Λεμεσός

Προϊστορία και ιστορία επαρχίας Λεμεσού

 Η επαρχία της Λεμεσού έχει να επιδείξει όχι μόνο πολύ πλούσιο αλλά και αρχαιότατο παρελθόν. Στα γεωγραφικά της όρια εμπίπτουν προϊστορικοί συνοικισμοί και συνοικισμοί των Ιστορικών χρόνων, μεταξύ των οποίων και δυο από τις πιο σημαντικές πόλεις - βασίλεια της αρχαίας Κύπρου, το Κούριον και η Αμαθούς. Η πόλη της Λεμεσού βρίσκεται κτισμένη στη μέση περίπου της αποστάσεως μεταξύ των δυο αυτών πόλεων της Αρχαιότητας˙ σύμφωνα μάλιστα προς μια άποψη, η ονομασία Λεμεσός (στις παλαιές πηγές Νέμεσος και Νεμεσός) προήλθε από το επίθετο ανάμεσος επειδή βρίσκεται ανάμεσα στις πόλεις Κούριον και Αμαθούντα. Πλούσιο είναι το ιστορικό παρελθόν της επαρχίας και κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια.

 

Κατά τα Προϊστορικά χρόνια το τοπίο κοντά στη σημερινή πόλη της Λεμεσού, ιδίως στην περιοχή της χερσονήσου του Ακρωτηρίου, ήταν εντελώς διαφορετικό. Αρχικά η χερσόνησος του Ακρωτηρίου δεν υπήρχε. Υπήρχε μόνο ένα νησάκι απέναντι από την ακτή, μακρόστενο, του οποίου οι δυο άκρες αποτελούν σήμερα τα ακρωτήρια Ζευγάρι και Γάτα. Η παραλία εκτεινόταν αρκετά πιο πάνω απ’ ό,τι σήμερα και οι δυο κόλποι — Ακρωτηρίου κι Επισκοπής — ήταν ενωμένοι με θάλασσα. Ο σχηματισμός της χερσονήσου οφείλεται σε προσχώσεις των δυο ποταμών που εκβάλλουν στην περιοχή, του Κούρη και του Γαρύλλη, και αποθέσεις άμμου και χαλικιών από τα κύματα (δημιουργία διπλού τόμπολο). Η διεργασία αυτή της δημιουργίας της χερσονήσου κράτησε πολύν καιρό. Ακόμη και οι μεσαιωνικοί χάρτες της Κύπρου παρουσιάζουν τη σημερινή αλυκή της Λεμεσού να είναι σαφώς ενωμένη με τη θάλασσα, πράγμα που σημαίνει ότι η δημιουργία της ακτής Λέιτυς Μάιλ και ο σχηματισμός λίμνης (αλυκής) με αποκοπή της από τη θάλασσα, ολοκληρώθηκε σε νεότερα χρόνια. Μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε ότι προϊστορικοί συνοικισμοί της περιοχής (όπως της Ερήμης και της Επισκοπής) βρίσκονταν τότε αρκετά πιο κοντά στη θάλασσα.

 

Συνοικισμός της Σωτήρας: Απ’ όσους αρχαίους συνοικισμούς έχουν διερευνηθεί σε έκταση μέχρι σήμερα, παλαιότερος είναι ο συνοικισμός της Σωτήρας, χρονολογούμενος στη Νεολιθική II περίοδο (4500-3900 π.Χ.). Ακολουθεί ο συνοικισμός της Ερήμης (τοποθεσία Παμπούλα), χρονολογούμενος στη Χαλκολιθική Ι περίοδο (3900-2900 π.Χ.). Κατά την Πρώιμη εποχή του Χαλκού (2500-1900 π.Χ.) υφίσταντο συνοικισμοί στη Σωτήρα, στην Επισκοπή, στη Λεμεσό και στην Αυδήμου.

 

Ο νεολιθικός συνοικισμός της Σωτήρας, δυτικά της Λεμεσού κι όχι μακριά από τη νότια ακτή της Κύπρου, κτισμένος σε λόφο, παρουσιάζει διαφορές από άλλους σύγχρονούς του συνοικισμούς: οι καλύβες είναι ακανόνιστων σχημάτων, συνηθέστερα όμως τετραγωνικές με στρογγυλεμένες τις γωνιές.  Ένας κεντρικός πάσσαλος στήριζε τη στέγη κι εσωτερικά υπήρχαν υποδιαιρέσεις σε μικρά δωμάτια και εστίες. Τα υλικά που χρησιμοποιούνταν ήταν τοπικό πέτρωμα, πηλός και, για τη στέγη, καλάμια και θάμνοι με πηλό. Σημαντική διαφορά από τον συνοικισμό της Χοιροκοιτίας παρουσιάζει ο συνοικισμός της Σωτήρας και ως προς τα ταφικά έθιμα: στη Σωτήρα οι νεκροί θάβονταν σε χωριστά νεκροταφεία κι όχι μέσα στις κατοικίες.

 

Οι διαφορές ως προς την αρχιτεκτονική και τις συνήθειες που παρατηρούνται στον συνοικισμό της Σωτήρας, οδήγησαν στη διατύπωση της γνώμης ότι οφείλονταν σε ξένους αποίκους που είχαν φθάσει στο νησί — προφανώς από την απέναντι συροπαλαιστινιακή ακτή — κι είχαν εγκατασταθεί στο νότιο τμήμα της Κύπρου (ιδιομορφίες παρατηρούνται και στον σύγχρονο της Σωτήρας συνοικισμό της Καλαβασού Α΄, που εμπίπτει στην επαρχία της Λάρνακας).

 

Οι νεολιθικοί κάτοικοι της Σωτήρας (και πιθανότατα και άλλων συνοικισμών στην περιοχή που δεν έχουν ακόμη διερευνηθεί) ήσαν γεωργοί και κυνηγοί.  Ήταν ταυτόχρονα και επιδέξιοι αγγειοπλάστες. Οι αρχαιολογικές έρευνες στη Σωτήρα απέδωσαν αξιόλογα δείγματα κεραμεικής. Ο συνοικισμός της Σωτήρας καταστράφηκε πιθανώς από σεισμό.

 

Συνοικισμός της Ερήμης: Νεότερος από τον συνοικισμό της Σωτήρας, ο συνοικισμός της Ερήμης κοντά στη νότια ακτή της Κύπρου, χρονολογείται στη Χαλκολιθική περίοδο. Αντίθετα προς τους κατοίκους της Σωτήρας που πιθανόν να ήσαν έποικοι, οι κάτοικοι της Ερήμης διατηρούν (ή αναβιώνουν) τα ταφικά έθιμα που απαντώνται στη Χοιροκοιτία, με θάψιμο των νεκρών κάτω από τα δάπεδα των κατοικιών, σε συνεσταλμένη στάση.

