Τσέρι

Image

Μεγάλο αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, περί τα 11 χιλιόμετρα νότια της πρωτεύουσας.

 

Το Τσέρι είναι κτισμένο σε μέσο υψόμετρο 270 μέτρων. Το υψόμετρο από τον οικισμό μειώνεται σταδιακά προς τα βόρεια και φθάνει τα 240 μέτρα στα βόρειά του σύνορα. Στα βορειοανατολικά, τα ανατολικά και τα δυτικά του οικισμού το τοπίο είναι λοφώδες. Στα ανατολικά το υψόμετρο φθάνει τα 324 μέτρα (λόφος Καντάρα) και στα δυτικά του οικισμού τα 335 μέτρα (λόφος Κεφαλές). Στα νότια του οικισμού βρίσκονται μερικοί μεμονωμένοι λόφοι, ο ψηλότερος από τους οποίους είναι ο λόφος Άσπρος (340 μέτρα). Το ανατολικό και το βόρειο τμήμα του χωριού είναι διαμελισμένο από μικρούς χειμάρρους που τροφοδοτούν βορειότερα τον Καλόγηρο, παραπόταμο του Πηδιά. Εξάλλου το νότιο τμήμα του είναι διαμελισμένο από τον Αλμυρό, παραπόταμο του Γιαλιά.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκωσίας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, κροκάλες και ψαμμιτικές μάργες), το Σύναγμα (αποθέσεις άμμων και χαλικιών της Πλειστόκαινης περιόδου), οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου, οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι) κι οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κρητίδων, μαργών και ψαμμιτών). Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ερυθρογαίες και ασβεστούχα εδάφη.

 

Το Τσέρι δέχεται μια χαμηλή μέση ετήσια βροχόπτωση που φθάνει τα 343 χιλιοστόμετρα (μέσος όρος περιόδου 1951-1980). Στην περιοχή του καλλιεργούνται κυρίως τα σιτηρά, τα νομευτικά φυτά και οι ελιές. Σε πολύ μικρότερη έκταση καλλιεργούνται επίσης τα εσπεριδοειδή (κυρίως λεμονιές), τα λαχανικά. Παλαιότερα καλλιεργούνταν ακόμα αμπέλια, σε περιορισμένη έκταση, όπως κι ελάχιστες χαρουπιές, σήμερα όμως όχι.

 

Αρκετά ανεπτυγμένη είναι η κτηνοτροφία του χωριού.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, το Τσέρι συνδέεται με ασφαλτόστρωτους δρόμους στα βόρεια με την πόλη της Λευκωσίας, στα βορειοδυτικά με το χωριό Κάτω Δευτερά (περί τα 4 χμ.) και στα νότια με το χωριό Μαρκί (περί τα 5,5 χμ.).

 

Το χωριό, λόγω της μικρής του απόστασης από το αστικό κέντρο της Λευκωσίας, γνώρισε συνεχή πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μέχρι και σήμερα. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 325 
1891 402 
1901 411 
1911 450 
1921 521 
1931 561 
1946 679 
1960 826 
1973 937 
1976 1.205 
1982 2.455 
1992 4.176 
2001 5.287 

 

Το Τσέρι δέχτηκε ένα μεγάλο αριθμό Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων από διάφορες περιοχές του κατεχόμενου τμήματος της Κύπρου. Στην περιοχή του δημιουργήθηκαν συνοικισμοί αυτοστέγασης εκτοπισμένων σε κυβερνητική γη.

 

Το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικά ενεργού πληθυσμού του χωριού εργοδοτείται σήμερα στην πόλη της Λευκωσίας και τα προάστιά της. Στο χωριό λειτουργούν όμως και μικρά εργοστάσια και βιοτεχνίες.

 

Ο πυρήνας του χωριού διατηρεί, σε αρκετά μεγάλο βαθμό, στοιχεία της λαϊκής πεδινής αρχιτεκτονικής, με κύριο δομικό υλικό το πλιθθάριν.

 

Το χωριό δεν αναφέρεται σε μεσαιωνικές πηγές και φαίνεται ότι είναι νεότερο, ιδρυμένο πιθανότατα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Το ίδιο αβέβαιη είναι η προέλευση της ονομασίας του χωριού. Σύμφωνα προς μια άποψη προήλθε από τη λέξη κερί (τζ’ερίν στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα), που ίσως παραγόταν παλαιότερα στην περιοχή του χωριού από μελίσσια. Με τις ονομασίες Τσέρι και Τσέρια υπάρχουν χωριά στην Ελλάδα.

 

Μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα στο Τσέρι και στην περιοχή του κατείχε το μοναστήρι του Μαχαιρά μεγάλη κτηματική περιουσία. Τούτο οδήγησε στην υπόθεση ότι αρχικά στην περιοχή του χωριού δεν υφίστατο παρά μόνο μετόχι του μοναστηριού αυτού.

 

Πριν από την αγγλική κατοχή της Κύπρου (1878) δεν είχε λειτουργήσει σχολείο στο χωριό. Παιδιά από το Τσέρι φοιτούσαν σε σχολείο στο χωριό Πέρα.

Φώτο Γκάλερι

Image