Μωάμεθ, Μωαμεθανισμός

Image

Ο Μωάμεθ, προφήτης του Αλλάχ (ή Μοχαμέτ στην αραβική) είναι ο ιδρυτής της Ισλαμικής θρησκείας κι εκείνος που έθεσε τις βάσεις για την ίδρυση της Αραβικής αυτοκρατορίας. Γεννήθηκε στη Μέκκα περί το 570 μ.Χ. και πέθανε στη Μεδίνα το 632. Νεαρός έζησε στην έρημο και επηρεάστηκε από διηγήσεις Χριστιανών μοναχών που γνώρισε σε ταξίδια με τα καραβάνια. Ήταν φτωχός και ορφανός, αλλά σοβαρός και στοχαστικός. Σε ηλικία 25 χρόνων νυμφεύθηκε την Χαντίτζα, χήρα πλουσίου εμπόρου. Αργότερα νυμφεύθηκε και άλλες 9 συζύγους. Κατά καιρούς επιζητούσε τη μοναχική ζωή κι αποσυρόταν σε σπήλαιο κοντά στη Μέκκα όπου προσευχόταν και στοχαζόταν. Το 610, μια νύκτα που οι Άραβες αποκαλούν κάντερ (= της θείας εντολής), είδε την οπτασία ενός μεγαλόπρεπου όντος (που ταυτίστηκε αργότερα με τον αρχάγγελο Γαβριήλ) και μια φωνή που του έλεγε ότι ήταν ο αγγελιοφόρος του Θεού. Από τότε άρχισε η δραστηριότητά του ως αποστόλου του Θεού (rasũl Allah) ή του προφήτη (nabĩ). Στη συνέχεια και μέχρι τον θάνατό του, δεχόταν συχνά θεϊκές αποκαλύψεις που αργότερα, γύρω στα 650, συγκεντρώθηκαν από τους οπαδούς της νέας θρησκείας και καταγράφηκαν σε ένα ενιαίο ιερό βιβλίο, το Κοράνι. Σ’ αυτό, πιστεύεται ότι είναι γραμμένα τα πραγματικά λόγια του ίδιου του Θεού που εδόθησαν ως προφορικά αγγέλματα στον Μωάμεθ και μέσω του στους πιστούς. Αρχικά τα κηρύγματα του Μωάμεθ προκάλεσαν πολλές αντιδράσεις, ιδίως η αυστηρή κριτική του κατά των πλουσίων εμπόρων της Μέκκας. Ο αγώνας του κάθε άλλο παρά εύκολος υπήρξε. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει Μέκκα στις 16 Ιουνίου του 622 και να φτάσει στη Μεδίνα στις 24 Σεπτεμβρίου  του ίδιου χρόνου, γνωστή στα αραβικά ως «Εγίρα», δηλαδή «μετανάστευση». Οι μουσουλμάνοι μετράνε τον χρόνο με αφετηρία αυτή τη χρονολογία, όπως οι Χριστιανοί με τη γέννηση του Χριστού. Ο κυνηγημένος Μωάμεθ εγκαταστάθηκε σε μια πόλη της ερήμου, όπου τον υποδέχτηκαν πολύ θερμά. Αυτή η πόλη ονομάστηκε Μεδίνα, που σημαίνει «η Πόλη του Προφήτη». Η «Εγίρα» αντιμετωπίζεται από τους μουσουλμάνους ως το σημείο μεταστροφής, όπου το Ισλάμ, από μία μικρή, τοπική και κυνηγημένη ιδέα έγινε επίσημη θρησκεία και απέκτησε ισχύ και εξουσία. Στη Μεδίνα, το Ισλάμ εξελίχτηκε σε κατευθυντήρια δύναμη της ζωής των πιστών. Διαμόρφωσε την καθημερινότητά τους και τις συνήθειες τους. Η «Εγίρα», εκτός από την αρχή του χρόνου, συμβολίζει και την αρχή του Ισλάμ ως θρησκεία.

