Διχοτόμηση

Image

Με τον όρο διχοτόμηση υποδηλώνεται είδος λύσης του Κυπριακού προβλήματος, που προβλήθηκε από τους Τούρκους της Κύπρου ως απάντηση στην απαίτηση των Ελλήνων του νησιού για ένωση της πατρίδας τους με την Ελλάδα. Με τον όρο αυτό εξυπακούετο ο γεωγραφικός διαχωρισμός της Κύπρου σε δυο τμήματα, βόρειο και νότιο, που δυνατό να ενώνονταν με την Τουρκία και την Ελλάδα αντιστοίχως. Έτσι, ο όρος διχοτόμηση συνδέθηκε και με τον όρο διπλή ένωση.

 

Η διχοτόμηση (στην τουρκική taksim), αν και υποστηρίχθηκε από τους Τουρκοκυπρίους νωρίτερα, προβλήθηκε απ' αυτούς με τρόπο επισημότερο και απαιτητικότερο με τη μεθόδευση και την έναρξη του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων Κυπρίων κατά των Άγγλων κυριάρχων το 1955. Τον μεθεπόμενο χρόνο (1957), ο ηγέτης των Τουρκοκυπρίων δρ. Φαζίλ Κουτσιούκ (αντιπρόεδρος αργότερα της Κυπριακής Δημοκρατίας) κυκλοφόρησε το βιβλίο The Cyprus Question - A Permanent Solution, με χαρακτηριστικό εξώφυλλο τον χάρτη της Κύπρου μοιρασμένης σε δυο τμήματα, κατά μήκος του 35ου παραλλήλου. Από τότε, και στην ίδια την Τουρκία η Κύπρος προβαλλόταν γεωγραφικά μοιρασμένη στα δυο, ακόμη και στα σχολικά εγχειρίδια γεωγραφίας.

 

Οι Έλληνες της Κύπρου, αλλά και οι ελληνικές κυβερνήσεις των Αθηνών που κατά καιρούς χειρίστηκαν από τότε το Κυπριακό, απέτυχαν να υπολογίσουν και αναλύσουν σωστά την αντίδραση αυτή των Τουρκοκυπρίων και της Τουρκίας, την οποία και υποτιμούσαν, αγνοώντας την. Ο ένοπλος αγώνας των Ελλήνων Κυπρίων (1955 - 59) έδωσε την ευκαιρία στους Άγγλους κυριάρχους να θέσουν τις βάσεις για μια διχοτομική λύση του Κυπριακού, που περιελάμβαναν σε πρώτο στάδιο τη δημιουργία διαφορών μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων Κυπρίων που σταδιακά θα γίνονταν όλο και μεγαλύτερες, ακόμη και με αίμα ανάμεσά τους. Έτσι, οι Άγγλοι επιστράτευσαν πρώτα Τουρκοκυπρίους εξτρεμιστές που τους ονόμασαν «ειδικούς αστυνομικούς» (γνωστότερους ως «επικουρικούς»), τους οποίους όπλισαν και έστρεψαν ενάντια στους Έλληνες. Ο Γεώργιος Γρίβας, αρχηγός της ΕΟΚΑ, έπεσε στη συνέχεια στην παγίδα και αντεπετέθη. Με τη βοήθεια των Άγγλων, όχλος Τουρκοκυπρίων μετείχε σε οργανωμένες επιθέσεις, ξυλοδαρμούς, δολοφονίες και πυρπολήσεις ελληνικών περιουσιών στη Λευκωσία και σε άλλα μέρη της Κύπρου. Έτσι, το 1958 υπήρξαν στην Κύπρο οι πρώτοι πρόσφυγες, που εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του ρόλου των Άγγλων είναι το επεισόδιο το γνωστό ως σφαγή των Κοντεμενιωτών, το 1958: Άγγλοι στρατιώτες επέδραμαν στο χωριό Κοντεμένος και συνέλαβαν χωρίς καμιά απολύτως αιτία, αριθμό Κοντεμενιωτών τους οποίους μετέφεραν στην περιοχή του τουρκοκυπριακού χωριού Κιόνελι. Εκεί τους άφησαν ελεύθερους, για να επιστρέψουν πεζοί στο χωριό τους. Απροστάτευτοι οι Κοντεμενιώτες, σε τουρκοκυπριακή περιοχή, ξεχύθηκαν στα χωράφια, όπου όμως τους πρόλαβαν ενεδρεύοντας Τουρκοκύπριοι που τους κατέσφαξαν.

 

Μετά τη δημιουργία «ικανοποιητικών» συνθηκών στην Κύπρο, παρουσιάστηκε στο προσκήνιο αγγλικό διχοτομικό σχέδιο, γνωστό ως σχέδιο Μακμίλλαν, από το όνομα του Άγγλου πρωθυπουργού. Ο Μακάριος βρισκόταν εκτός Κύπρου από το 1956 (13 μήνες στην απομόνωση της εξορίας στις Σεϋχέλλες για να μη μπορεί να επηρεάσει τα πράγματα στην Κύπρο, και ύστερα στην Αθήνα) και το 1958, στην προσπάθειά του να παρεμποδίσει την εφαρμογή του σχεδίου Μακμίλλαν, απεδέχθη λύση ανεξαρτησίας. Η υποχώρησή του αυτή από το αρχικό αίτημα για αυτοδιάθεση - ένωση επέτρεψε στην τότε ελληνική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή να διαπραγματευθεί το Κυπριακό με την προοπτική αυτή, πράγμα που οδήγησε στις γνωστές συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου.

