Ελληνική Επανάσταση και Κύπρος

Image

Η ανάμειξη Ελλήνων Κυπρίων, και δη του ιδίου του τότε αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού* καθώς και άλλων σημαινόντων ανδρών στο όλο ζήτημα της ελληνικής επανάστασης του 1821, χρονολογούνται πιο πριν από την εορταζόμενη ως επίσημη ημερομηνία έναρξης του αγώνα, δηλαδή την 25η Μαρτίου του 1821. Επαρκείς μαρτυρίες αποδεικνύουν ότι η Φιλική Εταιρεία, η μυστική δηλαδή οργάνωση που προετοίμασε την επανάσταση, είχε επαφές στην Κύπρο απ' όπου και άντλησε κάποια οικονομική και άλλη ενίσχυση, όπως εξάλλου άντλησε από πάρα πολλά μέρη στα οποία βρίσκονταν και δρούσαν διασκορπισμένοι οι Έλληνες. Η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1813 στην Οδησσό, από τους Νικόλαο Σκουφά, Εμμανουήλ Ξάνθο και Αθανάσιο Τσακάλωφ (Βλέπε Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος Αρχείου ΡΙΚ).


Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες, πρώτος ο Φιλικός Δημήτριος Ίπατρος* από το Μέτσοβο είχε επισκεφθεί την Κύπρο προερχόμενος από την Κωνσταντινούπολη, και είχε μυστικές επαφές με τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και άλλους παράγοντες. Αποτέλεσμα της επίσκεψης και των επαφών του  Ίπατρου στην Κύπρο ήταν και η εξασφάλιση της υπόσχεσης τόσο του αρχιεπισκόπου όσο και διαφόρων προκρίτων να συνδράμουν όσο και όπως μπορούσαν τον προετοιμαζόμενο αγώνα. Κατόπιν τούτου, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης εξουσιοδότησε λίγο αργότερα τον δραστήριο Φιλικό Αντώνιο Πελοπίδα* να ταξιδέψει στην Αίγυπτο και στην Κύπρο για να εισπράξει τις υπέρ του αγώνα εισφορές από τους Φιλικούς που διέμεναν στα μέρη αυτά. Το σχετικό έγγραφο του Υψηλάντη προς τον Πελοπίδα αναφέρει:

 

...Ἐγχείρησα εἰς τόν ρηθέντα κύριον Ἀρχιμανδρίτην Δικαῖον γράμματα πρός τούς ἀδελφούς εἰς Αἲγυπτον καί πρός τόν ἃγιον Κύπρου. Παραλάβατε τά γράμματα ταῦτα καί κινήσατε ἀμέσως πρός τά μέρη ἐκεῖνα, διά νά φανερώσητε πρός τούς ἀγαθούς συμπατριώτας μας, ὃτι ἡ  ἐφετή ὣρα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ  ἱεροῦ  ἡμῶν σκοποῦ δέν εἶναι μακράν, καί νά τούς παρακινήσητε διά νά καταβάλωσιν, ὂχι μόνον ὃσα ἓκαστος εὐόρκως ὑπεσχέθη, ἀλλά καί ἂλλα περισσότερα ἀκόμη διά τήν μεγάλην τῆς πατρίδος ἀνάγκην. Ἐπιστρέφοντες δέ ἐκεῖθεν περνᾶτε διά τῆς Κύπρου, ὃπουγχειρίζοντες τό γράμμα πρός τόν Ἀρχιερέα, τόν παρακινεῖτε νά συνεισφέρῃ τά τῆς ὑποσχέσεώς του, τά ὁποῖα παραλαμβάνοντες ἀποπλέετε πάραυτα ἢ μόνος ἢ καί μετά τινος ἀνθρώπου τοῦ  Ἀρχιερέως διά τήν Παλαιάν Πάτραν τῆς Πελοποννήσου, ὃπου παραδίδετε τά πάντα εἰς χεῖρας τοῦ κυρίου Ἰωάννου Παππᾶ Διαμαντοπούλου, παρά τοῦ  ὁποίου λαμβάνετε τάς ἀναγκαίας ἀποδείξεις.

