Κυπριακός Στρατός

Σύμφωνα προς το άρθρο 129 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Κύπρος έχει στρατό δύο χιλιάδων ανδρών, εκ των οποίων εξήκοντα επί τοις εκατόν είναι Έλληνες και τεσσαράκοντα επί τοις εκατόν είναι Τούρκοι.

 

Επίσης, η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου αναφέρει ότι ὑποχρεωτική στρατιωτική θητεία δεν δύναται να επιβληθεί ειμή κατόπιν κοινης συμφωνίας του Προέδρου και του αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.

 

Εξάλλου το άρθρο 131 του Συντάγματος αναφέρει ότι οι αρχηγοί και υπαρχηγοί του στρατού, της αστυνομίας και της χωροφυλακής της Δημοκρατίας διορίζονται από κοινού υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου, κι ότι εκ των τριών αυτών αρχηγών οι δυο θα είναι Έλληνες κι ο ένας θα είναι Τούρκος.

 

Με βάση τις σχετικές πρόνοιες του Συντάγματος, μετά την ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος (1960), συνεστήθη και το σώμα του Κυπριακού Στρατού που περιελάμβανε τόσο Έλληνες όσο και Τούρκους Κυπρίους, σε αναλογία 60:40, οι οποίοι ήταν μόνιμοι στρατιωτικοί. Μετά την ανταρσία των Τουρκοκυπρίων (τέλος του 1963 κ.ε.) οι Τουρκοκύπριοι στρατιωτικοί του Κυπριακού Στρατού, μαζί με όλους τους Τουρκοκυπρίους αστυνομικούς, βουλευτές, δημοσίους υπαλλήλους και κρατικούς αξιωματούχους, απεχώρησαν από την υπηρεσία τους κι αυτοεγκλωβίστηκαν στους τουρκοκυπριακούς θυλάκους, ύστερα από εντολές της Άγκυρας που εξυπηρετούσαν τα διχοτομικά της σχέδια περί Κύπρου. Οι εναπομείναντες άνδρες του Κυπριακού Στρατού, μαζί με αστυνομικούς και εθελοντές πολίτες, αντιμετώπισαν την ένοπλη ανταρσία των Τουρκοκυπρίων. Λίγο αργότερα, ιδρύθηκε η Εθνική Φρουρά με την καθιέρωση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Ο Κυπριακός Στρατός συνέχισε να υφίσταται και κατά τα χρόνια που ακολούθησαν, συνεργαζόμενος όμως με την Εθνική Φρουρά στην οποία εντάχθηκαν τα περισσότερα ελληνοκυπριακά μέλη του.

 

Διοικητής του Κυπριακού Στρατού διορίστηκε, τον Αύγουστο του 1960, ο Κύπριος στρατηγός Μενέλαος Παντελίδης*, που υπηρέτησε στη θέση αυτή μέχρι το 1965, στη συνέχεια δε, υπηρέτησε ως γενικός επιθεωρητής του Κυπριακού Στρατού.