 

Οι πρώτοι κι ελάχιστοι οπαδοί του Μωάμεθ πολλαπλασιάστηκαν αργότερα και τελικά ο προφήτης επεκράτησε με επιτυχείς πολεμικές ενέργειες που, μεταξύ άλλων, συνένωσαν την Αραβία κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Έτσι, ο Μωάμεθ δεν ίδρυσε μόνο μια νέα θρησκεία αλλά κι ένα ισχυρό κράτος, ένα είδος ομοσπονδίας των αραβικών φυλών που σε ελάχιστο διάστημα —σε 20 περίπου χρόνια μετά τον θάνατο του προφήτη — μετετράπη σε απέραντη αυτοκρατορία με νίκες κατά του Βυζαντίου και των Περσών κι εξάπλωση από την Περσία μέχρι τη Λιβύη και, αργότερα, μέχρι την Ισπανία.

 

Με την Κύπρο ο Μωάμεθ δεν σχετίστηκε άμεσα, σχετίστηκαν όμως στενοί συνεργάτες του. Ο σημαντικότερος απ’ αυτούς ήταν ο Αβού* Βεκρ (Αβουβάχαρος στις βυζαντινές πηγές). Ήταν πενθερός του Μωάμεθ και, σύμφωνα προς τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο (Περί Θεμάτων), πρώτος αυτός εγκαινίασε τις αραβικές επιδρομές κατά της Κύπρου. Ο Αβού Βεκρ, πρώτος χαλίφης του Ισλάμ (632-634) και διάδοχος του Μωάμεθ, αναφέρεται ότι είχε πλεύσει προς την Κύπρο το 632 κι είχε κτυπήσει την πόλη του Κιτίου. Διάφορες παραδόσεις αναφέρουν ότι ο Αβού Βεκρ είχε κατορθώσει να καταλάβει το Κίτιον ή ότι είχε πεθάνει στην Κύπρο˙ όμως δεν τεκμηριώνονται. Αναφέρεται επίσης — απιθάνως — ότι η κόρη του Αβού Βεκρ πέθανε στην Κύπρο, πέφτοντας από το άλογό της, κι ετάφη κοντά στη Λάρνακα όπου το τέμενος Χαλά Σουλτάν Τεκκέ*. Μ’ αυτό το επεισόδιο και με το τέμενος σχετίζεται όμως μια άλλη στενή συνεργάτιδα του Μωάμεθ, η Ουμ* Χαράμ, το δε επεισόδιο του θανάτου της τοποθετείται λίγο αργότερα, το 649, κατά τη διάρκεια της αραβικής επιδρομής κατά της Κύπρου υπό την αρχηγία του Μωαβία*.

 

Για τους Μωαμεθανούς (τους οπαδούς της θρησκείας που κήρυξε και ίδρυσε ο Μωάμεθ) το τέμενος Χαλά Σουλτάν Τεκκέ είναι από τα πιο σημαντικά. Είναι κτισμένο στη δυτική όχθη της αλυκής της Λάρνακας και θεωρείται το τρίτο σε σπουδαιότητα ιερό μέρος προσκυνήματος για τους Μουσουλμάνους, μετά την Κααβά (Μέκκα) και το Ιερό της Μεδίνας.

 

Με τον όρο Μωαμεθανισμός (από το όνομα του Μωάμεθ) είναι γνωστή στη Δύση η θρησκεία που ίδρυσε ο προφήτης Μωάμεθ τον 7ο αιώνα. Είναι η τελευταία (η νεότερη) από τις μεγάλες θρησκείες, γνωστή και ως Ισλαμισμός* (από την αραβική λέξη ισλάμ που απαντάται πολλές φορές στο Κοράνι και σημαίνει παράδοση, ευσεβής υποταγή στο θέλημα του Θεού). Κατ’ επέκταση, με τον όρο Ισλαμισμός υποδηλώνεται και το σύνολο των λαών ή /και των κρατών που πιστεύουν στην ισλαμική θρησκεία. Οι ίδιοι οι πιστοί του Ισλάμ προτιμούν, ωστόσο, ως πιο σωστή την ονομασία Μουσουλμανισμός και αποκαλούνται Μουσουλμάνοι αντί Μωαμεθανοί.

