Ηνωμένα Έθνη και Κύπρος

Από την ανεξαρτησία μέχρι την τουρκική εισβολή (1960 - 1974) 

Αμέσως μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, το νέο κράτος έγινε δεκτό ως ισότιμο μέλος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (20 Σεπτεμβρίου 1960), στην έδρα του οποίου διαπίστευσε μόνιμη αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Ζήνωνα Ρωσσίδη. Παράλληλα, η Κύπρος έγινε σταδιακά μέλος διαφόρων οργανώσεων των Ηνωμένων Εθνών. Από τα Ηνωμένα Έθνη το νέο κράτος άρχισε να παίρνει σημαντική βοήθεια υπό διάφορες μορφές, κυρίως βάσει ενός προγράμματος αναπτύξεως. Για ένα σύντομο διάστημα φάνηκε — επιφανειακά τουλάχιστον — ότι το Κυπριακό είχε βρει κάποια λύση κι ότι τώρα το νησί δεν είχε παρά να βαδίσει στον δρόμο της ανάπτυξης και της ειρηνικής προόδου. Πολύ σύντομα όμως οι ελπίδες αυτές διαψεύστηκαν. Το τέλος του 1963 εκδηλώθηκε η ανταρσία των Τουρκοκυπρίων και από το 1964 το Κυπριακό άρχισε πάλι ν' απασχολεί τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και τελικά έγινε ένα από τα σοβαρότερα διεθνή προβλήματα που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει. Από το 1964 και εξής, το πρόβλημα αυτό ήταν σχεδόν μόνιμα εγγεγραμμένο στα Ηνωμένα Έθνη.

 

Τώρα όμως τα πράγματα ήσαν πολύ διαφορετικά. Η Κύπρος δεν ήταν πλέον μια αποικία, για την τύχη της οποίας ασχολούνταν άλλοι. Ήταν τώρα ανεξάρτητο κράτος, ισότιμο μέλος του ΟΗΕ, κι είχε δικαιώματα. Επίσης, είχε ενταχθεί σε συνασπισμούς κρατών από το 1961, όπως το κίνημα των Αδεσμεύτων και η Κοινοπολιτεία, ενώ είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις και με άλλους συνασπισμούς κρατών, όπως τα αραβικά. Σαν ανεξάρτητο κράτος, και παρά το ότι οι συμφωνίες βάσει των οποίων απέκτησε την ελευθερία της εξυπάκουαν ασφυκτικές δεσμεύσεις, ωστόσο η Κύπρος δεν ήταν μόνη.

 

Η προσπάθεια των Τούρκων, όπως έγινε φανερή από το τέλος του 1963 και εξής, στόχευε στη διάλυση του κυπριακού κράτους και στη διχοτόμησή του. Και ακριβώς οι δραστηριότητες της Κύπρου το 1964 και αργότερα, κυρίως στα Ηνωμένα Έθνη, χαρακτηρίζονταν από την αντίθετη προσπάθεια για διεθνή αναγνώριση και επικύρωση της κυπριακής ανεξαρτησίας.

 

