Ακκίδας Φραγκίσκος

Image

Καθολικός Ρόδιος Έλληνας, γιος του Εμμανουήλ Ακκίδα, Καθολικού χωρεπισκόπου της Ρόδου, ο ίδιος Καθολικός πρωτονοτάριος και πρωτοπαπάς της Μεσσήνης. Έγινε γνωστός: α) για την δωρεά 30 χειρογράφων που έφερε από την Ανατολή προς τον πάπα Σίξτο Ε' και που σήμερα βρίσκονται στη βιβλιοθήκη του Ελληνικού Κολλεγίου του Αγίου Αθανασίου και στη Βατικανή Βιβλιοθήκη, και β) για τις πολεμικές και συνωμοτικές εναντίον των Τούρκων δραστηριότητές του ως πράκτορας του Καρόλου Εμμανουήλ, δούκα της Σαβοΐας. Μ' αυτή την ιδιότητα στη Λεμεσό στις 2 Δεκεμβρίου 1600 μετέφρασε στα ιταλικά σημαντικό υπόμνημα προς τον δούκα για την κατάσταση του νησιού από ελληνικό κείμενο που του υπέβαλε ο αρχιεπίσκοπος Βενιαμίν της Κύπρου. Στα 1601 παρέλαβε από τον αρχηγό του επαναστατικού κινήματος στα ελληνικά τους όρους παραδόσεως της Κύπρου προς την Σαβοΐα, ως δύναμη απελευθερωτική από τον τουρκικό ζυγό, και τέλος λίγο μετά τις 11 Απριλίου 1601 δικό του υπόμνημα προς τον δούκα για τις ενέργειές του στην Κύπρο. Κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο, που δεν ήταν η πρώτη, ο Ακκίδας βρήκε το νησί σε προχωρημένες ζυμώσεις προετοιμασίας για εξέγερση κατά των Τούρκων. Έφερε, μάλιστα, μαζί του από τα Ιεροσόλυμα όπου βρισκόταν στις 9 Νοεμβρίου 1600 προερχόμενος από την Αλεξάνδρεια, τη συγκατάθεση του πατριάρχη Ιεροσολύμων Σωφρονίου Δ' για την έναρξη του επαναστατικού κινήματος των Κυπρίων σύμφωνα προς τα σχέδια του δουκικού οίκου της Σαβοΐας. Με τον αρχιεπίσκοπο Βενιαμίν συζήτησε λεπτομερώς τις δυνατότητες επιτυχίας του σχεδίου κινήματος, το οποίο έπρεπε να επισπευσθεί, όπως πρότεινε με επιστολή του προς τον Βενιαμίν ο Σωφρόνιος Δ', προτού οι Τούρκοι το ανακαλύψουν και καταστρέψουν την Κύπρο σε αντίποινο. Τον Βενιαμίν ο Ακκίδας συνάντησε στην Αμμόχωστο μόλις έφθασε στις 26 Νοεμβρίου 1600, αλλά ο αρχιεπίσκοπος φοβήθηκε μόλις διάβασε το γράμμα του Σωφρονίου και πήγε με τον ξένο του στη Λεμεσό, όπου του ανακοίνωσε ότι θεωρούσε πρόωρη και βεβιασμένη την άποψη του πατριάρχη, εφόσον τότε ο δούκας της Σαβοΐας βρισκόταν σε πόλεμο με τη Γαλλία . Ο αρχιεπίσκοπος ενθαρρύνθηκε μόνο όταν άκουσε από τον Ακκίδα ότι η ειρήνη επρόκειτο να υπογραφεί σύντομα (όπως και συνέβη στις 17 Ιαν. 1601), και είπε ότι ο δούκας μπορούσε να καταλάβει την Κύπρο με μικρή δαπάνη, θα αποζημιωνόταν πλουσιοπάροχα με τη λεία που θα έπαιρνε από τους Τούρκους και από τα έσοδα του νησιού, 3.000.000 χρυσά νομίσματα ετησίως. Μόνο μια λέξη του αρχιεπισκόπου αρκούσε για να σφαγούν οι λίγοι σκόρπιοι στο νησί Τούρκοι της Κύπρου, οπότε ο δούκας δεν είχε παρά να στείλει άνδρες του για να καταλάβουν το νησί και τα φρούριά του, που ήταν όλα ερειπωμένα˙ στρατός 3-4 χιλιάδων υπό ικανό διοικητή, μηχανικό στην ειδικότητα, όχι Ισπανό, θα μπορούσε να τα κυριεύσει εύκολα και να τα ξαναοχυρώσει. Οι μισθοί του στρατού θα καταβάλλονταν από τα χρήματα που θα συλούσαν οι Σαβοϊανοί από τους Τούρκους. Ήδη σε σύνοδο του προηγούμενου χρόνου με έγκριση του πατριάρχη (1600), ο Βενιαμίν είχε συστήσει στον κλήρο του να πει στο λαό μυστικά να ετοιμαστούν για εξέγερση κατά το Πάσχα του 1601, μόλις ακούσουν το «Δόξα εν Υψίστοις».

