Λωζάνης συνθήκη

Image

Σημαντική συνθήκη που υπεγράφη στη Λωζάνη στις 24 Ιουλίου του 1923, ως αποτέλεσμα της διάσκεψης της Λωζάνης που πραγματοποιήθηκε στην ελβετική αυτή πόλη από τον Νοέμβριο του 1922 μέχρι και τον Ιούλιο του επόμενου χρόνου. Κάποια από τα άρθρα της συνθήκης αυτής αφορούν και την Κύπρο, αφού η Τουρκία αναγνώρισε ότι πλέον δεν έχει κανένα έννομο δικαίωμα επί του εδάφους της. Αυτό επέτρεψε στην Αγγλία να την ανακηρύξει το 1925 σε Αποικία του Στέμματος. 

 

Παγκόσμια Σύναξη 

Η διάσκεψη είχε συγκληθεί για να επιλύσει τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί μετά την ελληνική εκστρατεία στη Μικρά Ασία και την καταστροφή για την Ελλάδα που ακολούθησε τη συντριβή του ελληνικού στρατού το 1922. Ουσιαστικά όμως η διάσκεψη ασχολήθηκε με ολόκληρο το Ανατολικό ζήτημα. Η Συνθήκη όρισε τα νέα σύνορα της Τουρκίας με τη Βουλγαρία, το Ιράκ, τη Συρία και βεβαίως την Ελλάδα. Η Τουρκία επίσης παραιτήθηκε (άρθρο 17) παντός δικαιώματός της επί της Αιγύπτου και επί του Σουδάν, παραίτηση η οποία θεωρήθηκε ότι έγινε αναδρομικά από την 5 Νοεμβρίου 1914, και αναγνώρισε (άρθρο 20) την προσάρτηση της Κύπρου από τη Μεγάλη Βρετανία, που ανακηρύχθηκε την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 5 Νοεμβρίου 1914. Σε κάποιο βαθμό η συνθήκη κινήθηκε στις γραμμές της Αγγλογαλλικής Συμφωνίας Σάικς -Πικό που είχε υπογραφεί το 1916 και αφορούσε κυρίως την αφαίρεση εδαφών από την Τουρκία τα οποία ανήκαν στις μεσανατολικές κτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.. 

  Η διάσκεψη προκλήθηκε από δυνάμεις, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και την Ιταλία. Επίσης, εκτός βέβαια από την Ελλάδα και την Τουρκία, προσκλήθηκαν και άλλες χώρες (Ιαπωνία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία, ακόμη δε και οι Ηνωμένες Πολιτείες έστειλαν αντιπρόσωπο τους). Η διάσκεψη της Λωζάνης μπορεί να θεωρηθεί ως συνέχεια εκείνης των Σεβρών (1920) που είχε ασχοληθεί με την επίλυση των προβλημάτων της Ανατολικής Μεσογείου και που είχε ανατραπεί με την ελληνική περιπέτεια στη Μικρά Ασία. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης διαφόρων ειδικών θεμάτων, προσκλήθηκαν και άλλες χώρες (ΕΣΣΔ, Βουλγαρία, Ισπανία, Πορτογαλία, Βέλγιο, Αλβανία, Ολλανδία, Σουηδία, Νορβηγία). Την Ελλάδα εκπροσώπησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος και την Τουρκία του Κεμάλ Ατατούρκ εκπροσώπησε ο Ισμέτ Ινονού.

 

Η συνθήκη που υπογράφτηκε, τελικά, περιελάμβανε 143 άρθρα που, μεταξύ άλλων, καθόριζαν τα προς την Τουρκία σύνορα της Ελλάδας και αναγνώριζαν την ελληνική κυριαρχία επί των νησιών του Αιγαίου εκτός από την Ίμβρο και την Τένεδο που θα παρέμεναν υπό τουρκική κυριαρχία. Επίσης, με το άρθρο 15, η Τουρκία παραιτήθηκε όλων των δικαιωμάτων της στα Δωδεκάνησα, υπέρ της Ιταλίας (από την οποία τα κέρδισε αργότερα η Ελλάδα).

 

Αρθρα για την Κύπρο 

Ιδιαίτερης σημασίας για την Κύπρο ήσαν τα άρθρα 16, 20 και 21 της συνθήκης της Λωζάνης.

 

Το άρθρο 16 έχει ως εξής:

 

Η Τουρκία παραιτείται κάθε δικαιώματος και τίτλου επί εδαφών που βρίσκονται έξω από τα σύνορα που ορίζει η παρούσα συνθήκη καθώς και επί των νησιών, εκτός από εκείνα στα οποία η ηγεμονία της αναγνωρίζεται από την (παρούσα) συνθήκη.