Η νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε στο νησί από τον Δεκέμβριο του 1963 και που χαρακτηριζόταν από διακοινοτικές ένοπλες συγκρούσεις και συνεχείς απειλές της Τουρκίας για στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο, απασχόλησε σοβαρά την διεθνή κοινότητα. Οι δυτικές ενδιαφερόμενες χώρες, με επικεφαλής τη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και η ηγεσία του NATO, κατέβαλαν προσπάθειες να κρατηθεί το Κυπριακό στα πλαίσια «οικογενειακής» διαφοράς που θα έπρεπε να λυόταν μεταξύ των συμμάχων. Αντίθετα ο πρόεδρος Μακάριος επέμενε πεισματικά ότι το Κυπριακό έπρεπε να συζητηθεί και επιλυθεί στα ευρύτερα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών όπου τώρα η Κύπρος είχε και δική της φωνή αλλά και ευρύτατη υποστήριξη από πολλά άλλα κράτη (σοσιαλιστικά, αδέσμευτα, αραβικά, αφροασιατικά, ακόμη και νοτιοαμερικάνικα). Η πρώτη προσπάθεια να σταλούν στην Κύπρο στρατεύματα κηδεμονίας του NATO απέτυχε και το Κυπριακό άρχισε να συζητείται στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 8 Φεβρουαρίου 1964. Στις 4 Μαρτίου 1964, το Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε ομόφωνα την απόφαση 5/5575, που μεταξύ άλλων συνέστηνε τη συγκρότηση ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών για υπηρεσία στην Κύπρο (βλέπε στο παρόν άρθρο, χωριστό κεφάλαιο για την ΟΥΝΦΙΚΥΠ). Το κείμενο της απόφασης αυτής ήταν σημαντικό γιατί αναγνώριζε ανεπιφύλακτα την κρατική υπόσταση της Κύπρου και τη νόμιμη κυβέρνησή της που αμφισβητείτο από την Τουρκία. Ακόμη, με την ίδια απόφαση, εκαλείτο ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ (που ήταν τότε ο Ου Θάντ*) να συγκροτήσει την ειρηνευτική δύναμη που, σε σύντομο διάστημα, άρχισε να υπηρετεί στην Κύπρο, και να διορίσει μεσολαβητή που θα εργαζόταν για την εξεύρεση ειρηνικής λύσης του προβλήματος σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη του Διεθνούς Οργανισμού.

 

Ο Ου Θάντ διόρισε ως μεσολαβητή τον Σακάρι Τουομιόγια*, ενώ παράλληλα οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέθεσαν σε δικό τους μεσολαβητή, τον Ντην Άτσεσσον*, να προτείνει λύση στο Κυπριακό. Η Τουρκία, αντίθετα, πληροφόρησε τον Ου Θάντ, τον Μακάριο και άλλους, πως θα επενέβαινε στρατιωτικά στην Κύπρο εάν δεν σταματούσαν οι συγκρούσεις στο νησί, συγκρούσεις που η ίδια υποδαύλιζε χρησιμοποιώντας την εξτρεμιστική ομάδα των Τουρκοκυπρίων. Εξαιτίας των απειλών της Τουρκίας, μέσα στον ίδιο μήνα συνεκλήθη ξανά (από την Ελλάδα) το Συμβούλιο Ασφαλείας που, ομόφωνα, ενέκρινε και δεύτερο ψήφισμα με το οποίο εκαλούντο όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να απόσχουν από κάθε ενέργεια ή απειλή ενέργειας που θα μπορούσε να χειροτερεύσει την κατάσταση στην κυρίαρχη Δημοκρατία της Κύπρου ή να θέσει σε κίνδυνο τη διεθνή ειρήνη.

 

Η Τουρκία κάθε άλλο παρά ικανοποιημένη μπορούσε να ήταν από την ανάμειξη των Ηνωμένων Εθνών στο Κυπριακό και, ιδιαίτερα, από τον διορισμό μεσολαβητή προς τον οποίο ήταν υποχρεωμένη τώρα να εκθέσει τις επιδιώξεις της. Επειδή όμως οι θέσεις της Τουρκίας ήσαν καθαρά και σαφώς διχοτομικές, η χώρα αυτή κινδύνευε τώρα να εκτεθεί διεθνώς γιατί ο μεσολαβητής ήταν υποχρεωμένος να κινηθεί μέσα στα πλαίσια του Χάρτη και των αρχών του ΟΗΕ. Και για τον ΟΗΕ η διχοτόμηση είναι λύση απαράδεκτη. Αντίθετα, όμως, ο αυτόκλητος μεσολαβητής των Ηνωμένων Πολιτειών (τον οποίο η κυπριακή κυβέρνηση απέρριψε) δεν ήταν υποχρεωμένος να κινηθεί μέσα στα ίδια πλαίσια αρχών. Και πράγματι, ο Ντην Άτσεσσον πρότεινε λύση που έφερε έντονα τα στοιχεία της διχοτόμησης. Ο Άτσεσσον είχε αναλάβει αποστολή εκ μέρους της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών με σκοπό να υποβοηθήσει δήθεν το έργο του ΟΗΕ, αλλά στην πραγματικότητα για να υποκαταστήσει τον μεσολαβητή του Διεθνούς Οργανισμού, σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί το Κυπριακό μέσα στα στενότερα πλαίσια της διαφοράς μεταξύ δυτικών συμμάχων. Σχετική ήταν και η παράλληλη ενέργεια του Αμερικανού προέδρου Λύντον Τζόνσον* να υποβιβάσει το Κυπριακό σε ελλαδο - τουρκική διαφορά την οποία και προσπάθησε να διευθετήσει προσκαλώντας στην Ουάσιγκτον για συνομιλίες τους πρωθυπουργούς των δυο χωρών Γεώργιο Παπανδρέου* και Ισμέτ Ινονού*. Η άρνηση του Παπανδρέου να υποκύψει στις αμερικανικές πιέσεις δυσαρέστησε την Ουάσιγκτον που άρχισε να μεθοδεύει την πτώση του.