 

Η Χαλκολιθική περίοδος (3900-2500 π.Χ.) είναι μεταβατική, από την εποχή της Πέτρας στην εποχή του Χαλκού. Ο χαλκός, n σημαντικότατη αυτή ανακάλυψη της προϊστορικής Κύπρου, έχει κατά την περίοδο αυτή ανακαλυφθεί, όμως ακόμη η εκμετάλλευση και χρήση του είναι εντελώς περιορισμένη. Αλλά οι κάτοικοι της Ερήμης γνωρίζουν κιόλας το μέταλλο αυτό, όπως αποδεικνύει η ανεύρεση, κατά τις ανασκαφές, ενός χάλκινου εργαλείου (κοπίδι). Άλλη σημαντική εξέλιξη παρουσιάζεται στην κεραμεική, με νέα και τολμηρά σχήματα αγγείων που χαρακτηρίζονται και από ευφάνταστο διάκοσμο στον οποίο κυριαρχούν τα γεωμετρικά και φυτικά μοτίβα, σχεδιασμένα με κοκκινωπό χρώμα πάνω σε λευκό επίχρισμα. Εξάλλου και η οικιακή αρχιτεκτονική απέχει πολύ από εκείνη της Νεολιθικής εποχής. Στην Ερήμη οι κατοικίες ήσαν ακανόνιστες κυκλικές, λαξευμένες κατά ένα μέρος στον φυσικό βράχο. Ήταν δηλαδή ημιυπόγειες, με το τμήμα τους που βρισκόταν πάνω από το έδαφος κατασκευασμένο από ξύλα επενδυμένα με παχύ στρώμα πηλού. Μερικές κατοικίες δεν ήσαν ημιυπόγειες αλλά ολότελα υπέργειες. Μερικές, πάλι, κατοικίες ήσαν διαιρεμένες σε μικρότερους χώρους.

 

Κατά την Πρώιμη εποχή του Χαλκού (2500-1900 π.Χ.), που διαιρείται σε τρεις υποπεριόδους, κατοικείται πάλι n περιοχή της Σωτήρας καθώς κι άλλες περιοχές της επαρχίας, όπως η περιοχή της πόλης της Λεμεσού, η περιοχή της Επισκοπής καθώς και της Αυδήμου. Κατοικούνται, δηλαδή, οι πεδινές και λοφώδεις περιοχές κοντά στην ακτή. Δεν υπάρχουν, μέχρι τώρα, σαφείς πληροφορίες για κατοίκηση και στα ενδότερα της επαρχίας όπου το τοπίο είναι ημιορεινό και ορεινό. Ένας μεγάλος συνοικισμός που ανασκάφηκε πρόσφατα στην τοποθεσία Πάνω Μαντηλάρης στην Άλασσα, χρονολογείται αργότερα, στην Τελευταία εποχή του Χαλκού (1650-1050 π.Χ.).

 

Συνοικισμός Άλασσας: Στον συνοικισμό της Άλασσας υπήρχαν εργαστήρια κατεργασίας του χαλκού, απασχόληση που απαντάται σε πάρα πολλούς χώρους της αρχαίας Κύπρου την εποχή κατά την οποία σ’ ολόκληρο σχεδόν το νησί υπήρχε οργασμός εργασιών σχετικών με το μέταλλο αυτό: εξόρυξη, επεξεργασία, εμπορία του. Όμως κατά την εποχή του Χαλκού περισσότερο αναπτύσσεται η βόρεια και, κυρίως, η ανατολική Κύπρος (Καλοψίδα, Έγκωμη, ακόμη και το Κίτιον) κι ο λόγος φαίνεται να είναι κυρίως γεωγραφικός, αφού οι περιοχές της βόρειας και της ανατολικής Κύπρου βρίσκονται πλησιέστερα προς τις ακτές της Μικράς Ασίας και της Συρίας - Παλαιστίνης αντιστοίχως, με τις οποίες διεξαγόταν κυρίως το εμπόριο.

 

Ο συνοικισμός της Άλασσας παρουσιάζει πολλά κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα με τον μυκηναϊκό συνοικισμό στην τοποθεσία Παμπούλα, περιοχή του χωριού Επισκοπή της επαρχίας Λεμεσού.

 

Εγκατάσταση των Μυκηναίων: Η περιοχή του χωριού Επισκοπή είναι κατάσπαρτη από αρχαιολογικούς χώρους που χρονολογούνται στα Προϊστορικά και Ιστορικά χρόνια. Στην τοποθεσία Φανερωμένη τάφοι και κατάλοιπα συνοικισμού χρονολογούνται στην Πρώιμη και Μέση εποχή του Χαλκού (2500-1900, 1900-1650 π.Χ.). Στην τοποθεσία Παμπούλα συνοικισμός χρονολογείται στην Τελευταία εποχή του Χαλκού (1650-1050 π.Χ.). Ο συνοικισμός αυτός βρισκόταν στην κορφή και στις πλαγιές χαμηλού λόφου και πολύ κοντά (όπως και στη Φανερωμένη) βρισκόταν το νεκροταφείο του. Οι κατοικίες ήσαν κτισμένες με αργούς λίθους και χαλίκια στο κάτω μέρος των τοίχων και με πλιθάρια στο πάνω μέρος. Εσωτερικά ήσαν χωρισμένες σε δυο — και αργότερα σε περισσότερα — δωμάτια και εργαστηριακούς χώρους. Από το νεκροταφείο του συνοικισμού προήλθαν πολλά κινητά αρχαία αντικείμενα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται χάλκινα σκεύη, μικροτεχνικά έργα και αγγεία μυκηναϊκής τέχνης, πράγμα που συνδέει τον χώρο με την άφιξη κι εγκατάσταση Μυκηναίων (Αχαιών) στο νησί. Μερικοί όμως από τους τάφους που ερευνήθηκαν, εντάσσονται χρονολογικά σε μεταγενέστερη εποχή και, συγκεκριμένα, στους Κυπρο - Γεωμετρικούς και Αρχαϊκούς χρόνους. Έτσι θεωρείται πολύ πιθανό ότι στην περιοχή δυνατό να υπήρχε και συνοικισμός των χρόνων αυτών που δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί από την αρχαιολογική σκαπάνη.

 

Άλλο νεκροταφείο στην περιοχή της Επισκοπής βρίσκεται στην τοποθεσία Καλορίζικη κι είναι το μεγαλύτερο σε έκταση αλλά και σε χρονική διάρκεια σ’ ολόκληρη την περιοχή του Κουρίου, όπως και το πλουσιότερο σε ταφικά ευρήματα. Μεταγενέστερό του είναι το γειτονικό νεκροταφείο της τοποθεσίας Άγιος Ερμογένης (για όλους τους χώρους της Επισκοπής βλέπε λεπτομερέστερα στο λήμμα Επισκοπή αρχαιολογικοί χώροι).