 

Βάσει του άρθρου αυτού, η Τουρκία παραιτήθηκε επίσημα κάθε δικαιώματος επί της Κύπρου που, αν και κατεχόταν από την Αγγλία από το 1878, ωστόσο εθεωρείτο ακόμη τουρκική κτήση που είχε (προσωρινά) εκχωρηθεί στους Άγγλους. Αν και οι Άγγλοι προσάρτησαν την Κύπρο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο (όταν η Τουρκία ετάχθη υπέρ των Γερμανών), ωστόσο η αβεβαιότητα για το μέλλον του νησιού εξακολουθούσε να υπάρχει. Μετά τη Λωζάνη, η Αγγλία προχώρησε, δυο χρόνια αργότερα, να κηρύξει την Κύπρο σε αποικία του Στέμματος (1925), χωρίς καμιά αντίδραση εκτός από τις διαμαρτυρίες των ιδίων των Κυπρίων που ανέμεναν απόδοση του νησιού τους στην Ελλάδα.

 

Το άρθρο 20 της συνθήκης έχει ως εξής:

Η Τουρκία αναγνωρίζει την προσάρτηση της Κύπρου την οποία είχε αναγγείλει η κυβέρνηση της Μεγάλης Βρετανίας στις 5 Νοεμβρίου του 1914.

 

Με το άρθρο όμως αυτό ουσιαστικά αναγνωριζόταν η επί της Κύπρου αγγλική κυριαρχία και από την Ελλάδα που προσυπέγραψε τη συνθήκη. Η Ελλάδα, που είχε μεταβεί τραυματισμένη στη Λωζάνη μετά την τόσο οδυνηρή ήττα της στη Μικρά Ασία, είχε προδοθεί και με το άρθρο 15 (τα Δωδεκάνησα στην κατοχή της Ιταλίας) και με άλλες ρυθμίσεις βάσει των οποίων απώλεσε οριστικά τη Σμύρνη και τις άλλες ελληνικές περιοχές στη Μικρά Ασία και στη Θράκη.

 

Το άρθρο 21 της συνθήκης αφορούσε ιδιαίτερα τους Τούρκους της Κύπρου και έχει ως εξής:

 

Οι Τούρκοι υπήκοοι που ήσαν μόνιμοι κάτοικοι της Κύπρου στις 5 Νοεμβρίου του 1914 θα αποκτήσουν την βρετανική υπηκοότητα, με τους όρους που πρόβλεπα η τοπική νομοθεσία, και θα χάσουν την τουρκική τους υπηκοότητα. Εντούτοις θα έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν την τουρκική υπηκοότητα μέσα σε 2 χρόνια από την έναρξη της ισχύος της παρούσης συνθήκης, υπό την προϋπόθεση ότι θα εγκαταλείψουν την Κύπρο μέσα σε διάστημα 12 μηνών μετά την σχετική δήλωσή τους.

 

Το άρθρο αυτό θα μπορούσε ν’ αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντικό για την ιστορική πορεία της Κύπρου, αφού ουσιαστικά καλούσε τους Τούρκους του νησιού να το εγκαταλείψουν και δέσμευε την Τουρκία να δεχθεί στο δικό της έδαφος κάθε Τουρκοκύπριο που θα έφευγε. Ωστόσο εντός της τακτής προθεσμίας των 2 χρόνων, ένα μικρό μόνο ποσοστό Τούρκων της Κύπρου έφυγε για τη Μικρά Ασία. Οι περισσότεροι επέλεξαν την αγγλική υπηκοότητα και την παραμονή στην Κύπρο. Αλλά και από τις 9.000 περίπου άτομα που επέλεξαν την τουρκική υπηκοότητα, μόνο λιγότερα από 3.000 είχαν φύγει από το νησί μέχρι την 21η του Οκτωβρίου του 1927. Έτσι, το Φόρεϊν Όφις παρατήρησε τότε ότι «υπάρχει στο νησί μια τουρκική παροικία από 5.000-6.000 άτομα που τόσο γι' αυτήν όσο και για την επόμενη γενεά, μπορεί ν' αποτελέσουν πηγή ανησυχίας για τις αρχές».

 

Προβλέποντας όμως τις εξελίξεις, η αγγλική κυβέρνηση δεν προχώρησε στη λήψη μέτρων. Συχνά ανώτατοι Βρετανοί αξιωματούχοι υπέβαλλαν ότι η παρουσία μιας τουρκικής κοινότητας στην Κύπρο θα μπορούσε «ν' αποτελεί πλεονέκτημα από πολιτικής απόψεως».

 

Όταν αργότερα εντάθηκε ο εθνικισμός των Ελλήνων Κυπρίων, μέσω του Ενωτικού Κινήματος, η Μεγάλη Βρετανία εφάρμοσε στην Κύπρο την προσφιλή της πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» και εκμεταλλεύθηκε το «πλεονέκτημα» αυτό. Βλέπε λήμα: Διακοινοτικές Συγκρούσεις

Πέτυχε έτσι την επανένταξη της Τουρκίας στον κύκλο των «άμεσα ενδιαφερομένων μερών» για την Κύπρο, με τα γνωστά καταστροφικά για το νησί αποτελέσματα, που ωστόσο δεν έβλαψαν τα καλώς φρουρούμενα αγγλικά συμφέροντα. Και σήμερα ακόμη, η παρατεινόμενη διαμάχη μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων αποσπά μόνιμα την προσοχή του συνόλου του λαού της Κύπρου από τα «κυρίαρχα» κυπριακά εδάφη των βρετανικών βάσεων που μένουν ανενόχλητα.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image