 

Ο Ντην Άτσεσσον προηγήθηκε των Ηνωμένων Εθνών και μπόρεσε να υποβάλει προκαταρκτικές εισηγήσεις τον Ιούλιο του 1964. Ο Φιλλανδός μεσολαβητής του ΟΗΕ Σακάρι Τουομιόγια μπόρεσε μόνο να κάνει μια αρχική διερεύνηση προθέσεων, με περιοδείες στην Αθήνα, Άγκυρα και Λευκωσία, μέχρι τον Ιούνιο του 1964. Ο ξαφνικός θάνατός του αμέσως μετά, έδωσε το προβάδισμα στην αμερικανική πρωτοβουλία που όμως απερρίφθη από τον πρόεδρο Μακάριο και, λίγο αργότερα, από την ελληνική κυβέρνηση. Την ίδια εποχή οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου κατόρθωσαν να μεταφέρουν στο νησί ελληνικά στρατεύματα που μέσα στον επόμενο χρόνο ανήλθαν σε δύναμη μεραρχίας. Επίσης, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου η κρίση οξύνθηκε ακόμη περισσότερο με αεροπορικές επιδρομές της Τουρκίας στις βορειοδυτικές περιοχές της Κύπρου, ύστερα από συγκρούσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στις περιοχές των χωριών Μανσούρας - Κοκκίνων. Η Ελλάδα έστειλε επίσης δικά της αεροπλάνα να πετάξουν πάνω από το νησί. Η απειλή του πολέμου ήταν ψηλαφητή. Το Συμβούλιο Ασφαλείας συνεδρίαζε συνεχώς και στις 9 Αυγούστου ο αντιπρόσωπος της Ελλάδας Δημήτρης Μπίτσιος* δήλωσε τελεσιγραφικά προς το Σώμα ότι η χώρα του θα αναλάμβανε στρατιωτική δράση στην Κύπρο με όλα τα στρατιωτικά μέσα που διέθετε, εάν μέχρι το απόγευμα της ίδιας ημέρας (ήταν ήδη 11.00 πρωινή στη Νέα Υόρκη) η Τουρκία δεν τερμάτιζε τις δραστηριότητές της στην Κύπρο. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία των Ηνωμένων Εθνών που από το επίσημο βήμα τους κατετίθετο ένα πολεμικό τελεσίγραφο! Τόσο ο Ου Θάντ όσο κι ο τότε πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας Νορβηγός Σίβερτ Νίλσεν καθώς κι άλλοι, άρχισαν να κινούνται προς κάθε κατεύθυνση προκειμένου να εμποδίσουν την πολεμική αναμέτρηση. Το ίδιο το Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε εσπευσμένα ένα νέο ψήφισμα, ενώ παράλληλα αναμείχθηκαν στο όλο θέμα οι Ηνωμένες Πολιτείες και το NATO. Από τη Μόσχα, ο Σοβιετικός ηγέτης Νικήτα Κρουστσιώφ* ειδοποιούσε ότι τα τουρκικά βομβαρδιστικά δεν μπορούν να ρίχνουν ατιμωρητί βόμβες στην Κύπρο. Στις 18 Αυγούστου, ο ραδιοσταθμός της Μόσχας επανήλθε με σοβιετική ανακοίνωση ότι η χώρα, σε απάντηση προς έκκληση του προέδρου Μακαρίου, δήλωνε ότι θα υπερασπιζόταν την εδαφική ακεραιότητα και ανεξαρτησία της Κύπρου από κάθε εξωτερική εισβολή. Τον επόμενο μήνα, κυπριακή αντιπροσωπεία πήγε στη Μόσχα για να εξασφαλίσει στρατιωτικό υλικό. Η Τουρκία περιορίστηκε πλέον να οργανώσει νέες διώξεις Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως.