 

Οι αρχαιολογικοί αυτοί χώροι σχετίζονται βέβαια άμεσα με την αρχαία πόλη του Κουρίου που, όπως διασώζουν αρχαίοι συγγραφείς, οι κάτοικοί της θεωρούσαν ότι είχε ιδρυθεί από Αχαιούς αποίκους κι ονόμαζαν τους εαυτούς των απογόνους των Αργείων. Η περιοχή όμως εκατοικείτο — όπως αποδεικνύουν οι ανασκαφές — και πολύ πριν οι Αχαιοί αποικήσουν την Κύπρο. Συνεπώς στο Κούριον οι άποικοι από την Ελλάδα εγκαταστάθηκαν σε προϋπάρχοντα οικισμό, όπως εξάλλου συνέβη και σε πολλά άλλα μέρη του νησιού. Εκεί οργάνωσαν την πόλη με βάση τα δικά τους πρότυπα, αφού σε σύντομο χρόνο κυριάρχησαν επί του ντόπιου πληθυσμού, και ίδρυσαν το βασίλειο του Κουρίου. Στο άλλο παραθαλάσσιο άκρο της επαρχίας Λεμεσού ιδρύθηκε άλλη σημαντική πόλη, που επίσης οργανώθηκε σε βασίλειο, η Αμαθούς. Για τις δυο αυτές σημαντικές αρχαίες πόλεις του νησιού, βλέπε λεπτομέρειες στα αντίστοιχα λήμματα Αμαθούς και Κούριον.

 

Στα δυο βασίλεια ανήκε μεγάλη έκταση της σημερινής επαρχίας Λεμεσού, ολόγυρα από τις δυο πόλεις που ήσαν οι έδρες τους. Ενώ όμως η αρχαία παράδοση ήθελε σύνδεση του βασιλείου του Κουρίου με τους Αργείους της Πελοποννήσου, η ίδια αρχαία παράδοση ισχυριζόταν ότι στην Αμαθούντα είχαν συμπτυχθεί και παραμείνει οι «αυτόχθονες» Κύπριοι, οι λεγόμενοι Ετεοκύπριοι, που είχαν εκτοπισθεί από τους Αχαιούς αποίκους. Στην Αμαθούντα φαίνεται ότι είχαν κατοικήσει και Φοίνικες άποικοι, όπως και στο Κίτιον και σε άλλες πόλεις του νησιού. Ωστόσο τα ανασκαφικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι κατά τους Ιστορικούς χρόνους το ελληνικό στοιχείο της Αμαθούντος δεν ήταν λιγότερο ισχυρό, αντίθετα μάλιστα˙ βασιλιάδες της πόλης είχαν, εξάλλου, ελληνικά ονόματα ενώ ελληνικές θεότητες λατρεύονταν και στην πόλη αυτή μαζί με τις μη ελληνικές. Έστω κι αν δεχθούμε ως ορθή την αρχαία αναφορά ότι οι αρχικοί κάτοικοι της Αμαθούντος ήταν «αυτόχθονες», ωστόσο η κυριαρχία των Ελλήνων στην Κύπρο και η επίδρασή τους σ’ ολόκληρο το νησί ήταν τόση, ώστε δεν ήταν δυνατό να μη επηρεασθεί και η πόλη αυτή. Όμως η Αμαθούς, όπως και το Κούριον και οι άλλες μεγάλες παραλιακές πόλεις της Κύπρου, που όλες είχαν λιμάνια κι ασχολούνταν εκτεταμένα με το εμπόριο, ανέπτυσσαν ποικίλες επαφές, είχαν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, δέχονταν πολλές αντίθετες επιδράσεις και οι κάτοικοί τους ήταν διαφόρων εθνικοτήτων.

 

Στο εσωτερικό της επαρχίας της Λεμεσού, που είναι ημιορεινό και ορεινό, υπήρχαν διάφοροι μικρότεροι αγροτικοί οικισμοί που αναπτύχθηκαν κατά διάφορες περιόδους. Στην Άλασσα, για παράδειγμα, οι πρόσφατες ανασκαφές έφεραν στο φως και κατάλοιπα των Ρωμαϊκών χρόνων. Στην Φασούλα υφίστατο ίσως οικισμός κάπου κοντά στο ιερό του Λαβρανίου Διός στην τοποθεσία «Κάστρος» του χωριού αυτού. Στο Κοιλάνι φαίνεται ότι υφίστατο οικισμός τουλάχιστον από τα Ελληνιστικά και Ρωμαϊκά χρόνια, όπως προκύπτει από αντικείμενα προερχόμενα από τάφους στην περιοχή του. Κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια υφίστατο και ο οικισμός της Ανώγυρας, που αναφέρεται ως Ονόγυρα σε αρχαία επιγραφή. Τάφοι των Ρωμαϊκών χρόνων υπάρχουν και στο χωριό Απαισιά που ίσως διασώζει την ονομασία της αρχαίας πόλεως Απαισός (Μικρά Ασία). Η περιοχή γύρω από την πόλη του Κουρίου ονομαζόταν Κουριάς και φαίνεται ότι ήταν αρκετά πυκνοκατοικημένη. Στην τοποθεσία Λάνια της χερσονήσου του Ακρωτηρίου, κατάλοιπα των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων πιστεύεται ότι χρησιμοποιούνταν για λατρευτικούς σκοπούς. Αρχαιότητες υφίστανται και σε άλλες τοποθεσίες, στην ίδια χερσόνησο. Αλλά και στο Τρόοδος θα πρέπει να υφίσταντο οικισμοί, αφού μεταλλεύματα (όπως ο αμίαντος) ήσαν γνωστά στους αρχαίους Κυπρίους και παράγονταν στο νησί.

 

Τα σωζόμενα τοπωνύμια διαφόρων περιοχών της επαρχίας, παραπέμπουν επίσης σε οικισμούς ή ιερά θεοτήτων της Αρχαιότητας που υφίσταντο στις αντίστοιχες περιοχές. Έτσι, δυο κορφές στην επαρχία ονομάζονται Μούττη του Δκιά (=του Δία), μια στο Καλό Χωριό και μια στο χωριό Δύμες. Το χωριό Δύμες μπορεί να συσχετιστεί με τον αποικισμό της Κύπρου από τους Αχαιούς, αφού διασώζει την ονομασία της αρχαίας αχαϊκής πόλεως Δύμη (Πελοπόννησος). Το χωριό Άρσος, πάλι, πήρε την ονομασία του από κάποιο αρχαίο ιερό άλσος που υφίστατο εκεί. Το βουνό Αφάμης πιθανότατα φιλοξενούσε στην κορφή του ιερό του Ευφημίου Διός. Στην περιοχή του Αφάμη ένας γκρεμός ονομάζεται Κρεμμός της Έρας που φανερά παραπέμπει στην Ήρα, σύζυγο του Διός. Επίσης, τοποθεσία του χωριού Δωρός λέγεται Δκιόνυσος (=Διόνυσος), ενώ το ίδιο το χωριό Δωρός φέρει ονομασία προερχόμενη πιθανότατα από την αρχαία ονομασία Δωρίς που έφεραν δυο ελληνικές πόλεις, μια στην Αττική και μια στη Μικρά Ασία, που σήμαινε «δασώδης περιοχή». Εξάλλου από την αρχαία ελληνική λέξη βάσσα (ή και βήσσα) που σήμαινε «δασωμένη κοιλάδα», πήραν το όνομά τους τα δυο χωριά της επαρχίας Λεμεσού Βάσα Κοιλανίου και Βάσα Κελλακίου.

