Ηνωμένα Έθνη και Κύπρος

Το Σχέδιο Ανάν

Η μεγαλύτερη προσπάθεια των Ηνωμένων Εθνών για επίτευξη μίας συνολικής λύσης στο Κυπριακό πρόβλημα ανελήφθη από τα τέλη του 20ού αιώνα και εξής, επί προεδρίας Γλαύκου Κληρίδη και όταν γενικός γραμματέας του ΟΗΕ ήταν ο Κόφι Ανάν. Η όλη προσπάθεια κράτησε μερικά χρόνια και αναμείχθηκαν σε αυτήν πάρα πολλοί στρατευθέντες από τον ΟΗΕ ειδικοί επί πολλών και διαφόρων θεμάτων. Πάρα πολλές επαφές είχαν γίνει από εκπροσώπους των Ηνωμένων Εθνών με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και πολλοί κύκλοι διαβουλεύσεων και διερευνήσεων πραγματοποιήθηκαν.

 

Με τις επαφές, συνομιλίες και διαβουλεύσεις, το αρχικό σχέδιο συνολικής λύσης που είχε συνταχθεί, διαφοροποιήθηκε αρκετές φορές, έτσι ώστε σταδιακά είχαν παρουσιαστεί πέντε συνολικά «εκδόσεις» του σχεδίου, που πήρε το όνομα του τότε γενικού γραμματέα του ΟΗΕ.

 

Συγκεκριμένα, η προσπάθεια αυτή των Ηνωμένων Εθνών προς επίλυση του Κυπριακού άρχισε από τον Δεκέμβριο του 1999 με συνομιλίες «εκ του σύνεγγυς», βάσει των ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Οι συνομιλίες αυτές δεν κατέληξαν, λόγω της επιμονής και εμμονής της τουρκικής πλευράς σε αναγνώριση των κατεχομένων εδαφών ως χωριστού και κυρίαρχου κράτους. Ύστερα από ένα χρόνο άρχισαν «απευθείας» συνομιλίες μεταξύ του τότε προέδρου της Δημοκρατίας Γλαύκου Κληρίδη και του τότε ηγέτη των Τουρκοκυπρίων Ραούφ Ντενκτάς. Και πάλι δεν κατέστη δυνατό να επιτευχθεί πρόοδος.

 

Σε μία προσπάθεια υποβοήθησης της διαδικασίας, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Κόφι Ανάν κατέθεσε, τον Νοέμβριο του 2002, λεπτομερές σχέδιο συνολικής λύσης του προβλήματος. Επ’ αυτού, τα μέρη υπέβαλαν τις παρατηρήσεις και εισηγήσεις τους. Έτσι, κατά τους διάφορους γύρους των διαβουλεύσεων, είχαν γίνει και από ελληνοκυπριακής και από τουρκοκυπριακής πλευράς προτάσεις αλλαγών και τροποποιήσεων στο αρχικό σχέδιο, καθώς και προτάσεις κυρίως από την Τουρκία. Βάσει τούτων, ο γενικός γραμματέας επανήλθε, καταθέτοντας τροποποιημένα σχέδια τον Δεκέμβριο του 2002 και ξανά τον Φεβρουάριο του 2003.

 

Στο μεταξύ, τον Φεβρουάριο του 2003 διεξήχθησαν στην Κύπρο προεδρικές εκλογές και στην προεδρία της Δημοκρατίας τον πρόεδρο Γλαύκο Κληρίδη διαδέχθηκε ο Τάσσος Παπαδόπουλος. Τον επόμενο μήνα ο γενικός γραμματέας κάλεσε τον νέο πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς σε συνομιλίες στη Χάγη. Οι συνομιλίες πολύ σύντομα οδηγήθηκαν σε ναυάγιο, λόγω επίδειξης πλήρους αδιαλλαξίας εκ μέρους του ηγέτη των Τουρκοκυπρίων. Λόγω αυτής του της στάσης, τόσο η τουρκοκυπριακή πλευρά όσο και η Τουρκία βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη διεθνή κριτική, ενώ στην Κύπρο υπήρξαν και σοβαρές αντιδράσεις των ιδίων των Τουρκοκυπρίων για την αρνητική στάση της ηγεσίας τους.

