Ηνωμένα Έθνη και Κύπρος

Διοικητές της ΟΥΝΦΙΚΥΠ

Πρώτος διοικητής της ΟΥΝΦΙΚΥΠ ήταν ο Ινδός αντιστράτηγος Πρεμ Σινχ Γκυάνι που ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 27.3.1964. Ο Γκυάνι βρισκόταν ήδη στην Κύπρο από τις 16.1.1964 ως αντιπρόσωπος του Ου Θάντ για να επιβλέπει τις δραστηριότητες της βρετανικής «ειρηνευτικής δύναμης». Ο Γκυάνι υπηρέτησε με επιτυχία κατά τα πρώτα κρίσιμα στάδια της δημιουργίας της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, ως τον Ιούλιο του 1964 όταν αποχώρησε από τη θέση του για «υποχρεωτικούς προσωπικούς λόγους». Στη θέση του διορίστηκε ο επίσης Ινδός απόστρατος στρατηγός Κοντεντέρα Σουμπάγια Τιμάγια, που είχε μια επιτυχή στρατιωτική σταδιοδρομία και μεταξύ άλλων είχε υπηρετήσει στην Κορέα κατά την δεκαετία του 1950, ως πρόεδρος της Επιτροπής Ουδετέρων Κρατών για Επαναπατρισμό. Υπηρέτησε με ευθυκρισία και πολλή ικανότητα ως την ημέρα του αιφνίδιου θανάτου του, τον Δεκέμβριο του 1965. Μετά τον θάνατο του Τιμάγια, ανέλαβε καθήκοντα προσωρινού διοικητή της ΟΥΝΦΙΚΥΠ ο αρχηγός του επιτελείου της δύναμης Βρετανός ταξίαρχος Α. Τζέιμς Γουΐλσον. Τον Μάιο του 1966 διορίστηκε νέος διοικητής ο απόστρατος Φινλανδός υποστράτηγος Ιλμάρι Άρμας Έινο Μάρτολα που είχε διατελέσει προσωπικός σύμβουλος του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Νταγκ Χάμμερσκελντ για στρατιωτικά θέματα σχετικά με την Ειρηνευτική Δύναμη του Σουέζ. Ακολούθησε ο διορισμός ενός ακόμη Ινδού, του στρατηγού Ντεβάν Πρεμ Τσαντ, τον Δεκέμβριο του 1969. Ο Τσαντ ήταν διοικητής της ΟΥΝΦΙΚΥΠ κατά την τουρκική εισβολή. Υπηρέτησε στη θέση αυτή ως τον Δεκέμβριο του 1976, οπότε τον διαδέχθηκε ο Ιρλανδός υποστράτηγος Τζ. Κουίν. Από τον Μάρτιο του 1981 ως τον Απρίλιο του 1988 διοικητής της ΟΥΝΦΙΚΥΠ διετέλεσε ο Αυστριακός υποστράτηγος Γκύντερ Γκράιντλ. Ακολούθησαν οι: Κλάιβ Μίλνερ (Καναδός, 1988-1992), Μάικλ Μίνεχαν (Ιρλανδός, 1992-1994), Άχτι Βαρτιάινεν (Φινλανδός, 1994-1997), Εβεργκίστο Αρτούρο ντε Βεργκάρα (Αργεντινός, 1997-1999), Βίκτορι Ράνα (Νεπαλέζος, 1999-2001), Τζιν Χα Χουάγκ (Νοτιοκορεάτης, 2002-2003), Χέρμπερτ Φίγκολ (Ουραγουανός, 2004-2006) και Ραφαέλ Χοσέ Μπάρνι (Αργεντινός, 2006 κ.ε.).

 

Η αριθμητική ισχύς της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο (ΟΥΝΦΙΚΥΠ) έχει υποστεί σταδιακή μείωση τα τελευταία χρόνια, αφενός λόγω οικονομικών προβλημάτων που προκύπτουν για τις χώρες οι οποίες διαθέτουν αποσπάσματα στη Δύναμη, και αφετέρου λόγω της απογοήτευσης από την έλλειψη προόδου στο Κυπριακό.