 

Ὁ ζῆλος καί ἡ προθυμία σας μέ βεβαιώνουσιν, ὃτι τά ἒργα σας θέλουσιν εἶσθαι ἀνώτερα τῶν ἐλπίδων μου, διά τοῦτο δέν σᾶς παροτρύνω περισσότερον, ἀλλά σᾶς ἀσπάζομαι φιλικῶς καί μένω ὃλος

 

εὒνους ἀδελφός σας

Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης

 

Εξάλλου, σχετικά με την όλη αποστολή του Πελοπίδα στην Κύπρο, ενημερώθηκε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, με το ακόλουθο γράμμα ημερομηνίας 8.10.1820, στις παραμονές δηλαδή της επανάστασης:

 

Μακαριώτατε καί φιλογενέστατε Δέσποτα,

 

Ὁ φιλογενέστατος κύριος Δημήτριος Ἳπατρος μέ ἐβεβαίωσε περί τῆς γενναίας συνεισφορᾶς, τήν ὁποίαν ἡ  ὑμετέρα Μακαριότης ὑπεσχέθη πρός αὐτόν διά τό Σχολεῖον τῆς Πελοποννήσου. Ὃθεν, ὡς γενικός ἒφορος τοῦ Σχολείου τούτου, κρίνω χρέος μου ἀπαραίτητον νά εὐχαριστήσω τήν Ὑμετέραν Μακαριότητα καί νά τήν εἰδοποιήσω ὃτι ἡ  ἒναρξις τοῦ Σχολείου ἀγγίζει. Διά τοῦτο λοιπόν στέλλωξεπίτηδες τόν κύριον Ἂντώνιον Πελοπίδαν, ἂνδρα ἐνάρετον, φιλογενῆ καί πάσης πίστεως ἂξιον, διά νά τήν βεβαιώσῃ καί διά ζώσης φωνῆς τήν ὃσον οὓπω ἀνέγερσιν τοῦ  ἱεροῦ τούτου καταστήματος. Ἂς ταχύνῃ λοιπόν ἡ  ὑμετέρα Μακαριότης νά ἐμβάσῃ τόσον τῆς ὑμετέρας Μακαριότητος τάς συνεισφοράς, ὃσον καί τῶν λοιπῶν αὐτοῦ  ὁμογενῶν, εἴτε χρηματικάς, εἴτε εἶναι ζῳοτροφίας πρός τόν ἐν παλαιῷ Πατρᾷ τῆς Πελοποννήσου κύριον Ἰωάννην Παππᾶ Διαμαντόπουλον, συντροφεύουσα αὐτάς ἢ μέ ἂνθρωπόν της ἐπίτηδες ἢ μέ τόν κομιστήν τοῦ παρόντος μου.

 

Ὤν δέ εὒελπις, ὃτι ἡ  ὑμετέρα Μακαριότης θέλει φιλοτιμηθῇ νά δείξῃ τήν συνεισφοράν ἀξίαν τοῦ μεγάλου ζήλου καί πατριωτισμοῦ Αὐτῆς τε καί ὃλου της τοῦ ποιμνίου, ἐξικετεύω τάς μακαρίους Αὐτῆς εὐχάς καί μένω μέ βαθύ σέβας

 

τῆς ὑμετέρας Μακαριότητος

   τέκνον εὐπειθές

Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης  

 

Στο πιο πάνω γράμμα του Υψηλάντη παρατηρούμε ότι από τον Κυπριανό ζητείται η «γενναία συνεισφορά» που υπεσχέθη, «διά τό Σχολεῖον τῆς Πελοποννήσου». Σύμφωνα με τον συνωμοτικό τρόπο με τον οποίο εργαζόταν η Φιλική Εταιρεία, στη διεξαγόμενη αλληλογραφία της αποφευγόταν η οποιαδήποτε αναφορά με άμεσο τρόπο στην προετοιμαζόμενη επανάσταση. Ειδικότερα για τις χρηματικές και άλλες ενισχύσεις, συνήθως αυτές εζητούντο με το δικαιολογητικό ότι επρόκειτο ν' ανεγερθεί κάποιο σχολείο, ή ότι επρόκειτο να επιδιορθωθεί κάποιο μοναστήρι, ή ότι επρόκειτο να βοηθηθεί κάποιος φίλος έμπορος που είχε οικονομικές δυσκολίες κλπ. Ο Υψηλάντης γράφει, λοιπόν, στον Κύπριο ιεράρχη με την ιδιότητά του ως «γενικού εφόρου» του σχολείου που εδημιουργείτο, ταυτόχρονα δε παρέχει την πληροφορία ότι «ἡ  ἒναρξις τοῦ Σχολείου ἐγγίζει». 

 

Σχέσεις Αρχιεπισκόπου Κυπριανού με τη Φιλική Εταιρεία: Μια επιπλέον ιστορική μαρτυρία για τη σχέση του αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού με την Φιλική Εταιρεία κατά τις παραμονές της ελληνικής επανάστασης είναι η ακόλουθη. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είχε αναλάβει την αρχηγία του αγώνα από τις 12 Απριλίου του 1820. Στις αρχές Οκτωβρίου του ιδίου χρόνου έφυγε από την Πετρούπολη και κατέβηκε στην πόλη Ισμαήλ της Μολδοβλαχίας (από το Ισμαήλ είχε στείλει, στις 8 Οκτωβρίου του 1820, τις δύο επιστολές - μέσω Παπαφλέσσα - που προαναφέρθηκαν, δηλαδή προς τον Αντώνιο Πελοπίδα και προς τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανό). Στο Ισμαήλ, λίγο πριν από τις 8 Οκτωβρίου του 1820, ο Υψηλάντης είχε προεδρεύσει συσκέψεως κορυφαίων στελεχών της Φιλικής Εταιρείας και συνεργατών του. Η σύσκεψη εκείνη πήρε διάφορες σοβαρές αποφάσεις για την επανάσταση που επρόκειτο πολύ σύντομα να αρχίσει. Μια από τις αποφάσεις που ελήφθησαν τότε στο Ισμαήλ, από την σύσκεψη, ήταν να ζητηθεί και η συνεισφορά του αρχιεπισκόπου Κυπριανού από την Κύπρο, την οποία ο Κύπριος ιεράρχης είχε ήδη νωρίτερα υποσχεθεί. Στο σχετικό σωζόμενο έγγραφο περί της αποφάσεως αυτής, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Κυπριανός υπεσχέθη να συνεισφέρη χρήματα ή τροφάς όσας δυνηθή. Λοιπόν ο Καλός πρέπει να γράψη προς την Μακαριότητά του προτρεπτικά δηλοποιών των πραγμάτων την κατάστασιν, διά να φιλοτιμηθή να βοηθήση αναλόγως την φήμην της νήσου εκείνης, την οποίαν έχουν το προνόμιον οι Κύπριοι να διοικούν αυτοί σχεδόν τοσούτους χρόνους. Ταύτα δε τα γράμματα ο ρηθείς Πελοπίδας, προτού ή επιστρέφων εξ Αιγύπτου, να περάση εις Κύπρον και να εγχειρίση τη A.M. διά να εμβάση τα χρήματα ο Άγιος Κύπρου εις Κωνσταντινούπολιν, ή να στείλη τροφάς όπου διορισθή, και τέλος να σκεφθή πώς να φυλάξη το ποίμνιόν του από τους εκεί εχθρούς».

 

Ο Καλός που αναφέρεται στο κείμενο ότι θα έπρεπε να γράψει στον Κυπριανό, δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Και βάσει της αποφάσεως αυτής ο Υψηλάντης έγραψε σχεδόν αμέσως στον Πελοπίδα, ζητώντας του να περάσει και από την Κύπρο, όπως έγραψε σχετικά και στον ίδιο τον Κυπριανό.

 

Το πιο πάνω απόσπασμα, σε συνδυασμό και προς τις δύο επιστολές του Υψηλάντη, είναι αρκετά διαφωτιστικό. Αποδεικνύεται ότι στην Κύπρο ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός είχε επαφές και συζητήσεις με Φιλικούς (τον Δημήτριο Ίπατρο και ίσως και άλλους νωρίτερα) αρκετά πριν από την κάθοδο του Υψηλάντη στο Ισμαήλ. Κατά τις συζητήσεις εκείνες, φαίνεται ότι είχε εξετασθεί και το ενδεχόμενο να ακολουθήσει και η Κύπρος τον αγώνα με τρόπο δυναμικό, δηλαδή να επαναστατήσει και αυτή, αλλά απεφασίσθη (από τον Κυπριανό, ίσως σε συνεργασία με τους λοιπούς Κυπρίους ιεράρχες και διάφορους Κυπρίους προκρίτους) ότι τούτο δεν θα ήταν κατορθωτό, για διάφορους λόγους. Δεν γνωρίζουμε τους ακριβείς λόγους, αλλά θα πρέπει να ήταν λόγοι πρακτικοί και λόγοι ασφαλείας (η Κύπρος δεν διέθετε οπλισμό, ήταν μακριά από τις εστίες της επανάστασης, ήταν πολύ κοντά στη Μικρά Ασία από όπου οι Τούρκοι εύκολα θα μπορούσαν να την κτυπήσουν, τα ελληνικά καράβια δεν ήταν εύκολο να συνδράμουν τους Κυπρίους ενώ η Κύπρος δεν διέθετε δικά της καράβια, κλπ.). Έτσι, ο Κυπριανός είχε δώσει την υπόσχεση απλώς να συνδράμει τον αγώνα με χρήματα και τρόφιμα.