 

Οι συμφωνίες αυτές περιείχαν στην ουσία και σπέρματα διχοτόμησης. Η νέα, και αναπόφευκτη, κρίση ήλθε τρία μόλις χρόνια αργότερα, με την εξέγερση των Τουρκοκυπρίων το τέλος του 1963. Με εντολές της Άγκυρας, οι Τουρκοκύπριοι αποχώρησαν από την κρατική μηχανή, ενώ προχώρησαν και σε μετακινήσεις πληθυσμών, μεταφέροντας Τουρκοκυπρίους από τις περιοχές που μειοψηφούσαν σε περιοχές που συντριπτικά πλειοψηφούσαν. Δημιούργησαν έτσι διάφορα γκέτο στις τουρκικές συνοικίες των πόλεων (εκτός της Κερύνειας) και σε άλλα μέρη της Κύπρου, στα οποία αυτοεγκλωβίστηκαν. Παράλληλα, η συνέχιση των διακοινοτικών ταραχών, που υποθάλπονταν από καιρού εις καιρόν, συνδυαζόταν προς στρατιωτικά σχέδια της Τουρκίας για εισβολή στην Κύπρο, σχέδια που συνεχώς επεξεργαζόταν και βρισκόταν σε αναμονή ευκαιρίας που να επέτρεπε την εφαρμογή τους. Ταυτόχρονα, προτείνονταν κατά καιρούς διάφορα σχέδια δυτικών δυνάμεων (όπως λ.χ. το σχέδιο Άτσεσσον*) τα οποία ο Μακάριος αγωνιζόταν ν' αποκρούει, ως διχοτομικά.

 

Το 1974, το στρατιωτικό πραξικόπημα της ελληνικής χούντας στην Κύπρο έδωσε στην Τουρκία την αναμενόμενη από χρόνια ευκαιρία για στρατιωτική επέμβαση στο νησί με στόχο τη διχοτόμησή του. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974 τα τουρκικά στρατεύματα χάραξαν στο κυπριακό έδαφος τη γραμμή Αττίλα*, η οποία διχοτομεί την Κύπρο, αφήνοντας όμως στους Έλληνες Κυπρίους ποσοστό εδάφους κατά 10% περίπου περισσότερο απ' αυτό που είχε παρουσιαστεί το 1957 στον χάρτη του εξωφύλλου του βιβλίου που είχε εκδώσει ο Φαζίλ Κουτσιούκ. Το επόμενο στάδιο ήταν η ανταλλαγή πληθυσμών. Ήδη οι Έλληνες των κατεχομένων από τα τουρκικά στρατεύματα βορείων περιοχών είχαν από μόνοι τους φύγει για να σωθούν κατά την προέλαση των εισβολέων. Οι λίγοι που απέμειναν, εκδιώχθηκαν σταδιακά στα επόμενα 3 χρόνια και σήμερα αμελητέος μόνο αριθμός Ελλήνων Κυπρίων παραμένει εγκλωβισμένος στην Καρπασία. Σχετικά με τον πληθυσμό των Τουρκοκυπρίων που βρισκόταν στο νότο, η συμφωνία που επεβλήθη από τους Τούρκους κατά τη διάρκεια συνομιλιών στη Βιέννη το 1975 κι έγινε αποδεκτή από την κυπριακή κυβέρνηση, πρόβλεπε τη μεταφορά τους στις κατεχόμενες περιοχές του νησιού. Ολόκληρα καραβάνια λεωφορείων και φορτηγών αυτοκινήτων τους μετέφεραν για μέρες, μαζί με τα κινητά υπάρχοντά τους, από το νότο στο βορρά. Με τη μεταφορά τους ολοκληρώθηκε η μετακίνηση των πληθυσμών και η διχοτόμηση του νησιού.

 

Η επόμενη φάση ήλθε και πάλι 10 χρόνια αργότερα, με την ανακήρυξη από τους Τουρκοκυπρίους των κατεχομένων περιοχών του νησιού σε χωριστό «ανεξάρτητο κράτος». Είναι φανερό ότι το όλο ζήτημα της Κύπρου είχε από νωρίς (1947 ή 1948) αντικριστεί από τους δυτικούς ως θέμα που θα μπορούσε να τακτοποιηθεί με τον διαμοιρασμό του νησιού, και η μεθόδευση αυτού του διαμοιρασμού έγινε με μακροχρόνιο προγραμματισμό που πρόβλεπε διάφορες φάσεις οι οποίες εκδηλώνονταν περίπου κάθε 10 χρόνια. Έτσι:

* Το 1954 αρχίζει να προβάλλεται από τους Τούρκους έντονα η απαίτηση του taksim.

* Το 1964 δημιουργούνται τα τουρκοκυπριακά γκέτο.

* Το 1974 η τουρκική εισβολή επιβάλλει επί του εδάφους τη διχοτόμηση.

* Το 1983 ανακηρύσσεται το χωριστό «Τουρκοκυπριακό κράτος».

 

Στα ενδιάμεσα, διάφορες ενέργειες υποβοηθούν κάθε φορά την εφαρμογή της επομένης φάσεως. Το θέμα της διπλής ενώσεως αποσυνδέθηκε σε κάποιο στάδιο πριν από τη φάση του 1974 από το θέμα της διχοτόμησης, γιατί η Τουρκία έκρινε (ορθά) ότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον της η διπλή ένωση αφού έτσι θα ενισχυόταν η παρουσία της Ελλάδας και στα νότια σύνορα της Τουρκίας. Όλα αυτά τα χρόνια (από το 1947 ή 1948 μέχρι σήμερα) η ελληνική διπλωματία απέτυχε να συνειδητοποιήσει την όλη πορεία του ζητήματος και, κατ' ακολουθίαν, απέτυχε και στο να την διαφοροποιήσει ή να την παρεμποδίσει.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image