Ολβιανός επίσκοπος

Image

Επίσκοπος που έφερε τον τίτλο του Αμαθούντος-Λευκάρων κατά τις πρώτες δυο δεκαετίες του 14ου αιώνα (περίοδος Φραγκοκρατίας), διάδοχος του επισκόπου Ματθαίου ή Ματθία. Ήταν ένας από τους Κυπρίους Ορθοδόξους ιεράρχες που είχαν υποστεί κυρώσεις, δρώντας μέσα στα ιδιαίτερα ασφυκτικά πλαίσια που είχαν καθορίσει στην Κύπρο οι Λατίνοι.

 

Ο Ολβιανός εξελέγη επίσκοπος με βάση τις διατάξεις της Βούλλας (Bulla Cypria) του πάπα Αλεξάνδρου Δ' (1260). Σώζεται το κείμενο του υπομνήματος για την εκλογή του, που φέρει ημερομηνία 22 Ιανουαρίου 1301 (Σπ. Λάμπρου, Νέος Ἑλληνομνήμων, 1921, σ. 159). Στο υπόμνημα αυτό αναφέρεται ότι οι κληρικοί αλλά και διάφοροι λαϊκοί της Ορθόδοξης επισκοπικής περιφέρειας Αμαθούντος συνάχθηκαν στην πόλη της Νεμεσού (=Λεμεσού) όπου κι ανακοίνωσαν στον Λατίνο επίσκοπο κύρ Μπαράρτ κατά τήν ἡμετέραν συνήθειαν καί κατά τήν περίληψιν τοῦ  ὀρδινιασμοῦ τοῦ ἁγιωτάτου πάπα Ἀλεξάνδρου, τον θάνατο του Ματθαίου και την εκλογή του Ολβιανού. Η σύναξη για την εκλογή του Ολβιανού έγινε με την άδεια του Λατίνου επισκόπου Λεμεσού.

 

Στο ίδιο κείμενο του υπομνήματος δίνονται και διάφορες πληροφορίες για τον νεοεκλεγέντα επίσκοπο Ολβιανό:

 

...Ἡμεῖς δέ oἱ προρρηθέντες κληρικοί τῆς Ἐπισκοπῆς Ἀμαθουσίας μετά πολυημέρου βουλῆς καί σκέψεως μετά ἀξιοπίστων καί λογίμων ἀνδρῶν τῆς ἡμετέρας ἐνορίας, ἡγουμένων τε καί λαϊκῶν καί μετά παρακλήσεως τῆς χάριτος τοῦ  Ἁγίου Πνεύματος, μετά ψαλμωδίας καί δεήσεως ὁλονύκτου... εὕρομεν ἄνδρα ἀρέσκοντα τοῖς πᾶσι σύν θεῷ, τόν ὁσιότατον καθηγούμενον τῆς σεβασμίας μονῆς τοῦ  Ἀσωμάτου Λευκάρων κύρ Ἱερομόναχον Ὀλβιανόν γένους καί κλήσεως ὀνομαστοῦ, ἄνδρα ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας τῆς μοναχικῆς τάξεως ἀναθρεμμένον, εὐλαβήν, σώφρονα, εὔτακτον, διοικοῦντα τήν ἰδίαν μονήν εὐπρεπέστατα, γρήγορον, τῶν γραμμάτων ἔμπειρον, πρᾶον, δυνάμενον θεραπεῦσαι καί διοικῆσαι τά τῆς Ἐπισκοπῆς...

 

Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο Ολβιανός είχε από νεαρή ηλικία γίνει μοναχός και πριν από την άνοδό του στον επισκοπικό θρόνο ήταν ηγούμενος στο μοναστήρι των Ασωμάτων στα Λεύκαρα (πιθανώς επρόκειτο για μοναστήρι που υφίστατο στα Κάτω Λεύκαρα, όπου διασώζεται μέχρι σήμερα η εκκλησία του Αρχαγγέλου). Φαίνεται ότι ήταν, επίσης, μορφωμένος (τῶν γραμμάτων ἔμπειρος).

 

Ο Ολβιανός μαρτυρείται και από έμμετρη επιγραφή στο κάτω μέρος του γνωστού μεγάλου χρυσού σταυρού των Λευκάρων, που αναφέρει:

 

Ω ΣΤΑΒΡΕ ΜΟΥ ΣΩΣΟΝ ΜΕ

ΑΜΑΡΤΩΛΟΝ ΠΟΙΜΕΝΑ ΤΟΝ

ΤΛΗΠΑΘΗΝ ΟΛΒΙΑΝΟΝ

ΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΛΕΥΚΑΡΩΝ

 

Μια άλλη πληροφορία την οποία γνωρίζουμε για τον επίσκοπο Ολβιανό, είναι ότι κατά το 1318 προκάλεσε «ταραχές» παραβαίνοντας διατάξεις της Bulla Cypria. Επρόκειτο για χειροτονίες που είχε κάμει, Ορθοδόξων κληρικών, χωρίς την έγκριση των Λατίνων. Για τον λόγο αυτό διώχθηκε και φυλακίστηκε από τους Λατίνους. Η φυλάκισή του φαίνεται ότι είχε προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις εκ μέρους του ποιμνίου του, τελικά δε απελευθερώθηκε με επέμβαση του πάπα Ιωάννη KB' διά του ληγάτου του. Την ίδια τύχη είχε και ο (αρχι)επίσκοπος Σολίας Λέων ή Λεόντιος, που επίσης είχε φυλακιστεί και αργότερα απελευθερωθεί.

 

Σύμφωνα προς αναφορά του χρονικογράφου Λεοντίου Μαχαιρά ακριβώς το έτος 1318 είχε κλαπεί από Λατίνο ιερωμένο ο περίφημος Σταυρός της Τόχνης. Δεδομένου του ότι η κλοπή του σημαντικού αυτού κειμηλίου είχε σημειωθεί στην εκκλησιαστική περιφέρεια του Ολβιανού, μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι «ταραχές» που είχε προκαλέσει κατά το έτος αυτό σχετίζονταν και με έντονες διαμαρτυρίες του για την κλοπή.

 

Το 1320-1321 αναφέρεται ως επίσκοπος Αμαθούντος ο Γερμανός, διάδοχος του Ολβιανού. Φαίνεται ότι ο Γερμανός είχε εκλεγεί προς αντικατάσταση του φυλακισμένου τότε Ολβιανού. Δεν είναι όμως γνωστό τι συνέβη όταν ο Ολβιανός αποφυλακίστηκε, εάν δηλαδή επανήλθε στον θρόνο του ή απεσύρθη στο μοναστήρι του μέχρι τον θάνατό του που δεν ξέρουμε πότε συνέβη.

 

Πηγή

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια