Ηνωμένα Έθνη και Κύπρος

Ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ- ΟΥΝΦΙΚΥΠ

Image

Η ειρηνευτική δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο (ΟΥΝΦΙΚΥΠ), αγγλικά United Nations Force in Cyprus (UNFICYP), εστάλη στην Κύπρο την άνοιξη του 1964. Εγκαθιδρύθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ τον Μάρτιο του ίδιου χρόνου. Ήταν η τρίτη φορά που ειρηνευτική δύναμη του Διεθνούς Οργανισμού αποστελλόταν σε κάποια χώρα. Είχαν προηγηθεί η Έκτακτη Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών (UNEF) που δημιουργήθηκε τον Νοέμβριο του 1956 για να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της κρίσης του Σουέζ, και η Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών για το Κογκό (ONUC) που εστάλη στη χώρα αυτή το 1960, μετά την εσωτερική αναταραχή και τον εμφύλιο πόλεμο. Η στρατιωτική δύναμη που είχε σταλεί το 1950 στην Κορέα ήταν μόνο κατ' όνομα επιχείρηση των Ηνωμένων Εθνών, γιατί δεν βρισκόταν υπό τον εκτελεστικό έλεγχο του διεθνούς οργανισμού.

 

Ιστορικό της ίδρυσης της ΟΥΝΦΙΚΥΠ  : Μετά την έναρξη της τουρκοκυπριακής ανταρσίας, τον Δεκέμβριο του 1963, και τις συγκρούσεις που ακολούθησαν, ο Βρετανός υφυπουργός για Κοινοπολιτειακές Σχέσεις Ντάνκαν Σάντυς επισκέφθηκε τη Λευκωσία, όπου πέτυχε διάφορες συμφωνίες, μεταξύ των οποίων και η περιπολία και επιτήρηση, από βρετανικά στρατεύματα, της λεγόμενης πράσινης γραμμής που θα εδημιουργείτο μεταξύ του ελληνοκυπριακού και του τουρκοκυπριακού τομέα της Λευκωσίας. Η συμπεριφορά, ωστόσο, των βρετανικών δυνάμεων ήταν ευνοϊκή για την τουρκοκυπριακή πλευρά, πράγμα που οδήγησε την κυπριακή κυβέρνηση στο να εκφράσει τη δυσαρέσκειά της. Ήταν φανερό ότι με την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον ρόλο της βρετανικής «ειρηνευτικής δύναμης» από την ελληνική κυπριακή πλευρά, έπρεπε να αναζητηθεί μια άλλη διαδικασία.

 

Τον Ιανουάριο του 1964 η Βρετανία πρότεινε ανεπίσημα τη δημιουργία ειρηνευτικής δύναμης από χώρες - μέλη του NATO, η οποία θ' απεστέλλετο στην Κύπρο. Ο Κύπριος πρόεδρος αρχιεπίσκοπος Μακάριος δήλωσε σαφώς ότι θα δεχόταν μια ειρηνευτική δύναμη μόνο μέσω των Ηνωμένων Εθνών. Ωστόσο η Βρετανία, παρακάμπτοντας τον Μακάριο, προχώρησε και υπέβαλε επίσημα την πρότασή της στην Ελλάδα και την Τουρκία (31 Ιανουαρίου 1964). Σημειώνουμε εδώ ότι λόγω του ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεργάστηκαν με τη Βρετανία στην υποβολή της πρότασης, αυτή έγινε γνωστή ως αγγλοαμερικανικό σχέδιο. Οι κυβερνήσεις στην Αθήνα και την Άγκυρα δέχθηκαν το σχέδιο (που πρόβλεπε τη στάθμευση 10.000 ανδρών του NATO υπό βρετανική διοίκηση στο νησί), αν και διετύπωσαν κάποιες επιφυλάξεις. Ο Τουρκοκύπριος αντιπρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Φαζίλ Κουτσιούκ δέχθηκε το σχέδιο «κατ' αρχήν». Αντίθετα, ο πρόεδρος Μακάριος το απέρριψε, διότι, μεταξύ άλλων: δεν καθορίζονταν επακριβώς το έργο, ο ρόλος και οι εξουσίες της δύναμης αυτής, της οποίας ο διοικητής θα έπαιρνε πολιτική καθοδήγηση από διακυβερνητική επιτροπή στο Λονδίνο, στην οποία η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα αντιπροσωπευόταν. Παράλληλα η δύναμη δεν θα βρισκόταν υπό την αιγίδα του Συμβουλίου Ασφαλείας, του μόνου, όπως τόνιζε ο Μακάριος, αρμοδίου διεθνούς οργάνου για τη διατήρηση της ειρήνης.

 

Οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί επέφεραν κάποιες τροποποιήσεις στο σχέδιό τους και το υπέβαλαν πάλι στην Ελλάδα και την Τουρκία στις 7 Φεβρουαρίου 1964. Οι τροποποιήσεις πρόβλεπαν συμμετοχή και ουδετέρων χωρών, εκτός των χωρών του NATO, στη δύναμη, καθώς και ακριβέστερο καθορισμό του ρόλου της δύναμης, ενώ θα εζητείτο από το Συμβούλιο Ασφαλείας «να λάβει υπό σημείωση» τις «διευθετήσεις για τη δημιουργία ειρηνευτικής δύναμης». Ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Τζωρτζ Μπωλ ήλθε τότε στη Λευκωσία για να προωθήσει το σχέδιο, αλλά δεν κατόρθωσε να πείσει τον Μακάριο να το δεχθεί.

 

Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην προσπάθειά του να κρατήσει το NATO έξω από την Κύπρο, είχε την ενεργό υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Σοβιετικός ηγέτης Νικήτα Κρουστσιώφ απηύθυνε τότε μήνυμα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ελλάδα και την Τουρκία, στο οποίο χαρακτήριζε την προταθείσα νατοϊκή δύναμη ως «δύναμη ένοπλης εισβολής» και ως απόπειρα του NATO να θέσει την Κύπρο υπό τον στρατιωτικό του έλεγχο. Ο Κρουστσιώφ προχωρούσε για να προειδοποιήσει ότι η Σοβιετική Ένωση δεν θα παρέμενε αδιάφορη «σε εξελίξεις τόσο κοντά στα νότια σύνορά της».

 

Ωστόσο και μέσα στους ίδιους τους κόλπους του NATO το αγγλοαμερικανικό σχέδιο δεν έτυχε και τόσο ενθουσιώδους υποδοχής. Το Βέλγιο και η Ολλανδία εξέφρασαν προθυμία να συμμετάσχουν σε τέτοια δύναμη μόνο υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη θα έδιναν τη συγκατάθεσή τους για νατοϊκή δύναμη που θα στάθμευε στην Κύπρο. Η Δυτική Γερμανία ήταν διστακτική, ενώ η Γαλλία δεν ήθελε «να αναμειχθεί σε μια επιχείρηση που βασιζόταν στο καθεστώς της Ζυρίχης, στου οποίου την εκπόνηση η ίδια δεν συμμετέσχε».

 

Υπό τις συνθήκες αυτές ενισχυόταν η θέση του Μακαρίου ότι η μόνη διεθνής δύναμη που θα μπορούσε να σταλεί στην Κύπρο, θα έπρεπε να έχει την εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας.

 

