπως κι ο Κορράδος αμέσως μετά την παράδοση της Άκρας στις 13 Ιουλίου 1191. Η Τύρος και ο γαλλικός στρατός ανεγνώρισαν και ανακήρυξαν τον Ερρίκο ως βασιλιά της Ιερουσαλήμ, αλλά αυτός δεν στέφθηκε ποτέ επίσημα, επιθυμώντας να επιστρέψει στη Γαλλία και διότι ο Γουΐδος ήταν ακόμη ζωντανός και είχε εκχωρήσει στον Ριχάρδο όλα τα δικαιώματά του στον πιο πάνω θρόνο. Ο Ερρίκος αμέσως παντρεύτηκε τη χήρα του Κορράδου Ισαβέλλα, κόρη της Μαρίας Κομνηνής. Ο Ριχάρδος του εκχώρησε και όλα του τα δικαιώματα στην Άκρα και στη Συρία, και ο Γουΐδος έμεινε «εκτός νυμφώνος». Γι’ αυτό σ’ αποζημίωση για την απώλεια του θρόνου της Ιερουσαλήμ, ο Ριχάρδος δέχθηκε ν’ αγοράσει ο Γουΐδος από τους Ναΐτες την Κύπρο (Μάιος 1192), καταβάλλοντάς τους τις 40.000 βυζάντια που είχαν πληρώσει στον Ριχάρδο, αναλαμβάνοντας να του χρωστάει τις υπόλοιπες 60.000 και ορκιζόμενος νομιμοφροσύνη φεουδαλική σ’ αυτόν για το φέουδο που του εκχωρούσε διά βίου. Πριν φύγει από την Παλαιστίνη ο Ριχάρδος (9 Οκτωβρίου 1192) εκχώρησε στον Ερρίκο της Καμπανίας όλα τα δικαιώματά του στην Κύπρο, κι αυτός αποκήρυξε την απαίτηση στο υπόλοιπο των 60.000 βυζαντίων (που συνεπάγονταν η εκχώρηση αυτή του Ριχάρδου) μόλις στα 1197, όταν έλαβε σ’ αντάλλαγμα από τον Αμάλριχο, διάδοχο του Γουίδου στην Κύπρο, την κομητεία της Γιάφφας.

 

Λίγο έπειτα ο Ερρίκος της Καμπανίας αναμείχθηκε σε σοβαρή σύγκρουση Γουΐδου και Ριχάρδου, όταν οι Πισάτες, που ο στόλος τους συνέβαλε ουσιωδώς στη μεταφορά των Σταυροφόρων, μετέθεσαν την υποστήριξή τους για το θρόνο της Ιερουσαλήμ στον Γουΐδο, από τον οποίο ανέμεναν να τους παραδώσει την Τύρο και την Άκρα καθώς και μεγάλες εκχωρήσεις στην Κύπρο. Ο Ριχάρδος ήθελε να στερεώσει τον ανεψιό του Ερρίκο στον θρόνο της Ιερουσαλήμ, και είχε μάλιστα υποσχεθεί στους Πισάτες, πριν φύγει για την Αγγλία, να τους εκχωρήσει ο ίδιος την Κύπρο, μια και ο Γουίδος δεν του είχε καταβάλει ολόκληρο το τίμημα της εκχωρήσεώς της σ’ αυτόν. Ο Γουίδος δεν είχε πολύ εμπιστευθεί τους Πισάτες, αλλά ο Ερρίκος προσπάθησε να τον συλλάβει στην Άκρα όπου είχε κληθεί από τον Ριχάρδο για προσωπική εξήγηση κι απ' όπου, ωστόσο , διέφυγε στη Γιάφφα με πισατικό πλοίο και από εκεί στην Κύπρο. Για τιμωρία, πάντως, ο Ερρίκος εκδίωξε τους Πισάτες από τις κτήσεις του, αλλά ειρήνευσε μαζί τους και τους ξαναδέχτηκε τον Ιανουάριο του 1195. Συνέλαβε όμως τον αδελφό του Γουίδου Αμάλριχο, κοντοστάβλη του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, τον κατόπιν βασιλιά της Κύπρου, γιατί είχε διαμαρτυρηθεί για την εκδίωξη της εμπορικότατης κοινότητας των Πισατών, και απείλησε να μη τον ελευθερώσει ωσότου ο Γουίδος του παρέδιδε την Κύπρο. Τον άφησε όμως την άλλη μέρα, μετά από διαμαρτυρία των ευγενών του βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Ο Αμάλριχος παραιτήθηκε από το αξίωμα του κοντοστάβλη του βασιλείου και ήλθε στην