 

Μετά τον θάνατο του Τουομιόγια, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ διόρισε νέο μεσολαβητή, τον Γκάλο Πλάζα*, από τον Ισημερινό, ενώ στην Κύπρο ο Μακάριος βρήκε την ευκαιρία να καταγγείλει μονομερώς τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960, δηλώνοντας ταυτόχρονα πως θεωρούσε νεκρές τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου.

 

Ο Γκάλο Πλάζα διορίστηκε μεσολαβητής τον Σεπτέμβριο του 1964 και χρειάστηκε 6 μήνες σκληρής δουλειάς, ταξιδιών, επαφών, διαβουλεύσεων και ερευνών για να ετοιμάσει την τελική έκθεσή του για το Κυπριακό, που τελικά δημοσιεύθηκε από τον Ου Θάντ στις 26 Μαρτίου 1965, καλύπτοντας 66 σελίδες. Σ' αυτές ανέλυε το πρόβλημα και πρότεινε λύσεις που, στο μεγαλύτερο μέρος τους, έγιναν αποδεκτές από την κυπριακή κυβέρνηση αλλά που απερρίφθησαν με οργή από την Τουρκία. (Για την έκθεση και τις εισηγήσεις του μεσολαβητή, βλέπε λήμμα Πλάζα Γκάλο).

 

Η Τουρκία κατηγόρησε τον Γκάλο Πλάζα ότι είχε συνωμοτήσει με τον Μακάριο εις βάρος των Τουρκοκυπρίων και επανέλαβε την κατηγορία αυτή όταν τον Οκτώβριο του 1965 ο Κύπριος πρόεδρος έστειλε στον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ μια «Διακήρυξη Προθέσεων» στην οποία καθόριζε όλα όσα ήταν διατεθειμένος να προσφέρει στους Τουρκοκυπρίους ως μειονότητα στο νησί και την οποία ο Ου Θάντ κυκλοφόρησε ως επίσημο έγγραφο των Ηνωμένων Εθνών.

 

Τον Δεκέμβριο του 1965 το Κυπριακό συζητήθηκε και πάλι στη Γενική Συνέλευση η οποία, παρά τις λυσσώδεις αντιδράσεις της Τουρκίας, υιοθέτησε την έκθεση Πλάζα. Επίσης, ενέκρινε ικανοποιητικό για την Κύπρο ψήφισμα στις 18 Δεκεμβρίου 1965 με ψήφους 47 υπέρ, 6 εναντίον και 51 αποχές.

 

Η επόμενη σοβαρή κρίση στην Κύπρο, που οδήγησε τα πράγματα και πάλι στα πρόθυρα γενικότερης πολεμικής αναμέτρησης, συνέβη τον Νοέμβριο/ Δεκέμβριο του 1967 κι άρχισε με συγκρούσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στα χωριά Κοφίνου και Άγιος Θεόδωρος. Η Τουρκία έστειλε πάλι τα αεροπλάνα της σε πτήσεις πάνω από την Κύπρο και υπέβαλε τελεσιγραφικές αξιώσεις. Στην Ελλάδα βρισκόταν ήδη στην εξουσία ένα στρατιωτικό δικτατορικό καθεστώς από το οποίο ο Μακάριος δεν μπορούσε τώρα να αναμένει ουσιαστική βοήθεια. Παρά το ότι τα Ηνωμένα Έθνη έστειλαν επειγόντως μεσολαβητή, τον Χοσέ Ρολζ Μπέννετ, αυτή τη φορά πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραμάτισε ο Αμερικανός μεσολαβητής Σάυρους Βανς*. Ο τελευταίος έπεισε σχετικά εύκολα την δικτατορική κυβέρνηση των Αθηνών να ικανοποιήσει σημαντικό μέρος των τουρκικών αξιώσεων, κυρίως αποσύροντας από την Κύπρο την ελληνική μεραρχία. Απέτυχε όμως να πείσει και τον Μακάριο ότι έπρεπε να διαλυθεί και η κυπριακή Εθνική Φρουρά. Αξίωσε ταυτόχρονα ο Μακάριος την κατάργηση των συμβατικών δικαιωμάτων της Τουρκίας για επεμβάσεις στην Κύπρο και ζήτησε να του δοθούν εγγυήσεις από τον ΟΗΕ, πράγμα βέβαια που η Τουρκία απέρριπτε ασυζητητί. Υπέβαλε κι άλλες αξιώσεις ο Μακάριος (όπως η αποχώρηση και των λοιπών στρατευμάτων, ακόμη κι εκείνων που στάθμευαν στην Κύπρο βάσει των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου) ακολουθώντας για μια ακόμη φορά την τακτική του να προβάλλει ο ίδιος αξιώσεις και απαιτήσεις ενώ απειλείτο και επιέζετο. Ωστόσο στο να ξεπεραστεί η νέα αυτή κρίση, συνέδραμε αποφασιστικά και ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Ου Θάντ με έγκαιρες και αποφασιστικές παρεμβάσεις.

