Τσιρίσ’ιν

Image

Έτσι λεγόταν ειδική κόλλα που εχρησιμοποιείτο από τους σκαρπάρηες (υποδηματοποιούς) της Κύπρου για να κολλούν τα δέρματα, κυρίως τα αστάρκα (φόδρες) που γίνονταν από δέρματα προβάτων, συνήθως νεαρών για να μη έχουν υπερβολικό πάχος.

 

Το τσιρίσ'ιν κατασκευαζόταν επιτοπίως, από βολβούς (κρεμμύδκια) ματσικόριδων* (Narcissus) που αυτοφύονταν σε πολλά μέρη της Κύπρου, ή από βολβούς του σπούρτουλλου* (Asphodelus) που αυτοφυόταν σε ακόμη μεγαλύτερους αριθμούς. Οι βολβοί των φυτών, αφού καθαρίζονταν από τα εξωτερικά τους περιβλήματα, κόβονταν σταυροειδώς σε τέσσερα μέρη  και τοποθετούνταν σε φούρνο όπου παρέμεναν μέχρι να ξηρανθούν εντελώς και να γίνουν σαν παξιμάδι. Στη συνέχεια κοπανίζονταν σε μεγάλο χτιν, μέχρι να γίνουν σκόνη. Η σκόνη περνούσε στη συνέχεια από τατσ'ιάν (λεπτό κόσκινο) και με το «αλεύρι» αυτό, που αναμειγνυόταν με νερό, κατασκευαζόταν το τσιρίσ'ιν που είχε μεγάλη κολλητική δύναμη.

 

Με τον ίδιο τρόπο η κόλλα αυτή κατασκευαζόταν και σε άλλες γειτονικές χώρες. Η κατασκευή της σταμάτησε όταν εισήχθησαν στην Κύπρο βιομηχανικά προϊόντα που την αντικατέστησαν. Εξάλλου σταδιακά είχε σταματήσει και η κατασκευή χειροποίητων ντόπιων υποδημάτων, οπότε εξέλιπαν και οι τεχνίτες όπως ο σκαρπάρης και ο τσαγκάρης.