Σώζος Χριστόδουλος

Image

Νομικός, δήμαρχος Λεμεσού (1908-1912), ήρωας των Βαλκανικών πολέμων. Γεννήθηκε στη Λεμεσό τον Μάρτιο του 1872 και έπεσε στην Ήπειρο (Μπιζάνι), ηρωικά μαχόμενος στις τάξεις του ελληνικού στρατού, στις 6 Δεκεμβρίου του 1912. Ο πατέρας του, Σώζων Λοΐζου, είχε υπηρετήσει ως εθελοντής στον πόλεμο του 1866 στην Κρήτη. Ο παππούς του, Αντώνιος Ιακώβου Λοΐζου, είχε υπηρετήσει επίσης ως εθελοντής στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης, και πολέμησε υπό τον Φαβιέρο στην Αθήνα όπου και είχε πληγωθεί. Μητέρα του ήταν η Μαρία Χριστοδούλου Χατζηπαύλου από τη Λεμεσό.

 

Ο Χριστόδουλος Σώζος υπήρξε μαθητής του μεγάλου δασκάλου Ανδρέα Θεμιστοκλέους ο οποίος τόνιζε πως λόγω του ξεχωριστού χαρακτήρα του δέν κατόρθωνε νά τόν δαμάση και νά τόν καθοδηγήσῃ πρός καλυτέραν ἐπίδοσιν εἰς τά γράμματα. Υπήρξε συμμαθητής στο Σχολαρχείο και συμφοιτητής στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, όπου σπούδασε νομικά, με τους Σίμο Μενάρδο και Νικόλαο Κλ. Λανίτη. Μετά την αποφοίτησή του από το Σχολαρχείο, το 1885, ο Θεμιστοκλέους με τους Κακαθύμη και Χατζηπαύλου ζήτησαν από τον πατέρα του να τον στείλει στη Βηρυτό για ξένες γλώσσες ώστε να προετοιμαστεί για το εμπόριο. Έμεινε όμως αμετάπειστος. Μετά την αποφοίτησή του ενεγράφη στη Νομική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την απόκτηση του πτυχίου της νομικής άρχισε να ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα στην Κερύνεια (1892) και πιο ύστερα στο Κτήμα (1894). Το 1898 εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό και άρχισε ν' αναμειγνύεται ζωηρά στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα του τόπου. Τον ίδιο χρόνο νυμφεύθηκε την Ερμιόνη Ζαχαριάδου από τη Λευκωσία. Από τον γάμο του αυτό απέκτησε γιο, τον Ζήνωνα. Εξελέγη βουλευτής Λεμεσού-Πάφου σε δυο περιόδους, το 1901-1906 και το 1906-1911.

 

Υπήρξε μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου (1911). Το 1912 ανέπτυξε το πολιτικό του πιστεύω για την Κύπρο στο Εμπορικό Επιμελητήριο του Λονδίνου. Στο Λονδίνο πήγε, με δικά του έξοδα το 1906, παρέμεινε δε εκεί για 7 μήνες κι εργάστηκε κοντά στους αγγλικούς πολιτικούς κύκλους προς προώθηση των κυπριακών δικαίων. Για τον ίδιο σκοπό είχε παραμείνει στο Λονδίνο για 3 μήνες, το 1912. Υπηρέτησε, επίσης, ως έφορος των ελληνικών εκπαιδευτηρίων Λεμεσού. Όταν τον Νοέμβριο του 1914   θ' αποχωρούσε από την Κύπρο ο   Άγγλος αρμοστής Γκούλντ Άνταμς, τον δεξιώθηκε ο δήμαρχος Σ. Αραούζος και τον προσφώνησε μαζί με τον βουλευτή Ι. Κυριακίδη. Απαντώντας ο αρμοστής είπε μεταξύ άλλων: ... Θα επιθυμούσα πολύ όπως μεταξύ των προσελθόντων να κατελέγετο και το πρόσωπο εκείνο το οποίο γνώρισα από τις πρώτες ημέρες της αφίξεώς μου στην Κύπρο και το οποίο πολύ εξετίμησα για τον ευθύ και τίμιο χαρακτήρα του, την αφοσίωση και την αγάπη του προς την Κύπρο και γενικά για το ανοικτόκαρδό του. Εννοώ τον αείμνηστο Σώζο.

 

Ο Χριστόδουλος Σώζος εξελέγη και υπηρέτησε ως δήμαρχος Λεμεσού από το 1908 μέχρι τον θάνατο του το 1912. Κατά τη διάρκεια της δημαρχίας του έγιναν μεταξύ άλλων τα πιο κάτω έργα που φέρουν τη δική του σφραγίδα: 1) Ο δημόσιος κήπος. 2) Δρόμοι. 3) Η φιλαρμονική. 4) Ηλεκτροφωτισμός και ονομασία των δρόμων. 5) Επίσης διοργάνωσε την πρώτη Παγκύπρια Γεωργική και Βιομηχανική Έκθεση στο Κομισαριάτο κατά την εβδομάδα της Διακαινησίμου το 1911, ταυτόχρονα με τους Παγκύπριους αγώνες του 1911. 6) Βοήθησε στην κατασκευή προκυμαίας. 7) Μετέφερε στη Λεμεσό νερό από κεφαλόβρυσο των Πλατρών.

 

Υπήρξε Τέκτων της Στοάς Λεμεσού «Ζήνων», με ανώτερους βαθμούς και Σεβάσμιος κατά τα έτη 1900, 1901, 1905, 1908 και 1912. Διετέλεσε πρόεδρος της Ατμοπλοϊκής Εταιρείας Λεμεσού που ιδρύθηκε το 1906.

 

Μαζί με τους Ανδρέα Θεμιστοκλέους και Νικόλαο Κλ. Λανίτη ίδρυσαν το 1892 τον πρώτο Γυμναστικό Σύλλογο της Κύπρου, «Τα Ολύμπια» Λεμεσού. Υπηρέτησε τον Σύλλογο σαν γραμματέας. Υπήρξε διακεκριμένος αθλητής της Λεμεσού με πρώτη νίκη στους Παγκύπριους αγώνες του 1900, σε αγώνισμα λεμβοδρομίας (τετράκωπος).

 

Μετά την κήρυξη του Βαλκανικού πολέμου, τον Οκτώβριο του 1912, αυθόρμητα και επίμονα ζήτησε να καταταγεί σαν εθελοντής στρατιώτης στον ελληνικό στρατό. Στην Αθήνα συναντήθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ο οποίος προσπάθησε μάταια να τον πείσει να μείνει σε στρατιωτική υπηρεσία στην ελληνική πρωτεύουσα. Σκοπός μου εἶναι νά βάλω τήν τιμίαν στολήν τοῦ στρατιώτου, νά πάρω τό τουφέκι και νά ὑπάγω εἰς τήν γραμμήν τοῦ πυρός, έλεγε. Προτού αναχωρήσει, ντυμένος στρατιωτικά, πήγε ξανά για να χαιρετήσει τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο υπουργείο. Ὁ Βενιζέλος συνεκινήθη και τά μάτια του γέμισαν δάκρυα, όπως έγραψε ο ίδιος στη γυναίκα του. Σαν στρατιώτης του Α' Πεζικού Συντάγματος πήγε στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και την   Ήπειρο.

 

Στο τελευταίο του γράμμα από το Καρά Μπουρνού στις 21 Νοεμβρίου 1912 έγραφε μεταξύ άλλων: Εἶμαι πολύ καλά. Δόξα τῷ Θεῷ. Οὐδέποτε ἐζήτησα  ἄδειαν ἤ  ἀπαλλαγήν άπό ὑπηρεσίαν. Εἶμαι θηρίον καί πολύ εὐχαριστημένος... Ἔμαθα πειθαρχίαν, ἔμαθα ὑπομονήν,  ἔμαθα σκληραγωγίαν,  ἔμαθα πείναν....

