Διχάλα ή διχάλιν

Γεωργικό εργαλείο με δυο χαλιά (δόντια). Χρησιμοποιείται για ανύψωση, μεταφορά ή φόρτωση βάτων και άλλων αγκαθερών θάμνων και φυτών (αρχ: διχήλιον, το). Υποκορ: διχαλούιν, το.

 

-> δικράνιν ή δεκράνιν