Στο μεταξύ, και ενώ στην ίδια την Κύπρο οι διακοινοτικές συγκρούσεις εντείνονταν και ενώ οι σχέσεις Ελλάδας - Τουρκίας επιδεινώνονταν, η Βρετανία με μια αιφνιδιαστική κίνησή της ζήτησε, στις 15 Φεβρουαρίου 1964, συνεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας για «να εξετάσει τα επείγοντα προβλήματα που προκύπτουν από την επιδείνωση των συνθηκών ασφαλείας στην Κύπρο». Η αίτηση υπεβλήθη ακριβώς δυο μέρες μετά από συνομιλίες που ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντάγκλας Χιούμ είχε στην Ουάσιγκτον με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Λύντον Τζόνσον (12 -13.2.1964). Προφανώς το Λονδίνο και η Ουάσιγκτον ήθελαν να προλάβουν προσφυγή του Μακαρίου στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Η κυπριακή κυβέρνηση αντέδρασε ζητώντας κι αυτή επείγουσα σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας, για να εξετάσει τον κίνδυνο επικείμενης στρατιωτικής εισβολής της Τουρκίας στην Κύπρο. Η αίτηση, όμως, της κυπριακής κυβέρνησης υποστηρίχθηκε μόνο από τέσσερα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας και ο πρόεδρος του Συμβουλίου Κάρλος Μπερνάρντες, από τη Βραζιλία, αποφάσισε εναντίον της επείγουσας συνεδρίας που ζήτησε η Κύπρος και υπέρ της συνεδρίας που ζήτησε η Βρετανία, η οποία θα μπορούσε έτσι να παρουσιάσει πρώτη τις θέσεις της. Η συζήτηση άρχισε στις 18 Φεβρουαρίου 1964 και κράτησε τρεις εβδομάδες. Η Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, που αρχικά προσπάθησαν να κρατήσουν το θέμα μακριά από τον ΟΗΕ, τελικά, όταν διαπίστωσαν ότι η προσφυγή στο διεθνή οργανισμό ήταν αναπόφευκτη, επεδίωξαν να περιορίσουν σε όσο το δυνατό χαμηλότερο βαθμό το ρόλο των Ηνωμένων Εθνών. Από την άλλη, ο Μακάριος επιθυμούσε τη μεγαλύτερη δυνατή ανάμειξη του ΟΗΕ, για να μπορέσει να προστατεύσει την Κύπρο από την τουρκική απειλή.

 

Οι συζητήσεις στο Συμβούλιο Ασφαλείας υπήρξαν μακρές και σε έντονο κλίμα. Η Βρετανία υποστήριξε ότι η πρώτη προτεραιότητα ήταν η αποκατάσταση της ειρήνης στην Κύπρο και μετά η προσπάθεια για διευθέτηση πολιτικών προβλημάτων. Για την επίτευξη του άμεσου στόχου εισηγήθηκε όπως η «ειρηνευτική δύναμη» που βρισκόταν ήδη στο νησί (η βρετανική) ενισχυθεί κάπως, κατά προτίμηση ύστερα από διευθετήσεις μεταξύ «των μερών». Υπογράμμισε επίσης επανειλημμένα τη θέση της ότι καμιά απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν θα έπρεπε να ερμηνευθεί ως ακυρωτική της Συνθήκης Εγγυήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Από τη δική της πλευρά, η κυπριακή κυβέρνηση έθετε ως πρώτη προτεραιότητα την αποτροπή του ψηλαφητού κινδύνου της τουρκικής στρατιωτικής εισβολής στην Κύπρο και τόνιζε ότι εφόσον απομακρυνόταν η τουρκική απειλή, θα ακολουθούσε ως συνέπεια και η επικράτηση της ειρήνης στο νησί. Η Κύπρος ζητούσε από το Συμβούλιο Ασφαλείας, προτού προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, να πάρει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας της Κύπρου.

 

Ύστερα από πολύπλοκες και μαραθώνιες διαβουλεύσεις στα παρασκήνια του ΟΗΕ από τον πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας, με τη βοήθεια και του γενικού γραμματέα του διεθνούς οργανισμού Ου Θαντ*, ετοιμάστηκε την τελευταία εβδομάδα του Φεβρουαρίου προσχέδιο απόφασης, το οποίο κατέθεσαν από κοινού η Βολιβία, η Βραζιλία, η Ακτή του Ελεφαντόδοντος, η Νορβηγία και το Μαρόκο. Το πλήρες κείμενο του προσχεδίου απόφασης, που εγκρίθηκε ομόφωνα δυο μέρες μετά την υποβολή του, είναι το ακόλουθο:

 

Το Συμβούλιο Ασφαλείας,

Σημειώνοντας ότι η παρούσα κατάσταση αναφορικά με την Κύπρο είναι ενδεχόμενο να απειλήσει τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια και πιθανόν να επιδεινωθεί περισσότερο αν δεν ληφθούν πρόσθετα μέτρα για τη διατήρηση της ειρήνης και την αναζήτηση μόνιμης λύσης.