 

Αν και μπορούμε να πούμε ότι κατά την Αρχαιότητα οι ορεινές περιοχές της επαρχίας δεν πρέπει να ήσαν πυκνοκατοικημένες, κυρίως επειδή τα μεγάλα αστικά κέντρα βρίσκονταν στις παραλιακές τοποθεσίες του νησιού, ωστόσο τα διάφορα σωζόμενα τοπωνύμια, που παραδείγματα μόνο δώσαμε ακριβώς πιο πάνω, υποδηλώνουν την ύπαρξη οικισμών και ιερών χώρων.

 

Κούριον και Αμαθούντα: Ο θεσμός των βασιλείων καταργήθηκε τον 4ο π.Χ. αιώνα από τον Πτολεμαίο Α΄ τον Λάγου, ένα των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και βασιλιά της Αιγύπτου και της Κύπρου. Ωστόσο οι δυο μεγάλες πόλεις της επαρχίας, το Κούριον και η Αμαθούς, συνέχισαν την πορεία και τη ζωή τους, η πρώτη μέχρι τον 7ο μ.Χ. αιώνα και η δεύτερη μέχρι τον 12ο. Το τέλος της Αρχαιότητας οριοθετείται με τον θρίαμβο και την επικράτηση του Χριστιανισμού τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Ο Χριστιανισμός είχε από τα μέσα του 1ου μ.Χ. αιώνα αρχίσει να διαδίδεται στην Κύπρο, με τις δυο περιοδείες στο νησί των αποστόλων Παύλου, Βαρνάβα και Μάρκου και Βαρνάβα και Μάρκου. Οι απόστολοι περιέλαβαν στις περιοδείες τους και την επαρχία της Λεμεσού, προσπαθώντας να διδάξουν τη νέα θρησκεία κυρίως στις δυο μεγάλες πόλεις της, στο Κούριον και στην Αμαθούντα. Συνάντησαν όμως αντίδραση από τους Εβραίους κατοίκους των πόλεων αυτών, σύμφωνα προς τις γραπτές πηγές. Η πληροφορία για ύπαρξη ισχυρής παροικίας Εβραίων στις κυπριακές πόλεις, κι όχι μόνο στις προαναφερθείσες αλλά και στην Πάφο, στη Σαλαμίνα και αλλού, επιβεβαιώνεται και από τα τραγικά γεγονότα του 116 μ.Χ., οπότε μεγάλη εξέγερση των Εβραίων είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών χιλιάδων ανθρώπων και την εκτεταμένη καταστροφή της Σαλαμίνος που βοηθήθηκε οικονομικά από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό*. Αν και δεν υπάρχουν πληροφορίες, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι η εξέγερση των Εβραίων είχε επεκταθεί και στο Κούριον και σε άλλες περιοχές της Κύπρου, αφού ήταν συνδυασμένη με γενικότερη εξέγερση από την Αίγυπτο μέχρι τη Μικρά Ασία.

 

Στην περιοχή της Αμαθούντος οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας φιλοξενήθηκαν σ’ ένα χωριό από τον Αριστοκλειανό*, τον οποίο πιο πριν είχαν γιατρέψει στην Αντιόχεια από τη λέπρα, είχαν χειροτονήσει επίσκοπο κι είχαν αποστείλει στο χωριό του να διαδώσει τον Χριστιανισμό. Ωστόσο πρώτοι γνωστοί επίσκοποι Αμαθούντος μνημονεύονται ο Μνημόνιος* και ο Τύχων*, και οι δυο του 4ου μ.Χ. αιώνα. Σ’ ό,τι αφορά την πόλη του Κουρίου, πρώτος γνωστός επίσκοπός της αναφέρεται ο Φιλωνίδης*, του τέλους του 3ου και των αρχών του 4ου μ.Χ. αιώνα. Πάντως, τόσο στο Κούριον όσο και στην Αμαθούντα εγκαθιδρύθηκαν επισκοπικές έδρες από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες (βλέπε και λήμματα Αμαθούντος επισκοπή και Κουρίου επισκοπή). Στο μεταξύ στα Πρακτικά της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνος (451 μ.Χ.), αναφέρεται και η Θεοδοσιανή* ως πόλη της Κύπρου και έδρα επισκόπου, που εκπροσωπήθηκε στη σύνοδο από τον επίσκοπο Σωτήρα*.   Όπως διευκρινίζει ο επίσκοπος Πάφου Θεόδωρος (7ος μ.Χ. αιώνας) σε σύγγραμμά του για τον άγιο Σπυρίδωνα, η Θεοδοσιανή (ή και Θεοδοσιάς) ήταν η Νέα πόλις τῆς Κυπρίων [βυζαντινής] ἐπαρχίας, δηλαδή η αναφερόμενη αλλού ως Νεάπολις, δηλαδή η Λεμεσός.

 

Η πόλη φαίνεται πως είχε ονομασθεί Θεοδοσιανή (και Θεοδοσιάς) προς τιμήν ενός από τους Θεοδοσίους, αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Πιθανότατα ανήκε εκκλησιαστικά στην επισκοπή Αμαθούντος. Φαίνεται ότι είχε αρχίσει από τότε ν’ αντικαθιστά ως ένα βαθμό και σταδιακά την Αμαθούντα, αφού η τελευταία είχε καταστραφεί επανειλημμένα από τους σεισμούς του 4ου μ.Χ. αιώνα. Έκτοτε άρχισε ν’ αναπτύσσεται η Λεμεσός, αν και n Αμαθούς επιβίωσε μέχρι το 1191. Συνεπώς για μεγάλο χρονικό διάστημα οι δυο πόλεις συνυπήρχαν˙ και δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι η περιοχή της Αμαθούντος ονομάζεται μέχρι σήμερα και Παλιά Λεμεσός.

 

Η Αμαθούς είχε καταστεί σημαντική πόλη κατά τα Ελληνιστικά χρόνια (οπότε κτίστηκε το λιμάνι της που κατάλοιπά του σώζονται σήμερα σε μικρό βάθος μέσα στη θάλασσα), οπότε πιθανώς εχρησιμοποιείτο και ως ναυτικός στρατιωτικός σταθμός των Πτολεμαίων. Πρωτεύουσα τότε της Κύπρου (μητρόπολις) ήταν η Πάφος που διατήρησε τον τίτλο και κατά την Ρωμαϊκή περίοδο. Αργότερα (Πρωτοβυζαντινά χρόνια) μητρόπολις έγινε η Σαλαμίς /Κωνσταντία στην ανατολική Κύπρο, αλλά πιθανώς και η Αμαθούς είχε διατελέσει για κάποιο σύντομο διάστημα πρωτεύουσα του νησιού, σύμφωνα προς μερικές μαρτυρίες. Εἰς τόν καιρόν τῶν δουκῶν, γράφει ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός, τῶν ἀπό Κωνσταντινουπόλεως ἤνθει [η Αμαθούς] καί ἐτιμᾶτο ὡς μητρόπολις, καί καθέδρα τῶν ἱδίων... (Κυπριανός, Ἱστορία Χρονολογική..., Βενετία, 1788, σ. 24). Ο δούκας της Κύπρου Επιφάνιος* (β΄ μισό του 6ου μ.Χ. αιώνα) αναφέρεται ότι είχε έδρα του την Αμαθούντα στην οποία γεννήθηκε ο γιος του Ιωάννης* ο Ελεήμων, διαπρεπής ιεράρχης, πατριάρχης Αλεξανδρείας και άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

 

Κατά τα Ρωμαϊκά και Πρωτοβυζαντινά χρόνια, πάντως, η Αμαθούς ήταν πρωτεύουσα της μιας από τις τέσσερις επαρχίες στις οποίες χωριζόταν η Κύπρος, η οποία και ονομαζόταν Αμαθουσία. Οι άλλες τρεις ήσαν η Παφία στα δυτικά, η Λαπηθία στα βόρεια και η Σαλαμινία στα ανατολικά. Η επαρχία Αμαθουσία περιελάμβανε το νότιο τμήμα της Κύπρου, εκτεινόμενη και προς ανατολάς σε τμήμα της σημερινής επαρχίας Λάρνακας. Ο διαχωρισμός της Κύπρου στις τέσσερις αυτές επαρχίες φαίνεται και σε μεταγενέστερους χάρτες, του 16ου και του 17ου αιώνα, όταν η πόλη της Αμαθούντος δεν υφίστατο.

 

Προς τα ενδότερα της Κύπρου είχε μετακινηθεί αρκετός πληθυσμός του νησιού από τα παραλιακά μέρη κατά την περίοδο των καταστροφικών αραβικών επιδρομών (7ος-10ος αιώνας). Οι επιδρομείς χτυπούσαν και λεηλατούσαν τους παραθαλάσσιους οικισμούς, πόλεις και χωριά, των οποίων οι κάτοικοι αναζητούσαν ασφάλεια στα ενδότερα ορεινά και ημιορεινά μέρη. Στην επαρχία της Λεμεσού εξαιτίας των αραβικών επιδρομών καταστράφηκε κι εγκαταλείφθηκε οριστικά η πόλη του Κουρίου κατά το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα. Η Αμαθούς, που θα πρέπει επίσης να είχε πληγεί, κατόρθωσε να επιβιώσει. Κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών, πάντως, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ιδρύθηκαν αρκετοί νέοι οικισμοί στα ενδότερα της επαρχίας Λεμεσού, ή και ενισχύθηκαν και διάφοροι οικισμοί που προϋπήρχαν, με κατοίκους που μετακινήθηκαν από τα παράλια προς τα μέσα.

 

Ο μικρός οικισμός της Λεμεσού είχε επιβιώσει, αν και δεν ήταν οχυρωμένος — ή τουλάχιστον όχι ικανοποιητικά οχυρωμένος. Πρόχειρα οχυρωματικά έργα αναφέρεται ότι είχε κάμει στην περιοχή ο Ισαάκιος Κομνηνός*, τύραννος της Κύπρου, σε μια προσπάθεια να παρεμποδίσει την απόβαση των δυνάμεων του Ριχάρδου* του Λεοντόκαρδου, βασιλιά της Αγγλίας, το 1191.

 

Ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος και η Βερεγγάρια: Ο Ισαάκιος Κομνηνός, τελευταίος Βυζαντινός διοικητής της Κύπρου, είχε αποστατήσει κι είχε ανακηρύξει τον εαυτό του σε ανεξάρτητο ηγεμόνα του νησιού από το 1185, αφού με δόλο είχε αναλάβει τη διοίκηση της Κύπρου. Κατόρθωσε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τις δυνάμεις που η Κωνσταντινούπολη είχε στείλει εναντίον του, αλλά όχι και τις δυνάμεις του Λεοντόκαρδου ο οποίος βρέθηκε στην περιοχή μετέχοντας στην τρίτη Σταυροφορία. Με το πρόσχημα ότι ο Ισαάκιος δεν είχε φερθεί ιπποτικά στην αρραβωνιαστικιά του Βερεγγάρια* και στην αδελφή του Ιωάννα* (που το καράβι τους είχε οδηγηθεί από θαλασσοταραχή στον όρμο της Λεμεσού), ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος έφθασε με τον στρατό του στην Κύπρο το 1191. Τα καράβια του αγκυροβόλησαν επίσης στον κόλπο της Λεμεσού. Ο Ισαάκιος απέτυχε να εμποδίσει την αποβίβαση των δυνάμεων του Ριχάρδου, από τον οποίο τελικά ηττήθηκε. Ο Ριχάρδος κατέλαβε την Κύπρο και προσωπικά είχε προχωρήσει και στο εσωτερικό του νησιού, μέχρι την Τρεμετουσιά (όπου κι έγινε η τελική σύγκρουσή του με τον Ισαάκιο), τη Λευκωσία και την Αμμόχωστο. Δεν απέφυγε τις λεηλασίες, που του απέφεραν τεράστιες ποσότητες λαφύρων. Στην επαρχία της Λεμεσού, αν και αναφέρεται πως είχε προχωρήσει μέχρι τα ορεινά της μέρη (χωριό Κοιλάνι), συντριπτικό πλήγμα επέφερε κυρίως κατά της Αμαθούντος, την οποία και κατέστρεψε ολοκληρωτικά. Έτσι το 1191 τερματίστηκε βίαια η μακρά πορεία της πόλης αυτής, που αντικαταστάθηκε πλέον οριστικά από τη Νέα Πόλη ή και Νεάπολη, δηλαδή τη Λεμεσό. Ταυτόχρονα τερματίστηκε και η βυζαντινή κυριαρχία επί της Κύπρου.

 

Για πολύ σύντομο διάστημα η Κύπρος περιήλθε υπό την κατοχή των Ναϊτών ιπποτών, στους οποίους την είχε πωλήσει ο Ριχάρδος. Το 1192 το νησί αγοράστηκε από τον Γκυ ντε Λουζινιάν, ιδρυτή της δυναστείας των Λουζινιανών που βασίλεψαν στην Κύπρο καθ’ όλη την περίοδο της Φραγκοκρατίας, δηλαδή μέχρι το 1489. Στο βασίλειο δυτικού μεσαιωνικού τύπου που είχε εγκαθιδρυθεί, ίσχυσε το φεουδαρχικό - τιμαριακό σύστημα. Επικεφαλής ήταν ο βασιλιάς, «πρώτος μεταξύ ίσων» φεουδαρχών προς τους οποίους παραχωρήθηκαν εκτάσεις γης και χωριά. Η Λατινική Εκκλησία καθώς και διάφορα δυτικά εκκλησιαστικά τάγματα απέκτησαν επίσης υπερπρονόμια και σημαντικές περιουσίες. Οι Κύπριοι έγιναν σκλάβοι και η Κυπριακή Ορθόδοξη Εκκλησία βρέθηκε υπό συνεχή σκληρό διωγμό.