 

Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται από την τελευταία φράση του παρατιθέμενου κειμένου, ότι ο ίδιος ο Κυπριανός θα έπρεπε «να σκεφθή πώς να φυλάξη το ποίμνιόν του από τους εκεί εχθρούς». Αυτό ήταν ένα θέμα που φαίνεται ότι ο Πελοπίδας ανέφερε προφορικά στον Κυπριανό, διότι την αυτή σύσταση δεν κάνει ο Υψηλάντης στην προς τον Κυπριανόν επιστολή του. Εξάλλου, εφόσον φαίνεται ότι ήταν ήδη ειλημμένη η απόφαση για μη επαναστατικό ξεσηκωμό και της Κύπρου, ο αρχηγός της επανάστασης δεν είχε να συζητήσει με τον Κυπριανό οποιεσδήποτε λεπτομέρειες επαναστατικής φύσεως, ούτε να δώσει οποιεσδήποτε εντολές. Απλώς η σύσκεψη στο Ισμαήλ θεώρησε ορθό να συμβουλεύσει τον Κυπριανό να σκεφθεί τρόπους προστασίας του λαού του. Συνεπώς η σύσκεψη θα πρέπει να είχε (πολύ ορθά) υπολογίσει από τότε ότι το ξέσπασμα της επανάστασης στην Ελλάδα θα είχε σοβαρές συνέπειες και για την Κύπρο, έστω και αν η Κύπρος δεν επρόκειτο να συμμετάσχει στην επανάσταση. Η συμβουλή προς τον Κυπριανό, την οποία θα πρέπει να διεβίβασε ο Πελοπίδας, να εύρει τρόπους προστασίας του ποιμνίου του, δηλαδή των Ελλήνων της Κύπρου, ήταν και πολύ διορατική και πολύ καίρια. Οι εκτεταμένες σφαγές στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1821, των οποίων τραγικό θύμα υπήρξε και ο ίδιος ο Κυπριανός, αποδεικνύουν τη μεγάλη σημασία της συμβουλής που είχε δοθεί προς τον Κύπριο ιεράρχη από τη σύσκεψη του Ισμαήλ, 8 και πλέον μήνες ενωρίτερα. Δεν γνωρίζουμε πόση μεγάλη σημασία είχε δώσει ο Κυπριανός στη συμβουλή εκείνη, πάντως μερικές ενέργειές του που μας είναι γνωστές, φανερώνουν ότι κάπως προσπάθησε. Σώζεται, για παράδειγμα, εγκύκλιός του προς τους Κυπρίους, ημερομηνίας 16 Μαΐου 1821, με την οποία τους καλεί να συμπεριφέρονται «ραγιάδικα» και να μην προκαλούν τους Τούρκους . Η απόφαση, επίσης, του Κυπριανού να παραδώσουν οι Έλληνες Κύπριοι στους Τούρκους τα οποιαδήποτε όπλα κατείχαν, εκινείτο ακριβώς στο ίδιο κλίμα. Σχετική εγκύκλιο είχε εκδώσει ο Κυπριανός στις 22 Απριλίου 1821. Όμως τελικά η σφαγή δεν αποφεύχθηκε.