 

Έχουν ήδη αποσύρει τα αποσπάσματά τους αρκετές χώρες. Σε σύγκριση με τους 6.411 άνδρες που αριθμούσε αρχικά η ΟΥΝΦΙΚΥΠ όταν εγκαταστάθηκε στην Κύπρο το 1964, το 1996 υπηρετούσαν 1.173 άνδρες, που προέρχονταν κυρίως από την Αργεντινή (392), τη Βρετανία (364), την Αυστρία (353) και την Ιρλανδία (25). Το 2008 υπηρετούσαν 930 από την Αργεντινή, την Αυστρία, τον Καναδά, την Κροατία, την Ουγγαρία, την Σλοβακία και τη Βρετανία. 

 

Τα χρόνια και σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η ΟΥΝΦΙΚΥΠ οδήγησαν σε αλλαγές του τρόπου χρηματοδότησής της. Τον Ιούνιο του 1993, και ενώ το έλλειμμα που παρουσίαζε η Δύναμη ανερχόταν σε 200 εκατομμύρια δολάρια, ο Γ.Γ. υπέβαλε εισήγηση για την μετατροπή του συστήματος εθελοντικών εισφορών που ίσχυε, σε σύστημα υποχρεωτικών εισφορών, όπως ισχύει για τις άλλες ειρηνευτικές επιχειρήσεις του διεθνούς οργανισμού.

 

Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις ορισμένων μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, τελικά τον Σεπτέμβριο του 1993 η Γενική Συνέλευση αποφάσισε όπως όλες οι δαπάνες της ΟΥΝΦΙΚΥΠ που δεν καλύπτονται από εθελοντικές εισφορές, τυγχάνουν χειρισμού ως δαπάνες του Οργανισμού και πληρώνονται από τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων που προηγήθηκαν της απόφασης, η Ρωσία άσκησε το δικαίωμα της αρνησικυρίας για να παρεμποδίσει την αλλαγή στον τρόπο χρηματοδότησης της ΟΥΝΦΙΚΥΠ από εθελοντικές εισφορές σε υποχρεωτικές.

 

Ήταν η πρώτη φορά που ασκείτο το δικαίωμα της αρνησικυρίας από οποιαδήποτε χώρα μετά την περίοδο του ψυχρού πολέμου και μάλιστα σε ένα θέμα τόσο ήσσονος σημασίας. Η Ρωσία ήρε αργότερα τις αντιρρήσεις της, αφού συμφωνήθηκε ένα μεικτό σύστημα εθελοντικών και υποχρεωτικών εισφορών.

 

Η θητεία της ΟΥΝΦΙΚΥΠ εξακολουθεί να ανανεώνεται για εξάμηνες περιόδους, με σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και ύστερα από εκθέσεις του γενικού γραμματέα.

 

Σε μια από τις εκθέσεις του, τον Ιούνιο του 1994, ο Μπ. Γκάλι αναφερόμενος στην γενικότερη στρατιωτική κατάσταση στην Κύπρο, προέβαινε και στην εξής διαπίστωση:

 

«Υπολογίζεται ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχουν στο βόρειο τμήμα του νησιού σχεδόν 30.000 μέλη των ενόπλων δυνάμεων της Τουρκικής Δημοκρατίας (τουρκικές δυνάμεις), καθιστώντας το μία από τις πλέον στρατικοποιημένες περιοχές στον κόσμο, αν ληφθεί υπόψιν η αναλογία μεταξύ του αριθμού των στρατευμάτων και του πληθυσμού». Μιλούσε επίσης για αναβάθμιση του εξοπλισμού των τουρκικών δυνάμεων. Τον επόμενο χρόνο (1995) σε άλλη έκθεση του ο Γκάλι διαπίστωνε ότι ο αριθμός των τουρκικών δυνάμεων «υπερβαίνει κατά πολύ τις 30.000» και ότι διαθέτουν πέραν των 300 αρμάτων μάχης.

 

Ταυτόχρονα ο γ.γ. επεσήμαινε ότι «η κυβέρνηση της Κύπρου, σε συνεργασία με την Ελλάδα, συνέχισε το πρόγραμμα ενίσχυσης της οργάνωσης και του εξοπλισμού της Εθνικής Φρουράς».

 

Η θέση του Γκάλι είναι ότι «το υπερβολικό επίπεδο εξοπλισμών και δυνάμεων στην Κύπρο και ο ρυθμός με τον οποίο ενισχύονται είναι ανησυχητικός», πράγμα που καθιστά απαραίτητη την συνεχιζόμενη παρουσία της ΟΥΝΦΙΚΥΠ.