Δίμιτον

Image

Είδος χοντρού υφάσματος που εχρησιμοποιείτο στην Κύπρο σε παλαιότερες εποχές για κατασκευή ενδυμασιών και εσωρούχων. Η λέξη δίμιτον, αν και αποτελεί επίθετο που χαρακτηρίζει το παννίν, ωστόσο χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό.

 

Το δίμιτον κατασκευαζόταν παλαιότερα στην Κύπρο, αν και με την ίδια ονομασία ήταν αργότερα γνωστά και εισαγόμενα είδη. Ακόμη, με την λέξη δίμιτον χαρακτηρίζονταν και είδη κυπριακής κατασκευής υφασμάτων, όπως η δίμιτη αλατζ'ιά.

 

Η λέξη δίμιτον προέρχεται από το αριθμητικό δυο και το ουσιαστικό μίτος, επειδή το ύφασμα ήταν διπλής ύφανσης (αρχ.: δίπλαξ).

 

Δίμιτον ύφασμα εχρησιμοποιείτο, επειδή ήταν στερεό, και για κατασκευή της κυπριακής βράκας, όπως διασώζει και το γνωστότατο τραγούδι:

 

Σαράντα πήχες δίμιτον

εκάμαμ' μου μιαν βράκαν

τζ' ήρτεν ο κάβαλλος μακρύς

τζ' εσάριζα την στράταν...

 

Εκτός από το δίμιτον, υφαίνοντο και άλλα ακόμη πιο χοντρά υφάσματα, όπως το τρίμιτο και το εξάμιτο, που εχρησιμοποιούντο για ειδικές χρήσεις, όπως για σακιά. Τα δίμιτα ήσαν είτε βαμβακερά είτε μάλλινα, όμως υφαίνοντο και μεταξωτά για ζώνες και άλλες χρήσεις. Ο ταξιδιώτης Ρίτσαρντ Πόκοκ, που περιόδευσε την Κύπρο το 1738, αναφέρει σημαντική παραγωγή δίμιτων πολύ ωραίας ποιότητας ιδίως στην περιοχή της Λευκωσίας, η οποία ήταν τότε σημαντικό κέντρο υφαντικής. Άλλος επισκέπτης, ο Αλεξάντερ Ντράμμοντ (1745 – 1750) αναφέρει ότι τότε η Κύπρος παρήγε γύρω στις 10.000 τόπια βαμβακερών   δίμιτων ετησίως.

 

Στο φόρο που πλήρωνε η Κύπρος στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας περιλαμβάνονταν και ποσότητες δίμιτων υφασμάτων, όπως προκύπτει από έγγραφο του 1728. Από άλλα έγγραφα από το Αρχείο της Ραγούζας, όπως των ετών 1754, 1755 κ.α., πληροφορούμαστε ότι μεταξύ των προϊόντων που αγοράζονταν από Ραγουζαίους και άλλους εμπόρους στην Κύπρο, περιλαμβάνονταν και δίμιτα υφάσματα. Αλλά και ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός (1788), αναφέρει τα δίμιτα (δίμηττα όπως τα αποκαλεί) μεταξύ των κυρίων προϊόντων της κυπριακής υφαντικής.

 

Τα δίμιτα, που εχρησιμοποιούντο κυρίως για ανδρικές ενδυμασίες, υφαίνονταν από υφάντρες κυρίως στο Καϊμακλί, την Αγλαντζιά και την Παλλουριώτισσα, σύμφωνα προς αναφορά της Αγγλίδας κυρίας Lewis στο βιβλίο της «A Lady’s Impressions on Cyprus» (1878). Φυσικά δίμιτα μπορούσε να υφάνει και η κάθε οικοκυρά στο σπίτι της, για τις οικογενειακές ανάγκες.

Φώτο Γκάλερι

Image