 

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας η ίδια η πόλη της Λεμεσού γνώρισε ακμή, αν και δεν κατόρθωσε να φθάσει την αίγλη της Αμμοχώστου και τη λαμπρότητα της Λευκωσίας (βλέπε λεπτομερώς στο κεφάλαιο για την ιστορία της πόλης της Λεμεσού). Το κάστρο της πόλης κτίστηκε από τους Φράγκους, μετά το πέρασμα του Ριχάρδου Λεοντόκαρδου κι όχι πριν. Συνεπώς ο Άγγλος βασιλιάς δεν είχε τελέσει σ’ αυτό τους γάμους του με τη Βερεγγάρια, όπως θέλει η παράδοση, αλλά σε μια μικρή ορθόδοξη εκκλησία της Λεμεσού που ήταν αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο. Η Λεμεσός έγινε έδρα Λατίνων επισκόπων, ενώ εκπρόσωποι διαφόρων δυτικών θρησκευτικών δογμάτων απέκτησαν περιουσίες στην επαρχία κι έκτισαν μοναστήρια και εκκλησίες (όπως των Καρμηλιτών στα Πολεμίδια).

 

Το ισχυρό φαίουδο του Κολοσσιού: Ιδιαίτερα σημαντικό, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, ήταν το ισχυρό φέουδο του Κολοσσιού, έδρα της Μεγάλης Κομμανταρίας των Ιωαννιτών ιπποτών στην Κύπρο (βλέπε λήμμα Κομμανταρία ή Κομμαντερία). Μεταξύ των χωριών της Κύπρου που ανήκαν στη Μεγάλη Κομμανταρία των Ιωαννιτών, ήταν και τα ακόλουθα χωριά της επαρχίας Λεμεσού: Κελλάκι, Σανίδα, Επταγώνια, Καλό Χωριό, Αρμενοχώρι, Άγιος Παύλος, Άγιος Κωνσταντίνος, Ασώματος, Γεράσα, Διερώνα, Ζακάκι, Μοναγροΰλλι, Αρακαπάς, Συκόπετρα, Τραχώνι, Παραμάλι, Σπιτάλλι (που διασώζει την κυπριακή ονομασία των Ιωαννιτών ιπποτών που ονομάζονταν Σπιταλλιώτες), Ερήμη, Φασούρι, Βάσα, Κλωνάρι, Λουβαράς. Οι Ιωαννίτες κατείχαν και άλλα χωριά σε άλλα μέρη της Κύπρου. Αρκετά απ’ αυτά ανήκαν αρχικά στους Ναΐτες ιππότες, μέχρι τη διάλυση του τάγματός τους. Η Ανώγυρα ανήκε, μαζί με άλλα χωριά, στη Μικρή Κομμανταρία που είχε έδρα της το (εγκαταλειμμένο σήμερα) χωριό Φοίνικας στην επαρχία Πάφου. Άλλα χωριά της επαρχίας Λεμεσού περιήλθαν στην κατοχή ξένων ευγενών κι απετέλεσαν ιδιωτικά φέουδα. Μεταξύ αυτών η Επισκοπή που ανήκε από τα μέσα του 14ου αιώνα στην οικογένεια Κορνάρο* της Βενετίας, της οποίας γόνος ήταν η Αικατερίνη Κορνάρο, τελευταία βασίλισσα της Κύπρου. Από τα άλλα χωριά της επαρχίας, τα Αγρίδια παραχωρήθηκαν σε κάποιο Φράγκο ιερωμένο που ονομαζόταν Ιούλιος. Η Δορά διετέλεσε κατά καιρούς ιδιωτικό φέουδο. Οι Κιβίδες ανήκαν στην οικογένεια ντε Κιβίδες*. Η Συλίκου ανήκε σε Λατίνους ιερωμένους, όπως και τα Πολεμίδια. Ιδιωτικό φέουδο ήταν και το Φοινί. Σε μέλη της βασιλικής οικογένειας των Λουζινιανών ανήκαν η Λόφου και το Πελένδρι. Ιδιωτικά φέουδα θα πρέπει να ήταν και αρκετά από τα άλλα χωριά που γνωρίζουμε ότι υφίσταντο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας (όπως το Κοιλάνι, το Μονάγρι, ο Μονιάτης, η Παλώδια, η Παραμύθα, ο Λιμνάτης και άλλα), ενώ εκείνα που δεν είχαν παραχωρηθεί σε ευγενείς, ανήκαν στον βασιλιά.

 

Οι ντόπιοι κάτοικοι της επαρχίας — όπως εξάλλου κι ολόκληρης της Κύπρου — ήσαν δούλοι που εργάζονταν υπό άθλιες συνθήκες στα ιδιωτικά ή εκκλησιαστικά ή βασιλικά φέουδα. Αρκετά από τα χωριά της επαρχίας παρήγαν φημισμένο κρασί και η αμπελοκαλλιέργεια ήταν εκτεταμένη. Μεταξύ των άλλων προϊόντων της επαρχίας ήταν η ζάχαρη, που παραγόταν κυρίως σε εργοστάσια στο Κολόσσι και στην Επισκοπή, των οποίων οι περιοχές καλύπτονταν από εκτεταμένες φυτείες ζαχαροκάλαμου. Σε μεγάλες ποσότητες παράγονταν και χαρούπια.

 

Η Λεμεσός, που απότομα αναπτύχθηκε μετά την άφιξη των Φράγκων και που ήταν ωραία μεσαιωνική πόλη, σύμφωνα προς μαρτυρίες μεσαιωνικών επισκεπτών της, σύντομα περιέπεσε και πάλι σε παρακμή εξαιτίας συμφορών που θα πρέπει, ασφαλώς, να επηρέασαν και μεγάλο τμήμα της επαρχίας. Σαν τέτοιες συμφορές αναφέρονται οι σεισμοί και οι πλημμύρες, όπως και οι πόλεμοι και οι επιδρομές (ιδιαίτερα η εισβολή των Γενουατών στην Κύπρο το 1373 και η εισβολή των Μαμελούκων το 1426). Η επαρχία ασφαλώς υπέφερε κατά καιρούς και από επιδημίες που αναφέρεται στις πηγές ότι αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό του νησιού, κι από επιδρομές των ακρίδων που αποτελούσαν πραγματική μάστιγα μέχρι και την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

 

Η Φραγκοκρατία τερματίστηκε το 1489, με την προσφορά της Κύπρου από τη βασίλισσα Αικατερίνη Κορνάρο στη Δημοκρατία της Βενετίας. Η σύντομη περίοδος της Βενετοκρατίας (1489-1570/71) δεν πρόσφερε τίποτε στο νησί. Οι Βενετοί ενδιαφέρθηκαν μόνο για την όσο το δυνατό σκληρότερη εκμετάλλευση των πόρων της Κύπρου, και φυσικά και της επαρχίας Λεμεσού, χωρίς κανένα ενδιαφέρον για τον ίδιο τον τόπο. Μεταξύ των προϊόντων της επαρχίας σημαντικό ήταν και το αλάτι από την αλυκή της Λεμεσού, αν και τούτο ήταν φθηνότερο από εκείνο της αλυκής της Λάρνακας, γιατί εθεωρείτο υποδεέστερης ποιότητος.

