Ηγουμενίδου Φρόσω Ριζοπούλου

Image

Καθηγήτρια Λαϊκής Τέχνης. Η Φρόσω Ηγουμενίδου  γεννήθηκε το 1946 στη Λάρισα της Ελλάδας.

 Το 1971 παντρεύτηκε τον κύπριο διανοούμενο Λούη Ηγουμενίδη και δύο χρόνια αργότερα απέκτησε την κόρη τους, Μάγδα. Το 1978 εγκαταστάθηκε στην Κύπρο, μια μετακίνηση που τελικά καθόρισε το μεγαλύτερο μέρος της επιστημονικής και επαγγελματικής της δράσης.

 

Οι σπουδές

Ξεκίνησε τις σπουδές της από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία την περίοδο 1964–1969, συνέχισε στη Χαϊδελβέργη με ειδίκευση στην Προϊστορική και Κλασική Αρχαιολογία και έπειτα στο Λονδίνο, όπου απέκτησε Master στην Αρχαιολογία. Το 1994 ολοκλήρωσε το διδακτορικό της στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με αντικείμενο την αστική ενδυμασία της Κύπρου κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, βασισμένο σε πηγές, απεικονίσεις και σωζόμενα ενδύματα. Παράλληλα, εμπλούτισε την κατάρτισή της με εξειδικευμένες σπουδές συντήρησης μουσείων στο ICCROM στη Ρώμη.

 

Η ακαδημαϊκή της πορεία στηρίχθηκε και σε σημαντικές υποτροφίες, από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών, το DAAD της Γερμανίας και την Αρχαιολογική Εταιρεία Αθηνών, γεγονός που της επέτρεψε να κινηθεί με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικά επιστημονικά περιβάλλοντα.

 

Καριέρα

Επαγγελματικά, ξεκίνησε ως αρχαιολόγος στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, συμμετέχοντας ενεργά στην ανασκαφή του Ναού του Απόλλωνα στις Βάσσες. Μετά την εγκατάστασή της στην Κύπρο, δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση και ακολούθως εντάχθηκε στο Τμήμα Αρχαιοτήτων, όπου υπηρέτησε για πάνω από μια δεκαετία στον κλάδο Νεότερου Πολιτισμού. Εκεί ανέλαβε κρίσιμες αρμοδιότητες, από την αξιολόγηση παραδοσιακών κτισμάτων μέχρι τη δημιουργία και τεκμηρίωση μουσείων λαϊκής τέχνης.

 

Από το 1995 και έπειτα, η πορεία της μετατοπίζεται δυναμικά προς το Πανεπιστήμιο Κύπρου. Ξεκινώντας ως Επίκουρη Καθηγήτρια, εξελίχθηκε σε Αναπληρώτρια και τελικά, από το 2008, σε Καθηγήτρια Λαϊκής Τέχνης και Αρχιτεκτονικής. Στο ίδιο πανεπιστήμιο ανέλαβε σειρά διοικητικών και ακαδημαϊκών ρόλων, φτάνοντας μέχρι τη θέση της Προέδρου του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας και τη διεύθυνση του Κέντρου Διδασκαλίας και Μάθησης.

 

Η ανασκαφική της δραστηριότητα εκτείνεται από τη Θεσσαλία μέχρι την Κύπρο, με συμμετοχές σε σημαντικές έρευνες, όπως στον νεολιθικό οικισμό του Σέσκλου και στον χαλκολιθικό οικισμό Λέμπα-Λάκκους στην Πάφο. Παράλληλα, διηύθυνε ανασκαφές στην Αμαθούντα και στον νερόμυλο του Πύργου Λεμεσού.

 

Ιδιαίτερη είναι και η συμβολή της στη δημιουργία και αναδιαμόρφωση μουσείων στην Κύπρο. Από το Αγροτικό Μουσείο Φικάρδου μέχρι την οικία Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου και τα μουσεία Λευκάρων και Γεροσκήπου, η παρουσία της συνδέθηκε με έργα που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη μουσειακή ταυτότητα του νησιού. Δεν είναι τυχαίο ότι έργα στα οποία συνέβαλε βραβεύτηκαν από την Europa Nostra.

 

Η συμμετοχή της σε διεθνείς οργανισμούς και επιτροπές είναι σχεδόν εξαντλητική. Από την UNESCO και το ICOMOS μέχρι επιστημονικές εταιρείες λαογραφίας, εθνολογίας και πολιτιστικής κληρονομιάς, υπήρξε ενεργό μέλος σε ένα εκτεταμένο δίκτυο φορέων. Παράλληλα, εκπροσώπησε την Κύπρο σε ευρωπαϊκά προγράμματα και συνέβαλε σε πολιτιστικές πολιτικές σε εθνικό επίπεδο.

Στο πανεπιστήμιο, πέρα από τη διδασκαλία και τη διοίκηση, είχε ενεργό ρόλο στην εξέλιξη νέων επιστημόνων, συμμετέχοντας σε επιτροπές διδακτορικών διατριβών και επιβλέποντας ερευνητικά έργα στον τομέα του παραδοσιακού πολιτισμού. Μιλά αγγλικά, γερμανικά και γαλλικά. 

 

 

Πηγές:

  1. Polignosi
  2. Πανεπιστήμιο Κύπρου

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image