 

Στις 10 Δεκεμβρίου 1912 στάλθηκε από την Πρέβεζα το ακόλουθο τηλεγράφημα: Σῶζος ἐφονεύθη, Χατζηϊωάννου  ἐτραυματίσθη 6ην, μαχόμενοι εἰς Προφήτην  Ἠλίαν. Κισσονέργης, Κυριακίδης, Κύπριοι στρατιώτες.

 

Από το Γενικό Επιτελείο στάληκε επίσημα: Στρατιώτης πρώτου πεζικοῦ Συντάγματος Σῶζος  ἐφονεύθη εἰς τήν  Ἤπειρον, 6ην Δεκεμβρίου. Ἕμπεδον  Ἐπιτελικόν Τμῆμα. Κοντογιάννης Ἀντισυνταγματάρχης.

 

Το άγγελμα του θανάτου του συντάραξε κάθε Έλληνα Κύπριο. Σε ένδειξη τιμής κι ευγνωμοσύνης προς τον Σώζο η Κύπρος έστησε μνημείο στον δημόσιο κήπο της Λεμεσού, που ο ίδιος δημιούργησε, με το ακόλουθο επίγραμμα:

 

Χριστόδουλος Σῶζος Δήμαρχος Λεμεσοῦ, Δικηγόρος, Βουλευτής, Μέλος  Ἐκτελεστικοῦ Συμβουλίου τῆς Κύπρου, πεσών ἡρωϊκῶς τῇ 6ῃ Δεκεμβρίου 1912 ἐπί τοῦ λόφου τοῦ Προφήτου Ἡλία πρό τῶν Ἰωαννίνων.  Ὁ Δῆμος καί ἡ πόλις τῆς Λεμεσοῦ μετά τῶν ἀπανταχοῦ φίλων τοῦ  ἥρωος εὐγνωμονοῦντες ἀναθέτουσι, κόσμον μέν καί τιμήν τῇ πόλει, τοῖς δέ  ἐπιγιγνομένοις ὕψιστον φιλοπατρίας δίδαγμα. Τεθνάμεναι γάρ καλόν ἐπί προμάχοισι πεσόντα. Ἂνδρ' ἀγαθόν περί ᾗ πατρίδι μαρνάμενον.

 

Αλλά και ο εθνικός ποιητής της Κύπρου Βασίλης Μιχαηλίδης έγραψε το ποίημα «Εἰς τόν ἡρωϊκῶς πεσόντα Χρ. Σῶζον», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Σάλπιγξ την 1ηΦεβρουαρίου 1913.

 

Τζαι πκοια μάνα, Χριστόδουλε,
στο μνήμα σω ν να κλάψη;
πκοια μάνα την καντήλαν σου
εν νάρτη να την άψη;
τζαι πκοια κοπέλλα λίβανον
εν νάρτη να καπνίση,
το μνήμα σου τριαντάφυλλα
τζι αθθούς να το ραντίσει;
Πκοια λιερή το Σάββατον
στους λας εν να θωρκέται
γονατιστή στο μνήμα σου
να πικρανακαλιέται;
Αχ! Σώζο, επολέμησες
μιάλην να δης Ελλάδαν
η δάφνη έσσιη μυρωδκιάν
αμμάσσιη τζαι πικράδαν.
Έσσιη παντού η δάφνη σου
τους τόπους μυρισμένους,
αμμά εμάς η πίκρα της
έσσιη μας ψατζιεμένους.
Συγχώρα μου που άρκησα
τραούδι να σου γράψω,
εν ηξέρω το μνήμα σου
νάρτω τζαι τζει να κλάψω.

 

Φώτο Γκάλερι

Image