 

Στην απόφαση της συσκέψεως του Ισμαήλ αναφέρεται επίσης ότι ο Κυπριανός θα έπρεπε να κληθεί να συνεισφέρει στην επανάσταση τόσο πλουσιοπάροχα όσο ήταν και «η φήμη της νήσου εκείνης, την οποίαν έχουν το προνόμιον οι Κύπριοι να διοικούν αυτοί σχεδόν, τοσούτους χρόνους...». Η φράση αυτή φανερώνει ακριβώς την μεγάλη δύναμη την οποία είχε αποκτήσει η Εκκλησία της Κύπρου. Μια δύναμη τόση, ώστε να θεωρείται ότι, ουσιαστικά, οι Κύπριοι ήταν εκείνοι που διοικούσαν το νησί τους, παρά την κατοχή του από τους Τούρκους. Τούτο ήταν σχεδόν μια πραγματικότητα κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Αυτή, εξάλλου, η μεγάλη δύναμη της Εκκλησίας της Κύπρου ήταν βασικός στόχος των Τούρκων, και αυτήν έπληξαν καίρια, όταν βρήκαν την ευκαιρία, με τις εκτεταμένες σφαγές του Ιουλίου του 1821, τις δημεύσεις περιουσιών της Εκκλησίας, τις λεηλασίες ναών και μοναστηριών, τις εκτελέσεις όλων των ιεραρχών, πολλών ηγουμένων και άλλων κληρικών.

 

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης στην Κύπρο: Για τις υλικές συνεισφορές των Ελλήνων της Κύπρου στον αγώνα, ομιλεί και η παράδοση, που μεταξύ άλλων υποστηρίζει ότι ο γνωστός ήρωας της επανάστασης Κωνσταντίνος Κανάρης* είχε επισκεφθεί με τα καράβια του την Κύπρο, ότι προσέγγισε το νησί, κατά διαφορετικές εκδοχές, σε τρία διαφορετικά σημεία των βορείων και βορειοανατολικών ακτών, κι ότι είχε παραλάβει από εδώ τρόφιμα και άλλες προμήθειες. Η επίσκεψη του Κανάρη στην Κύπρο δεν είναι ιστορικά αποδεδειγμένη, δεν θεωρείται όμως απίθανη. Πάντως ως ιστορικό γεγονός θεωρεί την επίσκεψη του Κανάρη στο νησί ο Γεώργιος Κηπιάδης στα «Απομνημονεύματά» του που εξεδόθησαν στην Αλεξάνδρεια το 1880, γράφοντας σχετικά:

     

«...Αλλά και οπότε ακόμη ο ατρόμητος στολοκαύτης Κανάρης, από τα παράλια της Αιγύπτου, περί την 19ην Ιουνίου του 1821 κατέπλευσε μετά του στόλου του και επί την ημετέραν πατρίδα, ελλιμενισθείς εν λιμενίσκω τινί παρά τον Άγιον Σέργιον, είτα δε και εις τον παρά την Λάπηθον λιμενίσκον Ασπρόβρυσιν, και εις αμφότερα τα μέρη δεν έλειψαν οι Κύπριοι να τω προσφέρωσιν ασμένως και χρήματα και ολόκληρα φορτία, τριών φορτηγίδων νηών, πρόβατα και βόας και σίτον και κριθήν και διάφορα άλλα τρόφιμα...»

     