Λαμβάνοντας υπ' όψιν τις θέσεις που πήραν τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τις Συνθήκες που υπεγράφησαν στη Λευκωσία στις 16 Αυγούστου 1960,

Έχοντας υπ' όψιν τις σχετικές πρόνοιες του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και του Άρθρου υπ' αρ. 2. παράγραφος 4, που αναφέρει: «Όλα τα Μέλη πρέπει να απέχουν στις διεθνείς τους σχέσεις από την απειλή χρήσεως ή τη χρήση βίας εναντίον της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ασυμβίβαστο με τους Σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών»,

1. Καλεί όλα τα Κράτη - Μέλη, συμμορφούμενα προς τις υποχρεώσεις τους βάσει του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, να απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια ή απειλή ενέργειας που πιθανόν να επιδεινώσει την κατάσταση στην κυρίαρχη Δημοκρατία της Κύπρου, ή να θέσει σε κίνδυνο τη διεθνή ειρήνη.

2. Ζητεί από την κυβέρνηση της Κύπρου, που έχει την ευθύνη για τη διατήρηση και την αποκατάσταση του νόμου και της τάξεως, να πάρει όλα τα αναγκαία επιπρόσθετα μέτρα για τον τερματισμό της βίας και της αιματοχυσίας στην Κύπρο.

3. Συνιστά τη δημιουργία, με τη συγκατάθεση της κυβέρνησης της Κύπρου, μιας ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο. Η σύνθεση και το μέγεθος της δύναμης θα αποφασιστεί από τον γενικό γραμματέα, σε συνεννόηση με τις κυβερνήσεις της Κύπρου, της Ελλάδας, της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο διοικητής της δύναμης θα διοριστεί από τον γενικό γραμματέα και θα είναι υπόλογος σ' αυτόν. Ο γενικός γραμματέας, ο οποίος θα ενημερώνει πλήρως τις κυβερνήσεις που συμμετέχουν στη δύναμη, θα υποβάλλει περιοδικές εκθέσεις στο Συμβούλιο Ασφαλείας για την επιχείρηση.

4. Συνιστά όπως έργο της δύναμης, προς το συμφέρον της διατήρησης της διεθνούς ειρήνης, είναι να καταβάλει κάθε προσπάθεια για να παρεμποδίσει επανάληψη των συγκρούσεων και να συμβάλει στη διατήρηση και αποκατάσταση του νόμου και της τάξεως και στην επιστροφή σε ομαλές συνθήκες.

5. Συνιστά όπως η στάθμευση της δύναμης είναι για περίοδο τριών μηνών, όλες δε οι δαπάνες για τη συντήρηση της αναληφθούν, κατά τρόπο που θα συμφωνηθεί από αυτές, από τις κυβερνήσεις που προσφέρουν αποσπάσματα και από την κυπριακή κυβέρνηση. Ο γενικός γραμματέας μπορεί επίσης να δεχθεί εθελοντικές εισφορές για το σκοπό αυτό.

6. Συνιστά περαιτέρω όπως ο γενικός γραμματέας διορίσει, σε συμφωνία με την κυβέρνηση της Κύπρου και τις κυβερνήσεις της Ελλάδας, της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, ένα μεσολαβητή, ο οποίος θα καταβάλει τις καλύτερες δυνατές προσπάθειες με τους αντιπροσώπους των κοινοτήτων και επίσης με τις τέσσερις προαναφερθείσες κυβερνήσεις, με σκοπό την προώθηση ειρηνικής λύσης και συμφωνημένης διευθέτησης του προβλήματος που αντιμετωπίζει η Κύπρος, σύμφωνα προς τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, έχοντας υπόψιν την ευημερία του λαού της Κύπρου ως συνόλου και τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας. Ο μεσολαβητής θα υποβάλλει περιοδικές εκθέσεις στον γενικό γραμματέα για τις προσπάθειές του.

