Εγιούμπ Μούσα

Image

Τουρκοκύπριος πολιτικός, μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου επί Αγγλοκρατίας, εκλεγόμενος στην εκλογική περιφέρεια Λεμεσού - Πάφου. Ήταν αντίπαλος του Μούσα Ιρφάν μπέη, φιλοβρετανού και αντίθετου στην ελληνοτουρκική συνεργασία, κάτι που καθόρισε ως ένα βαθμό την όλη πολιτική του Εγιούμπ στις σχέσεις προς τους Ελληνοκυπρίους και τους Βρετανούς.

 

Στα 1913, ενόψει πιθανότητας ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα, ο Εγιούμπ τηλεγράφησε στην βρετανική κυβέρνηση ότι οι «Μουσουλμάνοι» [= Τούρκοι] της Κύπρου είχαν πανικοβληθεί. Κατά τις 11 Δεκεμβρίου 1922 υπέβαλε αίτημα των Τουρκοκυπρίων για επιστροφή της Κύπρου στην Οθωμανική αυτοκρατορία και επάνοδο στο προ της προσαρτήσεως του νησιού στη Βρετανία (1914) καθεστώς, χωρίς επέκταση του βαθμού αυτοδιοικήσεως που ζητούσαν οι Ελληνοκύπριοι τότε ωσότου πραγματοποιηθεί η ένωση, και με εγκαθίδρυση Μουσουλμανικού Συμβουλίου για διαχείριση των μουσουλμανικών θρησκευτικών δικαστηρίων (sherya), της μουσουλμανικής εκπαιδεύσεως και του Εβκάφ. Όλα αυτά από αντίδραση και ζήλια για τον Μούσα Ιρφάν μπέη, που από τις 26 Φεβρουαρίου 1902 είχε διοριστεί Τούρκος επιθεωρητής αντιπρόσωπος στο Εβκάφ, και που τώρα αντέδρασε εκφράζοντας ευγνωμοσύνη στους Άγγλους. Μυστικά υποκινούσαν στην ενέργεια του Εγιούμπ και άλλοι αντίπαλοι του Ιρφάν (όπως ο Αλή Ριφάτ, πρώτος καδής της Κύπρου, και ο μουφτής Χατζή Χαφούζ), αλλά βασικό κίνητρό του ήταν η προσπάθεια να επωφεληθεί από τη Μικρασιατική καταστροφή για να ενισχύσει την πολιτική θέση των Τουρκοκυπρίων.

 

Στα 1923 (23 - 27 Ιανουαρίου) στη συζήτηση του προϋπολογισμού στο Νομοθετικό Συμβούλιο, ο Εγιούμπ συχνά συμφωνούσε με τα ελληνικά μέλη του Συμβουλίου. Στις 7 Δεκεμβρίου 1923, όπως και οι Έλληνες, τάχθηκε στο Νομοθετικό υπέρ διακοπής του φόρου υποτελείας, έχοντας σύμφωνους και τους Χαμί μπέη, Μουνίρ και Τζελαλεντίν, αντίθετα προς τον Ιρφάν. Στα 1924 ο Εγιούμπ έκρινε ανεπαρκείς τις προδιαγραφές του μεγάλου αρμοστή για Γεωργική Τράπεζα, αντιτάχθηκε στην προαγωγή των Ελλήνων και Τούρκων δημοσίων υπαλλήλων κατ' αναλογίαν πληθυσμού και στην παροχή ευρείας τοπικής αυτοδιοίκησης όπως ζητούσαν τα ελληνικά μέλη του Νομοθετικού Συμβουλίου. Στα 1923 (Δεκέμβριος) ο Εγιούμπ είχε ψηφίσει με τους Έλληνες βουλευτές σ’ ένα ειδικό θέμα, κι απέφυγε να αντιδράσει στο αίτημά τους για διεύρυνση των συνταγματικών δικαιωμάτων του λαού και ειδικά του Νομοθετικού Συμβουλίου, όπως έπραξε ο Ιρφάν. Στα θέματα της παροχής δανείων στους χωρικούς, της επέκτασης των ατμοπλοϊκών γραμμών και της κατάργησης του Φόρου της Δεκάτης, ο Εγιούμπ συντάχθηκε, όπως και οι άλλοι Τούρκοι, με τους   Έλληνες πάλι στα 1923.