Κατά τον Κηπιάδη, λοιπόν, ο Κανάρης επεσκέφθη την Κύπρο τον Ιούνιο του 1821, προερχόμενος από την Αίγυπτο. Αλλά το 1821 ο Κανάρης δεν βρέθηκε στην Αίγυπτο και ακόμη δεν ήταν ο γνωστός ήρωας αλλά ένας άσημος ναυτικός εφόσον δεν είχε ακόμη αρχίσει να επιτελεί τους άθλους του. Η τυχόν επίσκεψη ενός άσημου ναυτικού δεν δικαιολογούσε την ενθουσιώδη υποδοχή και τη βοήθεια που βρήκε στην Κύπρο, βοήθεια μάλιστα που έθετε σε μέγιστο κίνδυνο τις ζωές των βοηθούντων. Ο Άντρος Παυλίδης εισηγήθηκε διόρθωση της χρονολογίας στο 1827 (αντί 1821, το οποίο μπορεί και να ήταν ακόμη και τυπογραφικό λάθος στο έργο του Κηπιάδη, αφού εύκολα ο χειρόγραφος αριθμός 7 θα μπορούσε στο τυπογραφείο να συγχυστεί με τον αριθμό 1).  Εάν θεωρηθεί ότι ο Κανάρης επεσκέφθη την Κύπρο το 1827, όλα ταιριάζουν (Α. Παυλίδης, «Πότε επεσκέφθη την Κύπρο ο Κωνσταντίνος Κανάρης:», Πολιτιστική Κύπρος, τεύχος 3, Μάρτιος, 1997, σελ. 20-25). Ο Κανάρης θα μπορούσε να είχε περάσει από το νησί ακριβώς τον Ιούνιο του 1827, διάσημος πλέον ήρωας, προερχόμενος μάλιστα από την Αίγυπτο    όταν συμμετείχε (τον Μάιο- Ιούνιο) στην υπό τον Κόχραν επιχείρηση πυρπόλησης του αιγυπτιακού στόλου στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Στην επιστροφή από την ανεπιτυχή αυτή ναυτική εκστρατεία, δεν είναι απίθανο ελληνικά καράβια να προσέγγισαν τις ακτές της Κύπρου για ανεφοδιασμό, αφού ο στόλος είχε μεγάλη έλλειψη τροφίμων και νερού, σύμφωνα με την αναφορά του Κόχραν στις 7.6.1827. Μπορεί ακόμη η θρυλούμενη επίσκεψη του Κανάρη να συνέβη πιο πριν, μεταξύ 1822 και 1823, οπότε πολλές φορές ελληνικά καράβια βρέθηκαν στη θαλάσσια περιοχή της Κύπρου σύμφωνα με διάφορες προξενικές αναφορές. Για παράδειγμα, στις 8 Ιουλίου1823 ο πρόξενος της Γαλλίας στην Κύπρο Méchain αναφέρει ότι 12 ελληνικά πλοία από τα Ψαρά (πατρίδα του Κανάρη) είχαν έλθει στην Κύπρο για προμήθειες. Σε άλλο έγγραφό του, της 9 Οκτωβρίου 1822, ο ίδιος πρόξενος αναφέρει ότι ο (Τούρκος) κυβερνήτης της Κύπρου έχει την υποψία ότι τα ελληνικά πλοία που βρίσκονταν στα κυπριακά νερά, είχαν φορτώσει πολλές προμήθειες από την Κύπρο. Ο ίδιος πρόξενος πάλι, σε έγγραφό του ημερομηνίας 8 Μαρτίου 1822, αναφέρει ότι η άφιξη ελληνικών πλοίων στην Κύπρο επαύξησε τον φανατισμό και την ανησυχία των Τούρκων που, όπως φοβόταν, θα έπαιρναν μέτρα κατά των φτωχών Κυπρίων.

 

Κατά την παράδοση των μεγάλων οικογενειών της Λαπήθου και του Καραβά, που μετείχαν στο κίνημα, ο Κανάρης έμεινε μερικές νύκτες στην οικία του προκρίτου Πασπάλλα στην Αγία Παρασκευή Λαπήθου. Η εξαιρετική αυτή οικία με οικόσημα σωζόταν ως την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974. Κατά την παράδοση του Καραβά, ο Κανάρης μετέβη και στον Καραβά κρυπτόμενος και βοηθούμενος από τις μεγάλες οικογένειες του χωριού. Στους χωρικούς παρέδωσε όπλα και πήρε απ' αυτούς τρόφιμα και χρήματα μέσα σε νεκροκρέβατα, σε εικονικές κηδείες.

 

Οι μαρτυρούμενες επανειλημμένες τροφοδοσίες των ελληνικών πλοίων στην Κύπρο, που γίνονταν πρόθυμα και παρά τους μεγάλους κινδύνους που αντιμετώπιζαν οι Κύπριοι χωρικοί που φρόντιζαν για τη συγκέντρωση των προμηθειών, καθώς και οι διάφορες επαφές των Κυπρίων ιεραρχών και προκρίτων με τους  Έλληνες επαναστάτες, δεν ήταν οι μοναδικές κυπριακές αναμείξεις στον αγώνα. Η κυριότερη κυπριακή συμβολή στην ελληνική επανάσταση στάθηκε η μετάβαση πολλών Ελλήνων Κυπρίων στην αγωνιζόμενη Ελλάδα, όπου κι εντάχθηκαν στα διάφορα στρατιωτικά σώματα και πολέμησαν σε διάφορα μέτωπα υπό τις διαταγές γνωστών οπλαρχηγών.