 

Ενώ αναμενόταν η τουρκική επίθεση για κατάληψη της Κύπρου (που πραγματοποιήθηκε το 1570), οι Βενετοί δεν ενδιαφέρθηκαν καθόλου για την άμυνα της Λεμεσού και, γενικότερα, της νότιας και δυτικής Κύπρου. Εφόσον αριθμητικά οι δυνάμεις τους υστερούσαν, συγκέντρωσαν την προσοχή τους στην καλύτερη αμυντική ικανότητα στον άξονα Αμμοχώστου - Λευκωσίας - Κερύνειας κι αδιαφόρησαν σχεδόν πλήρως για την υπόλοιπη Κύπρο. Όσα οχυρωματικά έργα δεν μπορούσαν να επανδρωθούν (όπως τα τρία κάστρα του Πενταδάκτυλου) καταστράφηκαν για να μη χρησιμοποιηθούν από τον εχθρό. Μεταξύ των όσων γκρεμίστηκαν, περιλαμβανόταν και το κάστρο της Λεμεσού. Έτσι, όταν εκδηλώθηκε η τουρκική επίθεση κατά της Κύπρου το 1570, τόσο η ίδια η Λεμεσός όσο και η επαρχία της κατελήφθησαν από τους εισβολείς πολύ εύκολα, όπως και η Λάρνακα και η Πάφος. Η Λευκωσία αλώθηκε ύστερα από αντίσταση 40 ημερών, στις 9 Σεπτεμβρίου του 1570. Ακολούθησε η παράδοση της Κερύνειας, ενώ η Αμμόχωστος άντεξε 11 ολόκληρους μήνες σκληρής πολιορκίας, μέχρι τον Αύγουστο του 1571.

 

Η περίοδος της τουρκοκρατίας και η παρακμή της πόλης: Η περίοδος της Τουρκοκρατίας χαρακτηρίζεται από κακοδιοίκηση και αυθαιρεσίες, από εκμετάλλευση και βαρειές φορολογίες κι από έλλειψη οποιουδήποτε ενδιαφέροντος σχετικού με την ανάπτυξη και πρόοδο του νησιού. Έτσι, πολύ γρήγορα η επαρχία Λεμεσού, όπως εξάλλου κι ολόκληρη η Κύπρος, περιέπεσε σε κατάσταση πλήρους παρακμής κι εξαθλιώσεως. Εκδιώχθηκαν βέβαια οι δυτικοί φεουδάρχες και οι Λατίνοι κληρικοί και παλινορθώθηκε η Κυπριακή Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι νέες όμως συνθήκες δεν πρόσφεραν καμιά ευκαιρία για πρόοδο. Σταδιακά αρκετά χωριά της επαρχίας Λεμεσού εκτουρκίστηκαν πλήρως, ενώ άλλα έγιναν μεικτά. Η επανασυγκρότηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας έγινε με την επαναφορά της αρχιεπισκοπής στην πρωτεύουσα Λευκωσία και την ίδρυση τριών μόνο επισκοπών από τις δεκατέσσερις, των επισκοπών Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας. Η πόλη και το μεγαλύτερο τμήμα της επαρχίας Λεμεσού εντάχθηκαν εκκλησιαστικά στην επισκοπή Κιτίου (με έδρα τη Λάρνακα), ενώ το υπόλοιπο και μικρότερο τμήμα της επαρχίας εντάχθηκε στην επισκοπή Πάφου. Αλλά και διοικητικά, μεγάλα τμήματα της επαρχίας Λεμεσού υπήχθησαν σε άλλες περιοχές. Το 1777, σύμφωνα προς τον αρχιμανδρίτη Κυπριανό, η Κύπρος ήταν χωρισμένη σε τέσσερις επαρχίες (Λευκωσίας, Πάφου, Λάρνακας, Κερύνειας) και δεκαεπτά κατηλλίκια. Από τα κατηλλίκια αυτά, εκείνο της Αυδήμου ανήκε στην επαρχία Πάφου, ενώ άλλα δυο, της Λεμεσού - Επισκοπής και του Κοιλανίου, ανήκαν στην επαρχία Λάρνακας. Η διοικητική διαίρεση της Κύπρου δεν ήταν σταθερή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αλλά κατά καιρούς ετροποποιείτο κι εδιαφοροποιείτο. Κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκικής κατοχής του νησιού, η Κύπρος ήταν διαιρεμένη σε έξι επαρχίες και δεκαεπτά κατηλλίκια. Η επαρχία Λεμεσού περιελάμβανε πολύ μικρότερη έκταση απ’ ό,τι σήμερα και χωριζόταν σε τρία κατηλλίκια (ή καζάδες), εκείνα της Λεμεσού, της Επισκοπής και του Κοιλανίου. Μεγάλο τμήμα της επαρχίας στα δυτικά (κατηλλίκι Αυδήμου) υπαγόταν στην επαρχία Πάφου. Άλλα μεγάλα τμήματα της σημερινής επαρχίας Λεμεσού υπάγονταν στο κατηλλίκι (και επαρχία) της Λάρνακας, στα ανατολικά, στο κατηλλίκι του Λυθροδόντα (επαρχία Λευκωσίας), στα βορειοανατολικά, και στο κατηλλίκι της Λεύκας (επαρχία Κερύνειας), στα βόρεια - βορειοδυτικά (βλέπε και λήμμα κατηλλίκι όπου και σχετικός χάρτης διοικητικής διαίρεσης της Κύπρου). Η διοικητική αυτή διαίρεση διατηρήθηκε και κατά τα πρώτα χρόνια της αγγλικής κυριαρχίας αλλά ύστερα τροποποιήθηκε στη διαίρεση που ισχύει και σήμερα.