Στα 1925, μετά την ανακήρυξη της Κύπρου σε αποικία του Στέμματος ο Εγιούμπ, αντίθετα προς τον ενθουσιώδη γι’ αυτήν Ιρφάν και τον Χαμί, μίλησε με προσοχή τονίζοντας και τη συνέχιση της νομιμοφροσύνης των Κυπρίων στο Στέμμα, αλλά και την ανάγκη μεγαλύτερου βρετανικού ενδιαφέροντος για τους Κυπρίους, ιδίως τους «Μουσουλμάνους», αν και απέρριψε ευνοϊκότερη μεταχείρισή τους από εκείνη των Ελλήνων, από τους οποίους, όπως είπε, οι «Μουσουλμάνοι» ήταν εκπαιδευτικώς και οικονομικώς κατώτεροι και γι' αυτό χρειάζονταν βοήθεια και καλύτερη κοινοτική οργάνωση. Σχολιάζοντας την απάντηση που το νέο Νομοθετικό Συμβούλιο (23 Οκτωβρίου 1925) ετοίμασε για την προσφώνηση του κυβερνήτη, ο Εγιούμπ καταψήφισε, όπως κι όλοι οι Τούρκοι βουλευτές, την παράγραφό της που οι Έλληνες επέμεναν να προσθέσουν ζητώντας περισσότερα πολιτικά δικαιώματα, αφού πρώτα τόνισε ότι οι Έλληνες και οι Τούρκοι δεν ήταν ακόμη ώριμοι για συνεργασία στα πολιτικά θέματα εξαιτίας του εκπαιδευτικού συστήματος. Κάλεσε μάλιστα τους Έλληνες να εγκαταλείψουν τα πολιτικά αιτήματα και να συνεργαστούν με τους Τούρκους για λύση των τοπικών προβλημάτων, στα οποία αρκετές φορές συμφωνούσε μαζί τους, όπως π.χ. στα 1923 στο θέμα του προϋπολογισμού του 1924. Στα 1926 ο Εγιούμπ ψήφισε κατά του προϋπολογισμού διότι περιλάμβανε το ποσό £82.799, ετήσιο φόρο υποτελείας προς την Τουρκία, όπως και οι άλλοι Τούρκοι βουλευτές, προκαλώντας ταραχή στον κυβερνήτη.

 

Η εφεξής πολιτική δραστηριότητα του Εγιούμπ ήταν αντιφατική. Στα 1930 τάχθηκε κατά της παροχής δικαιωμάτων πλειοψηφίας στους Έλληνες στο Νομοθετικό Συμβούλιο όπως για κάποιο διάστημα σκέφτονταν οι Άγγλοι να πράξουν, τονίζοντας ότι οι Κύπριοι ήταν ανώριμοι γι’ ανεξαρτησία και αυτοκυβέρνηση, και ότι αν δινόταν τέτοιο δικαίωμα, τα δικαιώματα της μειοψηφίας έπρεπε να κατοχυρωθούν. Στα 1930 τάχθηκε υπέρ της επιστροφής του πολιτικού εξόριστου του 1921 Φίλιου Ζαννέτου, αλλά αντέδρασε στην επιστροφή του άλλου εξόριστου, του Νικολάου Καταλάνου. Τον προηγούμενο χρόνο είχε υποστηρίξει τον προϋπολογισμό του 1930 και την ανάπτυξη των συνεργατικών στην ύπαιθρο ανάμεσα στους χωρικούς, για των οποίων την άθλια ζωή και απομύζηση είχε συχνά μιλήσει. Στα 1929 (Δεκέμβριος) ετάχθη υπέρ συνεχίσεως των δημοσίων χορηγιών συντηρήσεως των δικαστηρίων sherya, αλλά εξέφρασε ικανοποίηση γιατί αυτά είχαν υπαχθεί στο Εβκάφ και υπό την ικανή διαχείριση του Τούρκου αντιπροσώπου Μουνίρ μπέη, έτσι δεχόμενος τη βρετανική επιρροή στο Εβκάφ διά του εμπίστου των Βρετανών Μουνίρ. Κατά τον Μάιο του 1930 με τον βουλευτή Τζελαλεντίν υπέβαλε υπόμνημα στη βρετανική κυβέρνηση να μη δώσει προσοχή στο έγγραφο του Παφίου πολιτευτή Σαΐντ μπέη εναντίον του Μουνίρ μπέη. Στα 1931 υπεστήριξε τη στάση του βουλευτή Νετζαττί έναντι στο διάταγμα του 1928, αμφισβητώντας το δικαίωμα των διαχειριστών του Εβκάφ να διορίζουν θρησκευτικούς ταγούς της τουρκοκυπριακής κοινότητας και ειδικά τον μουφτή, του οποίου η θέση είχε αφαιρεθεί από τον προϋπολογισμό από το Νομοθετικό Συμβούλιο.

Στα 1931 ο Εγιούμπ με τους Κυριακίδη, Αραδιππιώτη, Σταυρινάκη, Ρωσσίδη και Σιακαλλή τάχθηκε υπέρ του Νόμου περί Συντεχνιών.