 

Από όλα αυτά, ο Ακκίδας βεβαιώθηκε ότι οι Κύπριοι ήταν πρόθυμοι να εξεγερθούν και να πολεμήσουν για να επανέλθουν στην εξουσία των δυτικών βασιλέων, με αρχηγό τον Claudio Cecchini, ή Cecchi, Κύπριο που είχε διατελέσει διοικητής των Αλυκών πριν από την τουρκική κατάκτηση (1570) και διατηρούσε τη θέση του και τώρα (1605), προφανώς ύστερα από συμφωνία με τους Τούρκους προς τους οποίους είχε παραδώσει τις Αλυκές στα 1570. Ο Cecchini παρέδωσε στον Ακκίδα τους όρους (capitulatum) των Κυπρίων, κι αυτός τους μετέφρασε στα ιταλικά στη Λεμεσό και υποσχέθηκε να τους φέρει πίσω υπογραμμένους και σφραγισμένους από τον δούκα, αλλά η ηλικία του ίσως δεν θα του επέτρεπε να επιστρέψει ο ίδιος στην Κύπρο. Θα τους έστελνε μέσω του δρος Anelli και δυο άλλων προσώπων μεταμφιεσμένων σε προσκυνητές. Ο αρχιεπίσκοπος αρνήθηκε να υπογράψει τη συμφωνία αυτή, παρατηρώντας ότι αρκούσαν οι όροι και το υπόμνημα για τις προσόδους της Κύπρου που έστειλε μέσω του Ακκίδα (το α' κείμενο στον Mas Latrie, III, σσ. 566-570). Αλλά ο Ακκίδας υπέγραψε τη συμφωνία και παρέδωσε στον Βενιαμίν τα διαπιστευτήριά του από τον δούκα και τόνισε ότι ο δούκας θα άμειβε όλους για τους μόχθους των και θα υπέγραφε τους όρους.

 

Στις 3 Δεκεμβρίου 1600 ο Ακκίδας αναχώρησε από τη Λεμεσό μετά εξαήμερες διαβουλεύσεις με τον Βενιαμίν και έφθασε στη Μεσσήνη στις 16 Ιανουαρίου 1601. Αφού με δυσκολία πήρε τα 300 σκούδα ως αμοιβή που του είχε υποσχεθεί ο δούκας, έφθασε στο Τουρίνο στις 7 Απρ. 1601 και παρέδωσε στον δούκα το έγγραφο στις 11 Απρ. 1601. Το υπόμνημα κρίνεται σήμερα γεμάτο ανακρίβειες και υπερβολές για την πραγματική κατάσταση της Κύπρου τότε και επί Βενετών, αφού π.χ. ανεβάζει τον πληθυσμό της, στα 1600, στις 250.000. Πάντως τα στοιχεία του υπομνήματος με μικρές παραλλαγές επανέρχονται σε σειρά ολόκληρη από παρόμοια έγγραφα πρακτόρων δυτικών χωρών και Κυπρίων προκρίτων ή ιεραρχών ή συνεργατών των κατά την πρώτη εκατονταετία μετά την τουρκική κατάκτηση (1572-1670) και πρέπει να ληφθούν ως ενδεικτικά των ροπών της πραγματικότητας και όχι ως απολύτως ακριβή και θετικά. Η ευθύνη για τις ανακρίβειες βαρύνει τόσο τον Φραγκίσκο Ακκίδα όσο και τους Κυπρίους πληροφοριοδότες του. Σημαντική πληροφορία στους όρους είναι ότι οι κυριότεροι ηγέτες του «λαϊκού κόμματος» ήταν δυο εξισλαμισμένοι Χριστιανοί, ο Μεμέτης και ο Μουσταφάς, που θα παρέδιδαν την Αμμόχωστο στον δούκα της Σαβοΐας με ανταπόδοση την επιστροφή της περιουσίας της οικογένειάς τους στην εποχή των βασιλέων (Μ. Latrie III, σ. 573 αρ. 24), δηλαδή επί Λουζινιανών (1192-1489), και εκχώρηση επισκοπικής έδρας στον θείο τους μοναχό Παρθένιο. Επομένως ο Ακκίδας γνώριζε, όπως κι ο δούκας, ότι διαπραγματευόταν και με εξωμότες όπως αυτοί και με λιποτάκτες όπως ο Cecchini. Στις περαιτέρω διαπραγματεύσεις δεν αναμείχθηκε ο Ακκίδας, αλλά ο Anelli, γαμπρός του Ακκίδα, κ.ά.