 

Προκειμένου να αντιμετώπιζε την διεθνή πίεση, η τουρκική πλευρά προχώρησε σε μία αιφνιδιαστική ενέργεια στις 23 Απριλίου 2003: στη μερική άρση των περιορισμών που είχε από το 1974 επιβάλει ο τουρκικός στρατός κατοχής για τη διακίνηση Τουρκοκυπρίων στις ελεύθερες περιοχές και Ελληνοκυπρίων στις κατεχόμενες περιοχές. Η ανταπόκριση και από τις δύο πλευρές υπήρξε αθρόα, και συνεχίζεται χωρίς τη δημιουργία σοβαρών προβλημάτων. Τούτο κατέρριψε πάντως τον μύθο που προβαλλόταν από τουρκικής πλευράς για το αδύνατο της συμβίωσης και συνεργασίας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, παρά το ότι και οι μεν και οι δε, επισκεπτόμενοι τους γενέθλιους χώρους των εύρισκαν τα σπίτια τους είτε ερείπια είτε κατειλημμένα από άλλους.

 

Στις 13 Φεβρουαρίου 2004 επετεύχθη συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών σχετική με τη διαδικασία που θα ακολουθείτο στις διαπραγματεύσεις βάσει του σχεδίου του γενικού γραμματέα. Η διαδικασία προέβλεπε συνέχιση των διαπραγματεύσεων με την εμπλοκή και Ελλάδας και Τουρκίας και στα σημεία εκείνα επί των οποίων δεν θα υπήρχε συμφωνία, ο γενικός γραμματέας θα ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια προκειμένου να συμπλήρωνε τα κενά του όλου σχεδίου του.

 

Οι δύο πλευρές στην Κύπρο αποδέχθηκαν επίσης να θέσουν το τελικό σχέδιο υπό την κρίση του λαού, σε χωριστά και σύγχρονα δημοψηφίσματα, κάτι που θα συνέβαινε για πρώτη φορά. Τελικά η δεσμευτική επιδιαιτησία του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ αποδείχθηκε αντιπαραγωγική για τη διεξαγωγή περαιτέρω ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, τόσο στη Λευκωσία όσο και στο Μπούργκενστοκ της Ελβετίας. Ακόμη, τόσο τα Ηνωμένα Έθνη όσο και η διεθνής κοινότητα επέδειξαν βιασύνη, επιδιώκοντας την επίτευξη τελικής συμφωνίας για λύση, ενόψει του γεγονότος ότι τον Μάιο του ιδίου χρόνου η Κύπρος θα εντασσόταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η τουρκική πλευρά ανάλωσε το χρόνο υποβάλλοντας περαιτέρω αιτήματα, αντίθετα μάλιστα προς τις βασικές αρχές του σχεδίου και των έως τότε διαπραγματεύσεων. Επιδεικνύοντας βιασύνη, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ κατέθεσε το τελικό του σχέδιο την τελευταία ημέρα του Μαρτίου 2004. 

 

Το τελικό αυτό σχέδιο λύσης παρέμεινε γνωστό ως Σχέδιο Ανάν – 5, εφόσον ήταν η πέμπτη κατά σειράν εκδοχή του συγκεκριμένου σχεδίου. Τούτο ήταν το πληρέστερο και ογκωδέστερο σχέδιο που είχε συνταχθεί ποτέ, και αφορούσε σε όλες τις πτυχές του Κυπριακού (όπως εδαφικό, περιουσιακό, συνταγματικό, προσφυγικό, θέμα εποίκων, θέμα αποζημιώσεων, θέματα λειτουργίας και θεσμών και οργάνων του νέου κράτους κλπ.), τις οποίες όχι μόνο εξέταζε με κάθε λεπτομέρεια, αλλά προνοούσε και για όλα τα στάδια εφαρμογής του σχεδίου και πρότεινε λύσεις για κάθε περίπτωση. Η ελληνοκυπριακή πλευρά διαπίστωσε ότι ο γενικός γραμματέας, προκειμένου να οδηγούσε τα πράγματα σε ταχεία λύση, είχε περιλάβει στο τελικό σχέδιο, βάσει της διακριτικής του ευχέρειας, όλες τις απαιτήσεις της Τουρκίας. Πράγμα που οδήγησε την ελληνοκυπριακή πλευρά στην απόρριψή του. (Βλέπε Βίντεο