Κύπρο, αν και διατήρησε τον τίτλο και την κομητεία της Γιάφφας, κι αργότερα γύρισε στην Παλαιστίνη. Τελικά ο Ερρίκος συγχώρησε τον Γουΐδο, πριν πεθάνει κατά τον Απρίλιο του 1194. Αλλά η συγγνώμη του προς τον Αμάλριχο δόθηκε μόλις στα 1197, παρά το ότι τον είχε ελευθερώσει μόλις τον συνέλαβε (1192). Οι ευγενείς του βασιλείου του επέμεναν στη συμφιλίωσή τους, κι αυτό έγινε όταν ο Ερρίκος επιστρέφοντας από τη Σις, πρωτεύουσα της Μικρής Αρμενίας, όπου είχε πάει για να επιτύχει την απελευθέρωση του Βοημούνδου Γ' της Αντιοχείας, που είχε αιχμαλωτισθεί από τον Λέοντα της Αρμενίας, πέρασε από την Κύπρο. Στο νησί ο Ερρίκος έγινε δεκτός με τιμές από τον (βασιλιά τώρα του νησιού) Αμάλριχο, και συνομολογήθηκε ειρήνη ανάμεσά τους. Ο τελευταίος εγκατέλειψε κάθε δικαίωμα στην κομητεία της Γιάφφας καθώς και το αξίωμα του κοντοστάβλη της Ιερουσαλήμ, και ο Ερρίκος του χάρισε το χρέος των 60.000 βυζαντίων που του όφειλε για την αγορά της Κύπρου. Οι τρεις γιοι του Αμάλριχου (Γουΐδος, Ιωάννης και Ούγος) θα νυμφεύονταν μόλις ενηλικιώνονταν τις τρεις θυγατέρες του Ερρίκου από την Ισαβέλλα (Μαρία, Αλίκη και Φιλίππα ή Φιλιππίνα). Η κομητεία της Γιάφφας θα διδόταν στην κόρη εκείνου που θα παντρευόταν τον μεγαλύτερο γιο του Αμάλριχου. Όταν έφθασε ο χρόνος ενηλικιώσεως μόνο ο Ούγος ζούσε, που πήρε την Αλίκη σύζυγο στα 1208, αλλά ως τότε η Γιάφφα δεν ανήκε πια στους Σταυροφόρους και το ζεύγος δεν είχε άλλο χώρο για να άρχει παρά μόνο στην Κύπρο. Στη Γιάφφα όμως για λίγο άσκησε κάποια κυριαρχία ο Αμάλριχος στα 1197 όταν ο Ερρίκος του την πρόσφερε υπό τον όρο να την υπερασπίσει με δικά του μέσα κατά του αλ - Μαλίκ -αλ - Αντίλ (αδελφού του Σαλαντίν), του άλλως Σαφαντίν, που είχε καταλάβει την πόλη και πολιορκούσε το κάστρο της. Αντί των Γερμανών ιπποτών, που ο Ερρίκος δεν ήθελε να θέσει σε κίνδυνο, ο Αμάλριχος έστειλε κυπριακό εκστρατευτικό σώμα υπό τον ευγενή Ρενώ Μπαρλαί: 40 ιππότες και ομάδα στρατιωτών. Επειδή οι Μουσουλμάνοι πολιορκητές (60.000) υπερείχαν, η άμυνα του Μπαρλαί απεδείχθη ανίσχυρη και ο Κύπριος ευγενής ζήτησε βοήθεια από τον Ερρίκο, που την έστειλε πολύ αργά, όταν η Γιάφφα είχε καταληφθεί μαζί με όλους τους υπερασπιστές της. Καθ’ οδόν προς τη Γιάφφα για να σώσει τον Μπαρλαί, ο Ερρίκος πέθανε στην Άκρα στις 10.9.1197, πέφτοντας από ένα παράθυρο. Έτσι η γυναίκα του Ισαβέλλα βρέθηκε, 26 χρόνων, χήρα για τρίτη φορά. Η Υψηλή Αυλή του βασιλείου της Ιερουσαλήμ πρόσφερε το στέμμα στον Αμάλριχο, δοκιμασμένο ήδη στην Κύπρο, που το δέχθηκε, νυμφεύθηκε την Ισαβέλλα και στέφθηκε βασιλιάς της Ιερουσαλήμ μαζί της τον Οκτώβριο του 1198 με τις ευλογίες του πάπα Ιννοκέντιου Γ΄. Τον Σεπτέμβριο του 1204 ο Αμάλριχος συνήψε συνθήκη ειρήνης με τον αλ - Αντίλ, που του άφησε τη Βηρυτό και τη Σιδώνα, αλλά και αυτή την πολυσυζητημένη - ανάμεσά του και του Ερρίκου της Καμπανίας — Γιάφφα και την Ράμλε.