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας τερματίστηκε η καλλιέργεια του ζαχαροκάλαμου. Κύρια προϊόντα της επαρχίας Λεμεσού εξακολούθησαν να είναι τα σταφύλια, το κρασί και τα λοιπά παράγωγα της αμπελοκαλλιέργειας (το κρασί με δυσκολίες κατά καιρούς εξαιτίας της υψηλής φορολογίας), καθώς και τα χαρούπια, το ρόβι (σουμάκι), τα σιτηρά, τα εσπεριδοειδή και άλλα φρούτα. Πολλοί κάτοικοι της επαρχίας ασχολούνταν εκτεταμένα και με την κτηνοτροφία.

 

Αγγλοκρατία και το μεταλλείο Αμιάντου: Καλύτερες συνθήκες απασχόλησης και ευκαιρίες ανάπτυξης, τόσο για την ίδια την πόλη της Λεμεσού όσο και για την επαρχία, δημιουργήθηκαν μετά την αγγλική κατοχή της Κύπρου, κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας (1878-1960). Το 1904 άρχισε να λειτουργεί το μεταλλείο του Αμιάντου στην επαρχία της Λεμεσού, που για πολλές δεκαετίες πρόσφερε απασχόληση σε εκατοντάδες κατοίκους των γειτονικών χωριών. Ο αμίαντος του Τροόδους ήταν γνωστός ήδη από την Αρχαιότητα (βλέπε και λήμμα Αμίαντος μετάλλευμα - μεταλλείο). Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, το μετάλλευμα έφθανε στη Λεμεσό (σε παραθαλάσσιες εγκαταστάσεις στ’ ανατολικά της πόλης απ’ όπου φορτωνόταν σε καράβια για εξαγωγή) με τον εναέριο. Ο εναέριος ήταν καλώδιο στερεωμένο σε σειρά από στύλους, στο οποίο κρέμονταν βαγόνια γεμάτα μετάλλευμα που ταξίδευαν από τον Αμίαντο προς τα κάτω, μέχρι τη θάλασσα. Η περιοχή ανατολικά της Λεμεσού, όπου κατέληγαν τα βαγόνια, ονομάζεται ακόμη Εναέριος. Μερικές φορές σκαρφάλωναν στα αιωρούμενα βαγόνια κι έφθαναν στη Λεμεσό (παράνομα κι επικίνδυνα) και άνθρωποι, που ταξίδευαν μ’ αυτό τον τρόπο σε μια εποχή που τα γρήγορα μεταφορικά μέσα (αυτοκίνητο) σπάνιζαν.

 

Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα αναπτύχθηκαν τουριστικά τα ορεινά θέρετρα της Κύπρου, που τα κυριότερα (με περισσότερο φημισμένες τις Πλάτρες) βρίσκονται στην επαρχία της Λεμεσού. Μεταξύ των διασημότερων επισκεπτών που κατέληγαν για διακοπές στις Πλάτρες, ήταν κι ο βασιλιάς της Αιγύπτου Φαρούκ. Άλλο σημαντικό ορεινό θέρετρο, που εμπίπτει στην επαρχία της Λεμεσού, ήταν ο Πρόδρομος, το ψηλότερο χωριό της Κύπρου. Στον Αγρό, εξάλλου, προτιμούσαν να παραθερίζουν οικογένειες από τη Λευκωσία. Η γειτονική Κυπερούντα απέκτησε σανατόριο. Στο Φασούρι ιδρύθηκαν εκτεταμένοι κήποι εσπεριδοειδών, με συμμετοχή και Εβραίων κεφαλαιούχων. Στην ίδια την πόλη της Λεμεσού ιδρύθηκαν οι μεγάλες οινοβιομηχανίες. Η πόλη εξελίχθηκε σε σημαντικό λιμάνι, αν και δεν υπήρχαν επαρκείς λιμενικές διευκολύνσεις. Τα πλοία παρέμεναν αγκυροβολημένα στ’ ανοικτά, αλλά μέσα στον κόλπο, και τα εμπορεύματα μεταφέρονταν σ’ αυτά ή από αυτά με τις μαούνες, μεγάλες φορτηγίδες. Μέχρι σχεδόν πρόσφατα, μια σειρά από τέτοιες μαούνες βρίσκονταν αγκυροβολημένες απέναντι από το παραλιακό μέτωπο της Λεμεσού. Με βάρκες μεταφέρονταν από και προς τα βαπόρια και οι ταξιδιώτες.

 

Απασχόληση σε χιλιάδες κατοίκους της επαρχίας, ακόμη και απομακρυσμένων χωριών της, πρόσφερε η μεγάλη αγγλική βάση Ακρωτηρίου - Επισκοπής κατά τα χρόνια κατά τα οποία κτιζόταν, δηλαδή κυρίως κατά τη δεκαετία του 1950. Από την περίοδο αυτή άρχισε και η αστυφιλία, με αποτέλεσμα πολύς πληθυσμός από τα ορεινά κυρίως χωριά της επαρχίας να εγκατασταθεί στην πόλη της Λεμεσού που αναπτύχθηκε με γοργό πλέον ρυθμό.

 

Στο μεταξύ βελτιώθηκε το οδικό δίκτυο της επαρχίας ενώ σταδιακά τα χωριά της άρχισαν ν’ αποκτούν υπηρεσίες όπως διασωληνωμένο νερό, ηλεκτρικό ρεύμα κ.α.

 

Το Τροόδος και τα ορεινά θέρετρα: Η επαρχία της Λεμεσού εξακολουθεί να συγκεντρώνει σήμερα πολλά πλεονεκτήματα για περαιτέρω ανάπτυξη και πρόοδο: Περιλαμβάνει το πλέον ενδιαφέρον τμήμα της οροσειράς του Τροόδους και τα κυριότερα ορεινά θέρετρα˙ οι παραλιακές της περιοχές γνωρίζουν μεγάλη τουριστική ανάπτυξη, ιδίως μετά την απώλεια της Αμμοχώστου και άλλων τουριστικών περιοχών της Κύπρου εξαιτίας της τουρκικής εισβολής του 1974˙ περιλαμβάνει τα περισσότερα από τα Κρασοχώρια της Κύπρου και με τις οινοβιομηχανίες της Λεμεσού σχεδόν μονοπωλεί τα οινικά προϊόντα· παράγει αρκετά άλλα προϊόντα, όπως μήλα, επιτραπέζια σταφύλια, χαρούπια, αμύγδαλα κλπ.˙ τέλος, διαθέτει σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους και πολλές φυσικές καλλονές που προσελκύουν χιλιάδες επισκέπτες.

 

Από την πόλη αλλά κι από ολόκληρη την επαρχία της Λεμεσού αποχώρησαν οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι το 1975. Ύστερα από εντολή, της Άγκυρας, στο πλαίσιο δημιουργίας συνθηκών που να ευνοούν τη διχοτόμηση της Κύπρου, οι Τουρκοκύπριοι μεταφέρθηκαν στο κατεχόμενο από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής τμήμα της Κύπρου. Τόσο στην πόλη όσο και στην επαρχία της Λεμεσού εγκαταστάθηκε μεγάλος αριθμός Ελληνοκυπρίων προσφύγων.

 

 

Φώτο Γκάλερι