 

Ο Μωαμεθανισμός ή Μουσουλμανισμός είναι η δεύτερη, από απόψεως αριθμού οπαδών, θρησκεία που υφίσταται στην Κύπρο, αφού οι Τουρκοκύπριοι που αποτελούν το 18% περίπου του κυπριακού πληθυσμού, είναι Μουσουλμάνοι. Παρά το ότι η θρησκεία αυτή ασκείτο στην Κύπρο από πολύ παλιά, ήδη από τα Βυζαντινά χρόνια, οπότε οπαδοί της κατοίκησαν στο νησί, ωστόσο δεν κατόρθωσε να εκτοπίσει ή να πλησιάσει αριθμητικά τον Χριστιανισμό που ασκείται από τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων κατοίκων του νησιού και από άλλες μειονότητες (Αρμένιοι, Μαρωνίτες, Λατίνοι, Ευρωπαίοι).

 

Η πρώτη αναφορά στις πηγές για εγκατάσταση ικανού αριθμού Μουσουλμάνων στην Κύπρο απαντάται κατά το 653 μ.Χ., όταν μετά τη δεύτερη αραβική επιδρομή του Μωαβία παρέμειναν στην Πάφο 12.000 Άραβες στρατιώτες στους οποίους προστέθηκαν και Σύροι έποικοι, προφανώς πρόσφατα εξισλαμισμένοι, που ίσως είχαν χρησιμοποιηθεί για ναυπήγηση καραβιών του αραβικού στόλου. Για όλους αυτούς είναι πιθανόν να κτίστηκε και τέμενος για την άσκηση της θρησκείας τους.

 

Μουσουλμάνοι ζούσαν και αργότερα στην Κύπρο, αλλά σε μικρούς αριθμούς. Η δε Κύπρος διατηρούσε πυκνές εμπορικές και άλλες ποικίλες σχέσεις με τις γύρω απ’ αυτήν Μουσουλμανικές χώρες. Το 1570-71 κατακτήθηκε από τους Τούρκους και για πρώτη φορά κυβερνήθηκε από Μωαμεθανούς. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Κύπρου αυξήθηκε σημαντικά, αφ’ ενός λόγω εγκατάστασης στο νησί Τούρκων, κι αφ’ ετέρου επειδή παρατηρήθηκε σε αρκετά μεγάλο βαθμό το φαινόμενο του εξισλαμισμού Ελλήνων, προκειμένου ν’ αποφευχθούν οι διώξεις και οι βαριές φορολογίες. Πολλοί Χριστιανοί του νησιού έγιναν τότε Κρυπτοχριστιανοί (βλέπε λήμμα Λινοβάμβακοι ή Λινοπάμπατζ΄οι), δηλαδή φανερά Μουσουλμάνοι και κρυφά Χριστιανοί. Εξαιτίας των συνθηκών, λίγοι απ’ αυτούς επέστρεψαν αργότερα στη χριστιανική θρησκεία. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας οι Μουσουλμάνοι αυξήθηκαν στην Κύπρο (το ποσοστό τους ανήλθε γύρω στο 25%), εξαιτίας και της φυγής από το νησί πολλών Χριστιανών. Ωστόσο και τότε και αργότερα, μέχρι και σήμερα, δεν υπήρξε στην Κύπρο διαμάχη ή πόλεμος ή αντιπαράθεση Χριστιανών και Μουσουλμάνων για θρησκευτικούς λόγους. Η αντιπαράθεση Ελλήνων και Τούρκων στο νησί είναι πολιτικοστρατιωτική και όχι θρησκευτική. Αντίθετα, οι Χριστιανοί/Έλληνες της Κύπρου διατηρούν ιδιαίτερα στενές και φιλικές σχέσεις με τους Άραβες Μουσουλμάνους των γειτονικών χωρών και, γενικότερα, του Αραβικού κόσμου.

 

Οι Μουσουλμάνοι της Κύπρου — βασικά οι Τούρκοι του νησιού — κατέχουν πολλά τεμένη, κατά κανόνα πρώην χριστιανικούς ναούς που μετά την κατάκτηση της Κύπρου το 1570-71 μετετράπησαν σε τζαμιά. Μεταξύ των πλέον αξιόλόγων είναι οι γοτθικοί λατινικοί καθεδρικοί ναοί της Αγίας Σοφίας στη Λευκωσία και του Αγίου Νικολάου στην Αμμόχωστο.