 

Τα χωριστά και παράλληλα δημοψηφίσματα, που έγιναν τον Απρίλιο του 2004, είχαν ως αποτέλεσμα: η μεν ελληνοκυπριακή πλευρά να απορρίψει το σχέδιο με το σημαντικό ποσοστό 75,8%, η δε τουρκοκυπριακή πλευρά να το εγκρίνει με ποσοστό 64,9%. Ο κυριότερος λόγος απόρριψης του σχεδίου από την ελληνοκυπριακή πλευρά ήταν η ενσωμάτωση σ’ αυτό, την υστάτη, όλων των απαιτήσεων της Τουρκίας που μεταξύ άλλων περιελάμβαναν την παραμονή στο νησί για ακαθόριστο χρόνο των τουρκικών στρατευμάτων και την παραμονή όλων των εποίκων. Εκρίθη ακόμη ότι στο σχέδιο δεν παρέχονταν εγγυήσεις για την ασφάλεια, τη λειτουργικότητα και τη βιωσιμότητα, και ότι το σχέδιο ουσιαστικά διασφάλιζε ότι οι δύο κοινότητες θα παρέμεναν πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά διαχωρισμένες.

 

Η απόρριψη του σχεδίου από την ελληνοκυπριακή πλευρά δημιούργησε γι’ αυτήν ένα ιδιαίτερα αρνητικό διεθνές κλίμα, ενώ έθεσε την τουρκοκυπριακή και τουρκική πλευρά σε πλεονεκτική διεθνή θέση. Η κυπριακή κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα της Κύπρου ανάλωσαν κατά τα επόμενα τρία περίπου χρόνια τεράστια και συνεχή προσπάθεια να αντιμετωπίσουν την τουρκική προπαγάνδα και να εξηγήσουν στη διεθνή κοινότητα ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν τάσσονταν εναντίον της όποιας λύσης αλλά απέρριψαν τη συγκεκριμένη πρόταση, για μία σωρεία λόγων που εξηγήθηκαν και αναλύθηκαν. Η κυπριακή κυβέρνηση προχώρησε επίσης στην εξαγγελία δέσμης μέτρων υπέρ των Τουρκοκυπρίων. Η Κύπρος, παρά το διεθνές αρνητικό κλίμα, εντάχθηκε κανονικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Από δικής του πλευράς, ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών παραιτήθηκε των περαιτέρω προσπαθειών. Εξάλλου, σύντομα η θητεία του Κόφι Ανάν ως γενικού γραμματέα του ΟΗΕ ολοκληρώθηκε και εξελέγη ως νέος γενικός γραμματέας ο Μπαν Γκι Μουν. Η ελληνοκυπριακή πλευρά συνέχισε τις προσπάθειες για νέες συνομιλίες προς επίτευξη λύσης. Οι προσπάθειες αυτές εντάθηκαν και προωθήθηκαν με την εκλογή ως νέου προέδρου της Δημοκρατίας του Δημήτρη Χριστόφια. Δεδομένου δε και του γεγονότος ότι στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων εξελέγη ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, αντικαθιστώντας τον αδιάλλακτο και ακραίο Ραούφ Ντενκτάς, δημιουργήθηκε νέα δυναμική. Υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, οι συνομιλίες ξανάρχισαν.