 

Μετά τις προεδρικές εκλογές που έγιναν στην Κύπρο στις 25 Φεβρουαρίου 1968 τις οποίες κέρδισε ο Μακάριος, εκδηλώθηκε μια νέα πρωτοβουλία του Ου Θάντ. Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ κάλεσε τους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους να αρχίσουν απ’ ευθείας συνομιλίες μεταξύ τους για εξεύρεση λύσης στο πρόβλημα. Προς τούτο, θα είχαν την πρακτική βοήθεια των υπηρεσιών του Διεθνούς Οργανισμού. Ο Μακάριος αντέδρασε θετικά στην έκκληση του Ου Θάντ, υποβάλλοντας ταυτόχρονα με έγγραφό του, κατάλογο από παραχωρήσεις προς τους Τουρκοκυπρίους. Προς την κατεύθυνση έναρξης του διαλόγου κινήθηκε δραστήρια και ο ειδικός αντιπρόσωπος του γενικού γραμματέα στην Κύπρο Οζόριο- Ταφάλ*. Οι συνομιλίες άρχισαν στις αρχές του Ιούνιο του 1968 με μια συνάντηση των εκπροσώπων των δυο κοινοτήτων Γλαύκου Κληρίδη* και Ραούφ Ντενκτάς* στη Βηρυτό και συνεχίστηκαν στη Λευκωσία. Πέρασαν από διάφορες φάσεις, αργότερα ενισχύθηκαν και με την παρουσία  Έλληνα και Τούρκου συνταγματολόγων (Δεκλερής* και Αλντικαστί*) και σημείωσαν σημαντικότατη πρόοδο. Η λύση του Κυπριακού δεν φαινόταν πια καθόλου απομακρυσμένη. Αλλά τότε επενέβη το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών, με μοιραίες συνέπειες.

 

Αν και οι διακοινοτικές συγκρούσεις είχαν τερματιστεί στην Κύπρο και διεξάγονταν συνομιλίες υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, ωστόσο η κατάσταση στο νησί δεν ήταν ήρεμη εξαιτίας της δράσεως παρανόμων τρομοκρατικών ομάδων των Ελληνοκυπρίων που άρχισαν να ιδρύονται και να ενισχύονται από την Αθήνα κατά τρόπο παράλογο. Μεταξύ του 1969 και του 1970 ήταν το «Εθνικόν Μέτωπον»* και ακολούθησε, μέχρι και το 1974, η «ΕΟΚΑ Β'»* του στρατηγού Γρίβα. Δολοφονικές απόπειρες κατά του Μακαρίου, τρομοκρατική δραστηριότητα, δολοφονίες, εκρήξεις και άλλου είδους ενέργειες, γίνονταν υπό τη σημαία ενός νέου αγώνα για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, που υποκινήθηκε κι ενισχύθηκε από την ελληνική στρατιωτική χούντα. Το στρατιωτικό πραξικόπημα κατά του προέδρου Μακαρίου στις 15 Ιουλίου 1974 και η στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο στις 20.7.1974, τερμάτισαν οριστικά την προσπάθεια τελικής διευθέτησης του Κυπριακού και δημιούργησαν μια νέα και τραγική κατάσταση.

Φώτο Γκάλερι