 

Ιωάννης Καρατζάς και Ρήγας Φεραίος: Η προ της επαναστάσεως ανάμειξη Κυπρίων στην όλη προσπάθεια απελευθέρωσης της Ελλάδας είναι δεδομένη και αφορούσε κυρίως Κυπρίους που ζούσαν εκτός Κύπρου. Ήδη πολύ πριν από την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας απαντάται ο Κύπριος Ιωάννης Καρατζάς* να συνεργάζεται στενά με το Ρήγα Φεραίο και την ομάδα του. Ο Καρατζάς, που ζούσε στη Βουδαπέστη, ασχολήθηκε και με την έκδοση έργων σχετικών προς αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους (δύο βιβλία εξέδωσε στη Βιέννη το 1792), πράγμα που τον συνδέει και με το όλο ζήτημα του ελληνικού διαφωτισμού. Ήταν ένας των 17 συνεργατών του Ρήγα Φεραίου που συνελήφθησαν στη Βιέννη και ένας των 8 που, μαζί με το Ρήγα, παρεδόθησαν στους Τούρκους από τους οποίους εκτελέστηκαν με στραγγαλισμό στις 24 Ιουνίου 1798 στο Βελιγράδι. Ο Καρατζάς μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρώτος γνωστός Κύπριος μάρτυρας του αγώνα για απελευθέρωση της Ελλάδας.

 

Βεβαίως δεν πρέπει να παραβλεφθεί η συμβολή αξιόλογων Κυπρίων λογίων στην όλη υπόθεση του ελληνικού διαφωτισμού, που ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την επανάσταση, και μάλιστα από πολύ νωρίς. Μεταξύ των Κυπρίων του διαφωτισμού μπορούν να αναφερθούν οι: Λεόντιος Ευστράτιος (1565/6 – 1600/2), Νεόφυτος Ροδινός (περ. 1579 – 1660) και ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός που το 1788 εξέδωσε, μεταξύ άλλων, τη «Χρονολογική Ιστορία» της Κύπρου, το μοναδικό επιστημονικό ιστορικό έργο σ’ ολόκληρο τον Ελληνισμό που εξεδόθη καθ’ όλη τη μακρά περίοδο της υποδούλωσης, δηλαδή από το 1453 και εξής (το επόμενο εκδομένο έργο ήταν η «Ιστορία της Νήσου Χίου» του Μ. Βλαστού, σε 2 τόμους, που εξεδόθη το 1840). Ακόμη, μεταξύ των λογίων Κυπρίων που συνέδραμαν στον διαφωτισμό, μπορούν να περιληφθούν οι δάσκαλοι των ελληνικών γραμμάτων, όπως οι Γεράσιμος ο  Κύπριος (περ. 1710 – 1800), Ηλίας ο Κύπριος (περ. 1710/15 – μετά το 1786), Φώτιος ο Κύπριος (; - μετά το 1803), Σαμουήλ ο Κύπριος (περ. 1782 – 1855). Οι πιο πάνω εργάστηκαν ως δάσκαλοι και σχολάρχες στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη. Κοντά σ’ αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και πολλοί άλλοι δάσκαλοι, που εργάστηκαν στην Κύπρο αλλά και σε άλλα υπόδουλα ελληνικά μέρη.

 

Αλλά και η συμμετοχή Κυπρίων στη Φιλική Εταιρεία μαρτυρείται τουλάχιστον για μερικούς. Σημαντικός αγωνιστής υπήρξε ο Χαράλαμπος Μάλης που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παπαφλέσσα και παρέμεινε μαζί του έως τον ηρωικό θάνατο εκείνου. Ο Μάλης υπηρέτησε από διάφορα αξιώματα στις πρώτες ελληνικές κυβερνήσεις που σχηματίστηκαν μετά την έναρξη της επανάστασης. Ο ίδιος μύησε στην Εταιρεία τον Νικόλαο Θησέα (και μάλλον και τους αδελφούς του Θεοφύλακτο και Κυπριανό, πολύ πιθανότερο τον πρώτο). Οι τρεις αδελφοί Θησείς, ανεψιοί του αρχιεπισκόπου Κυπριανού, υπήρξαν αξιόλογοι αγωνιστές στην επανάσταση. Στη Φιλική Εταιρεία μυήθηκε από νωρίς και ο Κύπριος ιεράρχης Φιλόθεος, επίσκοπος Δημητσάνης από το 1795 μέχρι το θάνατό του στην τουρκική φυλακή το 1821. Με τη σειρά του ο Φιλόθεος πέτυχε κάτι πρωτοφανές, μύησε στον αγώνα όλους τους κατοίκους της Δημητσάνας όπου, μεταξύ άλλων, λειτούργησαν και οι περίφημοι μπαρουτόμυλοι που εφοδίασαν με πυρίτιδα τον αγώνα. Ένας άλλος λαμπρός αγωνιστής, ο Ιωάννης Σταυρινός, στρατεύθηκε αφού μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στην Αλεξάνδρεια, όπου είχε βρεθεί μαζί με τον έμπορο πατέρα του. Πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι και αρκετοί άλλοι Κύπριοι είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, των οποίων τα ονόματα παραμένουν άγνωστα, δεδομένης και της μυστικότητας με την οποία δρούσε η Εταιρεία.  Μεταξύ αυτών ήταν οι τότε Κύπριοι ιεράρχες και, πιθανότατα, αρκετοί πρόκριτοι και παράγοντες, εφόσον μαρτυρείται δράση Φιλικών και στην Κύπρο, άρα οι άνθρωποι αυτοί θα είχαν επαφές με διάφορους στο νησί.