7. Ζητεί από τον γενικό γραμματέα να παραχωρήσει, από κονδύλια των Ηνωμένων Εθνών, τα αναγκαία ποσά για την αμοιβή και τις δαπάνες του μεσολαβητή και του προσωπικού του.

 

Το έργο, λοιπόν, της εγκαθίδρυσης της ειρηνευτικής δύναμης ανετέθη στον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, που ανέλαβε την καθοδήγησή της στα πλαίσια των κατευθυντηρίων γραμμών που όρισε το Συμβούλιο Ασφαλείας. Η συγκρότηση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ αποδείχθηκε αρκετά δύσκολη. Πέρασαν τρεις εβδομάδες από την έγκριση του σχετικού ψηφίσματος για να μπορέσει ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Ου Θαντ να την κηρύξει ως έτοιμη να αναλάβει το έργο της. Ένας από τους λόγους της καθυστέρησης ήταν η προϋπόθεση να δώσουν και τα τέσσερα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη (Κύπρος, Ελλάδα, Τουρκία και Βρετανία) τη συγκατάθεσή τους για το ποιες χώρες θα συμμετείχαν στη δύναμη, πράγμα που περιόριζε πολύ τον κατάλογο των υποψηφίων χωρών. Επίσης υπήρξε διστακτικότητα από χώρες που ήταν μεν πρόθυμες να στείλουν στρατιωτικό απόσπασμα, αλλά όχι να αναλάβουν και την ανάλογη οικονομική δαπάνη. Παράλληλα μερικές χώρες ήταν απρόθυμες να στείλουν στρατιώτες τους για να βρεθούν ανάμεσα στα διασταυρούμενα πυρά των αντιπάλων προτού επιτευχθεί εκεχειρία. Και ακριβώς την ίδια μέρα που εγκρίθηκε η απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ξέσπασαν σφοδρές συγκρούσεις βόρεια της Λευκωσίας, που επεκτάθηκαν και σ' άλλες περιοχές τις επόμενες μέρες. Η Τουρκία απείλησε ότι θα δρούσε μονομερώς και θα έστελνε στην Κύπρο στρατιωτική δύναμη για να «προστατεύσει τους Τουρκοκυπρίους» ωσότου φθάσει στο νησί η ειρηνευτική δύναμη των Ηνωμένων Εθνών. Η κυπριακή κυβέρνηση ζήτησε επείγουσα σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας για να αποτραπεί η απειλούμενη τουρκική εισβολή. Το Συμβούλιο συνήλθε στις 13 Μαρτίου 1964 και ο Ου Θαντ έδωσε τη διαβεβαίωση ότι οι πρώτες μονάδες της ΟΥΝΦΙΚΥΠ θα αποστέλλονταν σύντομα στην Κύπρο. Το βράδυ της ίδιας μέρας η Καναδική Βουλή, σε έκτακτη συνεδρία της, εξουσιοδότησε την αποστολή «όχι περισσοτέρων των 1.200 ανδρών» στην Κύπρο. Μικρή ομάδα Καναδών αξιωματικών είχε ήδη φθάσει στο νησί την προηγούμενη μέρα. Ο κύριος όγκος του καναδικού αποσπάσματος θα έφθανε κατά τις δυο επόμενες εβδομάδες. Στις 20 Μαρτίου 1964 η Φινλανδική Βουλή ενέκρινε ομόφωνα την αποστολή αποσπάσματος από 700 άνδρες. Ακολούθησαν παρόμοιες αποφάσεις στην Ιρλανδική Δημοκρατία και τη Σουηδία. Τελικά, στις 26 Μαρτίου 1964 ο Ου Θαντ πληροφορούσε το Συμβούλιο Ασφαλείας ότι η ΟΥΝΦΙΚΥΠ θα άρχιζε το έργο της από νωρίς το επόμενο πρωί.

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image