Η οδός Γεώργιου Δροσίνη στην εντός των τειχών Λευκωσία είναι αφιερωμένη στον μεγάλο Έλληνα ποιητή. Ο Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε το 1859 στην Πλάκα της Αθήνας, σε οικογένεια μεσολογγίτικης καταγωγής που είχε συνεισφέρει στην Ελληνική Επανάσταση. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε με Ιστορία Τέχνης στη Γερμανία. Στη ζωή του συνδύασε το πνευματικό ήθος με κοινωνική δράση: διεύθυνε το περιοδικό Εστία, υπηρέτησε στο Υπουργείο Παιδείας και ίδρυσε τη Σεβέρειο Εργατική Σχολή και το Γραφείο Σχολικής Υγιεινής.
Ως ποιητής, ανήκε στους προοδευτικούς κύκλους μαζί με τον Κωστή Παλαμά, που επεδίωκαν να ανανεώσουν τον ποιητικό λόγο, αποβάλλοντας τον στόμφο της παλαιότερης Αθηναϊκής Σχολής και καθιερώνοντας τη δημοτική γλώσσα.
Η ποίησή του γοητεύει με την αγάπη για τη φύση και τον έρωτα. Στα πιο γνωστά έργα του που μελοποιήθηκαν περιλαμβάνονται η «Μυγδαλιά», εμπνευσμένη από την εξαδέλφη του Δροσίνα και το ανθισμένο δέντρο — «Ετίναξε την ανθισμένη μυγδαλιά / με τα χεράκια της…» — και το ερωτικό «Να σε προσμένω», με στίχους γεμάτους λαχτάρα: «Το ξέρω πως δε θα ’ρθης κι όμως σε προσμένω».
Το 1918 αγόρασε την έπαυλη «Αμαρυλλίδα» στην Κηφισιά, όπου σήμερα λειτουργεί η Δημοτική Βιβλιοθήκη και το Μουσείο Δροσίνη, στεγάζοντας βιβλία, παρτιτούρες και προσωπικά αντικείμενα.
Η σχέση του με την Κύπρο
Η σχέση του Δροσίνη με την Κύπρο δεν ήταν βιογραφική αλλά ιδεολογική και πολιτισμική καθώς στάθηκε υποστηρικτής των ελληνικών διεκδικήσεων του νησιού και αποτέλεσε πνευματική μορφή που επηρέασε την κυπριακή παιδεία.
Όπως πολλοί λόγιοι της εποχής, υποστήριζε δημόσια το κυπριακό ζήτημα και την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, ιδιαίτερα μέσα από άρθρα και λόγους του. Συνδέθηκε με φιλολογικούς και πατριωτικούς κύκλους στην Αθήνα που προωθούσαν την ελληνική παιδεία και εθνική συνείδηση των Κυπρίων. Τα έργα του διαβάζονταν και διδάσκονταν σε σχολεία της Κύπρου κατά τις αρχές του 20ού αιώνα, επηρεάζοντας τη λογοτεχνική παιδεία και τη γλωσσική καλλιέργεια.
Ονοματοδοσίες δρόμων στη Λευκωσία
Η ονοματοδοσία δρόμων στη Λευκωσία άρχισε στις αρχές του 20ου αιώνα. Πριν το 1900, οι δρόμοι ήταν γνωστοί από χαρακτηριστικά, επαγγέλματα ή οικογένειες της περιοχής. Κατά την οθωμανική και πρώιμη βρετανική περίοδο (μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα), οι δρόμοι δεν είχαν επίσημα ονόματα, αλλά ήταν γνωστοί από τα χαρακτηριστικά τους, τα επαγγέλματα ή τις οικογένειες που κατοικούσαν εκεί (π.χ. «ο δρόμος των σιδεράδων», «του Χασάν πασά», «στου Σεράι» κλπ.)
Με την Αγγλοκρατία (από το 1878) και ιδιαίτερα στις αρχές του 20ού αιώνα, η αποικιακή διοίκηση εισήγαγε πιο οργανωμένες μεθόδους πολεοδομίας και καταγραφής, και σταδιακά άρχισαν να τοποθετούνται επίσημες πινακίδες ονομάτων δρόμων, τόσο εντός όσο και εκτός των τειχών της πόλης.Η πιο συστηματική και καθολική ονοματοδοσία πραγματοποιήθηκε μετά το 1923, όταν ο Δήμος Λευκωσίας καθιέρωσε επίσημο πίνακα ονομάτων δρόμων και πλατειών, διευκολύνοντας την ταχυδρομική και δημοτική οργάνωση.
Η πρώτη φάση ονοματοδοσία των δρόμων (1920–1930) συνδύαζε: αρχαία κυπριακή ιστορία, ελληνική μυθολογία, εμπορική λειτουργία δρόμων και ονόματα τοπωνυμίων της Κύπρου. Παράλληλα, σε ορισμένους δρόμους εντός των τειχών, τα οθωμανικά ονόματα διατηρήθηκαν με μικρές προσαρμογές (π.χ. «Ταμπάχ-χανέ» → δρόμος των βυρσοδεψών).
Από τους πρώτους δρόμους που απέκτησαν ονόματα ήταν: Οδός Λήδρας – από την αρχαία κυπριακή πόλη Λήδρα, Οδός Ονασαγόρου – προς τιμήν του βασιλιά της Σαλαμίνας, Ονασαγόρα, Οδός Ερμού – από τον θεό του εμπορίου Ερμή λόγω των πολλών καταστημάτων, Οδός Στασάνδρου – από τον βασιλιά Στασάνδρο του Κιτίου, Οδός Στασίνου – από τον βασιλιά Στασίνο της Σαλαμίνας.
Πηγή
Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια