Χρουστσόφ Νικίτα

Ο Νικίτα Χρουστσόφ και το Κυπριακό

Image

Ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης. Με εμπλοκή στο Κυπριακό μετά την Ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960. Ο Νικίτα Χρουστσόφ γεννήθηκε στις 15 Απριλίου 1894 στην Ουκρανία. Πέθανε στις 11 Σεπτεμβρίου 1971. Καταγόταν από φτωχή αγροτική οικογένεια. Υπήρξε δραστήριος συνδικαλιστής από νεαρή ηλικία και το 1918 εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης. Σπούδασε στην κομματική σχολή και στη συνέχεια, το 1928, σπούδασε στη Βιομηχανική Ακαδημία της Μόσχας.

 

Καριέρα

Το 1934 εκλέγεται μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Σ.Ε. και το 1935 εξελέγη γραμματέας της οργάνωσης του Κ.Κ.Σ.Ε. Μόσχας. Ακολούθως, το 1937 εκλέχθηκε αναπληρωματικό και το 1939 τακτικό μέλους του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Σ.Ε.. Από το 1938 είχε εκλεγεί γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουκρανίας.

 

Την περίοδο της γερμανικής εισβολής ο Χρουτσόφ από τη θέση του υποστρατήγου οργάνωσε τη μεταφορά των βιομηχανιών από την Ουκρανία προς τα Ουράλια και τον ανταρτοπόλεμο που ακολούθησε. Για τη δράση του αυτή εκτιμήθηκε πολύ από τους συμπατριώτες και συναγωνιστές του.

 

Το 1944 επέστρεψε στη θέση του γραμματέα ενώ παράλληλα εκλέχθηκε και πρωθυπουργός της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Ουκρανίας.

 

Από το 1944 έως και το 1949 οπότε γίνεται ένας εκ των γραμματέων της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Σ.Ε. επιδίδεται σε μια συστηματοποιημένη προσπάθεια ανοικοδόμησης της χώρας του από τις πληγές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

 

Μετά το θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν και μετά από μία σειρά αντιπαραθέσεων ο Χρουτσόφ καταφέρνει να επικρατήσει των αντιπάλων και να εξελιχθεί στον απόλυτο ρυθμιστή.

Ο Χρουτσόφ προκάλεσε το ενδιαφέρον του Δυτικού Κόσμου με τις δηλώσεις και τις χειρονομίες που πρόκριναν την ύφεση του Ψυχρού Πολέμου.

 

Το Φεβρουάριο του 1956 κατά τη διάρκεια του 20ου Συνεδρίου του Κ.Κ.Σ.Ε. προχώρησε στην καταγγελία των σφαλμάτων και της προσωπολατρίας του Στάλιν, διακηρύσσοντας την αρχή της ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ κομμουνιστικού και καπιταλιστικού συστήματος.

Η σύγκρουση του Χρουτσόφ με τους κομματικούς του αντιπάλους, η ματαίωση της διάσκεψης κορυφής του Παρισιού το 1960, η όξυνση των σχέσεων με τις Η.Π.Α. στο θέμα της Κούβας και τέλος οι ιδεολογικές διαφωνίες με το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας αποδυνάμωσαν τη θέση του εντός του Κ.Κ.Σ.Ε..

 

Τα ακανθώδη αυτά ζητήματα σε συνδυασμό με τις οικονομικές δυσχέρειες της Σοβιετικής Ένωσης οδήγησαν τον Οκτώβριο του 1964 την ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Σ.Ε. να τον απαλλάξει των καθηκόντων του.

 

Χρουστσόφ - Κυπριακό

Επί ηγεσίας Νικίτα Χρουστσόφ  η ΕΣΣΔ  συνήψε διπλωματικές σχέσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία δύο μέρες μετά την ανακήρυξη της στις 18 Αυγούστου 1960.  Με το ξέσπασμα των διακοινοτικών συγκρούσεων και την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τα όργανα του κράτους, η Τουρκία επιχείρησε να αμφισβητήσει την Κυπριακή Δημοκρατία ως τη νόμιμη κυβέρνηση ολόκληρου του πληθυσμού και ολόκληρης της επικράτειας του νησιού. Το Μάρτιο του 1964 με την ψήφο και της Σοβιετικής Ένωσης ο ΟΗΕ προχώρησε  στην  υιοθέτηση του Ψηφίσματος 186 από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ που θωράκισε την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Στις 4 Μάη 1964 ο Σοβιετικός ηγέτης Νικίτα Χρουστσόφ με συνέντευξή του την «Ιζβέστια» τάσσεται υπέρ της ανεξαρτησίας της Κύπρου και εναντίον οποιασδήποτε ξένης επέμβασης. Ο Χρουστσόφ κατηγορεί «τρίτες δυνάμεις» ότι υποκινούν την άδικη αιματοχυσία «απλών ανθρώπων, που κάλλιστα μπορούν να συμβιώσουν ειρηνικά», επειδή θέλουν να μετατρέψουν την Κύπρο σε «αβύθιστο αεροπλανοφόρο» του ΝΑΤΟ.