 

Η Κύπρος δεν ακολουθεί την επανάσταση: Η προ της επαναστάσεως δραστηριότητα μελών της Φιλικής Εταιρείας στην Κύπρο, δεν αποσκοπούσε μόνο στην εξασφάλιση οικονομικής ενισχύσεως από το νησί για τον αγώνα. Φαίνεται ότι είχε καταβληθεί προσπάθεια όπως η επανάσταση κηρυχθεί και στην Κύπρο, ταυτόχρονα με την έναρξή της στην υπόλοιπη ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα, προς τούτο δε έγιναν και εδώ μυήσεις. Για τον ίδιο σκοπό και άλλα μέλη της Φιλικής Εταιρείας επισκέφθηκαν την Κύπρο, ενώ εστάλη κρυφά και διανεμήθηκε και διαφωτιστικό υλικό. Η υπόγεια κρύπτη στο κτίριο του Παγκυπρίου Γυμνασίου στη Λευκωσία, απέναντι από το κτίριο της Αρχιεπισκοπής, πιστεύεται ότι είχε χρησιμοποιηθεί για την απόκρυψη Φιλικών. Τελικά όμως η Κύπρος δεν μπόρεσε ν' ακολουθήσει την επανάσταση, εξαιτίας:

 

α) Της απροθυμίας των ηγετών και των αρχόντων να ξεσηκωθούν και υποστηρίξουν το κίνημα.

β) Της σχετικής έλλειψης όπλων και λοιπού πολεμικού υλικού.

γ) Των πολλαπλών δυσχερειών που πήγαζαν εξαιτίας της μεγάλης απόστασης της Κύπρου από τις εστίες της επανάστασης.  

 

Αφού λοιπόν η Κύπρος δεν μπόρεσε να εξεγερθεί, αν και μικρής κλίμακας προσπάθειες μαρτυρούνται, κυρίως στην Πάφο, πολλοί  Έλληνες του νησιού έφυγαν για την Ελλάδα προκειμένου να υπηρετήσουν εκεί όπου διεξαγόταν ο αγώνας. Αρκετοί απ' αυτούς έπεσαν μαχόμενοι ή τραυματίστηκαν, οι περισσότεροι δε από όσους επέζησαν παρέμειναν στην ελευθερωμένη πια Ελλάδα όπου δημιούργησαν οικογένειες. Σώζονται πολλά πιστοποιητικά Κυπρίων αγωνιστών της επανάστασης, συνήθως πιστοποιητικά που εξασφάλισαν αργότερα από τους οπλαρχηγούς τους και τα υπέβαλαν οι ίδιοι ή οι οικογένειές τους στην κυβέρνηση προκειμένου να εξασφαλίσουν απ' αυτήν οικονομική βοήθεια, επειδή δυστυχούσαν. Άλλοι πάλι επανήλθαν στην Κύπρο μετά το τέλος του αγώνα, όπου έζησαν ήσυχα στα χωριά τους μέχρι το τέλος της ζωής τους. Εκατοντάδες εθελοντές που πήγαν στην επαναστατημένη Ελλάδα, αρκετοί απ' αυτούς διακρίθηκαν σε μεγάλες κι αποφασιστικές μάχες, υπό τις διαταγές γνωστών ηρώων όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Καραϊσκάκης, ο Μακρυγιάννης, ο Κανάρης κλπ. 

 

Α.ΠΑΥΛΙΔΗΣ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image