 

Το μήνυμα του Χρουστσόφ έλαβε ευρεία δημοσιότητα στον Τύπο των ΗΠΑ (βλ. ενδεικτικά New York Times, φύλλο 8/2/1964). Η αμερικανική πλευρά απάντησε με κατευναστική διάθεση, ενώ η βρετανική σε αρκετά επιθετικότερο τόνο. Στην αμερικανική ηγεσία δημιουργήθηκε τότε -με βάση το μήνυμα του Χρουστσόφ- η υποψία ότι ίσως ο Μακάριος είχε λάβει μυστικά διαβεβαιώσεις ενεργότερης σοβιετικής υπεράσπισης των Ελληνοκυπρίων. Άλλη αξιοσημείωτη απόκριση στο μήνυμα του Σοβιετικού ηγέτη προήλθε από γαλλικής πλευράς: ο De Gaulle απάντησε (τόσο σε αυτό όσο και στην προηγούμενη σχετική παρέμβαση του Χρουστσόφ) ότι οι συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, «υπογεγραμμένες από τις τότε κυρίως ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις, ίσως χρήζουν επανεξέτασης, αφού οι εξελίξεις στο θέμα καθιστούν ενδεχομένως αναγκαία την προσφυγή σε άλλες διαδικασίες». Ο Γάλλος πρόεδρος εξάλλου διακήρυσσε με αυτές τις απαντήσεις του την κατηγορηματική πίστη της Γαλλίας στην αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών, «την οποίαν εφήρμοσε και εκείνη προς επίλυσιν των προβλημάτων της decolonization [αποαποικιοποίησης]».

 

Ο διπλωμάτης Γ. Βαρσάμης (τότε πρεσβευτής της Ελλάδας στο Νέο Δελχί) εμβάθυνε στην προοπτική της γαλλικής προσθήκης στους αναμιγνυόμενους διεθνείς παράγοντες του Κυπριακού, παραθέτοντας τις τρεις παλιές συνθήκες βάσει των οποίων το Παρίσι είχε δικαίωμα λόγου στην Κύπρο (δύο ανάγονταν στο 1916 και μία στο 1920, κατά βάση η γνωστή Sykes-Picot και η αγγλογαλλική σχετική με τις Μεσανατολικές Εντολές), οι οποίες διατηρούσαν βέβαια ελάχιστη δεσμευτική αξία πλέον, όμως μπορούσαν να αξιοποιηθούν ως νομιμοφανές.

 

Η παρέμβαση της Σοβιετικής Ένωσης κρίθηκε τότε σημαντική. Λίγο αργότερα  ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Λ. Τζόνσον προειδοποιεί  την τουρκική κυβέρνηση να εγκαταλείψει το σχέδιο εισβολής. Στην επιστολή του προς τον Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού, ο Τζόνσον επικαλείται τον κίνδυνο της σοβιετικής εμπλοκής. Τελικά, η τουρκική ηγεσία υποχρεώνεται να εγκαταλείψει το σχέδιό της.

 

Στάση στο Κυπριακό

Η  στάση της Σοβιετικής Ένωσης προς την Κύπρο, έως το 1965 υπαγορεύθηκε από τη επιδίωξη της Μόσχας να εμπεδώσει τη θέση της στην Μέση Ανατολή, σε μια εποχή άνθισης του αντιαποικιακού κινήματος και του αραβικού εθνικισμού, που ενισχύθηκαν αποφασιστικά από τους Σοβιετικούς.

Ταυτόχρονα, ενώ η ΕΣΣΔ ήταν κατά της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, γιατί αυτό θα σήμαινε και την συμπερίληψη του νησιού στο ΝΑΤΟ, στήριξε  τον Μακάριο και υποστήριζε τη διατήρηση της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου. 

 

Αυτό συνέβη κυρίως  το 1963-1964, μετά τις Διακοινοτικές Ταραχές  όταν ο Χρουστσόφ επενέβη με δηλώσεις του σε μια προσπάθεια  να ακυρώσει τα σχέδια της Άγκυρας για ένοπλη επέμβαση στο νησί. Οι κινήσεις της Μόσχας οδήγησαν στην επιστολή Τζόνσον προς τη Τουρκία, με την οποία την απέτρεπε από οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια εναντίον της Κύπρου.

 

Στην πορεία  συμφωνίες που έκλεισε η Λευκωσία για στρατιωτικό εξοπλισμό από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, που περιλάμβανε και αντιαεροπορικούς πυραύλους ΣΑΜ, που κατέληξαν στην Αίγυπτο, εκνεύρισε την Ουάσιγκτον, που έβλεπε στον Μακάριο έναν ρασοφόρο Κάστρο.

 

Από το 1965, η πολιτική της Μόσχας, υπό την ηγεσία πλέον του Μπρέζνιεφ, στρέφεται προς την βελτίωση των σχέσεών της με την Άγκυρα, ενώ και από την Τουρκία επιχειρείται άνοιγμα προς τη Σοβιετική Ένωση.

 

 

Πηγή:

  1. Polignosi

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image