Πάφος πόλη

Νέα Πάφος- ιστορία

Image

Η Νέα Πάφος, ή πιο απλά Πάφος, διαδέχθηκε την Παλαίπαφο ως νέα έδρα του παφιακού βασιλείου. Τα θρυλούμενα για ίδρυσή της από τον Αγαπήνορα μετά τα Τρωικά προαναφέρθηκαν ήδη και δεν θα επαναληφθούν εδώ.

 

Εκείνο που αναμφίβολα απετέλεσε την αρχή της ακμής της, ήταν η επιλογή της από τον Νικοκλή ως νέα έδρα του βασιλείου του. Όμως ο τραγικός αυτός βασιλιάς έμελλε να είναι κι ο τελευταίος των Παφίων βασιλιάδων, η δε Νέα Πάφος έμελλε να αρχίσει τη νέα πορεία της με συμφορά.

 

Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) οι διάδοχοί του ενεπλάκησαν σε πολύχρονες έριδες και σε πολέμους μεταξύ τους για τον διαμοιρασμό της αχανούς αυτοκρατορίας. Την Κύπρο, με την προνομιούχα γεωγραφική θέση, διεκδικούσαν δύο των επιγόνων: ο Πτολεμαίος, που κατείχε την Αίγυπτο, κι ο Αντίγονος, που κατείχε τη Συρία. Στη διαμάχη αυτή αναπόφευκτα οι Κύπριοι βασιλιάδες έπρεπε να κάμουν τις επιλογές τους και να πάρουν θέση. Από τα υφιστάμενα τότε κυπριακά βασίλεια, τέσσερα ετάχθησαν με το μέρος του Πτολεμαίου: Πάφος, Σαλαμίς, Σόλοι και Αμαθούς. Άλλα τρία βασίλεια ετάχθησαν με το μέρος του Αντιγόνου: Κίτιον, Μάριον και Λάπηθος-Κερύνεια. Αφού έγιναν συγκρούσεις, κι αφού για σύντομο χρόνο το νησί κατελήφθη από το Δημήτριο τον Πολιορκητή (γιο του Αντιγόνου), υπερίσχυσε τελικά ο Πτολεμαίος. Αυτός τιμώρησε τα βασίλεια που είχαν ταχθεί με το μέρος του Αντιγόνου. Μάλιστα κατέστρεψε ολοσχερώς το Μάριον και μετέφερε τον πληθυσμό του στην Πάφο. Από τους συμμάχους του Πτολεμαίου τιμήθηκε ιδιαίτερα ο Νικοκρέων, βασιλιάς της Σαλαμίνος, που διορίστηκε στρατηγός (= κυβερνήτης) ολόκληρης της Κύπρου. Τόσο ο Νικοκλής της Πάφου όσο κι ο Πασικράτης των Σόλων, σύμμαχοι επίσης του Πτολεμαίου, διατήρησαν την εξουσία τους στα βασίλειά τους, ενώ άλλα καταργήθηκαν (στο Νικοκρέοντα της Σαλαμίνος είχαν δοθεί από τον Πτολεμαίο και τα βασίλεια Κιτίου, Λαπήθου και Μαρίου μαζί με τις προσόδους τους).

 

Όμως πολύ σύντομα ο Νικοκλής της Πάφου κατηγορήθηκε στον Πτολεμαίο ότι συνωμοτούσε εις βάρος του και ότι βρισκόταν σε μυστική επαφή με τον Αντίγονο. Δεν μπορούμε να ξέρουμε εάν ευσταθούσαν ή όχι οι κατηγορίες αυτές. Πάντως, εάν πράγματι ο Νικοκλής είχε αλλάξει στρατόπεδο και συμμαχήσει με τον Αντίγονο, θα το είχε πράξει μάλλον γιατί ο Πτολεμαίος είχε τιμήσει ιδιαίτερα τον Νικοκρέοντα της Σαλαμίνος κι είχε παραγνωρίσει τον ίδιο. Αλλά κι όταν πέθανε ο Νικοκρέων, το 311/10 π.Χ., ο Πτολεμαίος παραγνώρισε και πάλι τον Νικοκλή διορίζοντας ως νέο στρατηγό (= κυβερνήτη) της Κύπρου τον αδελφό του Μενέλαο.

 

Το 310 π.Χ. ο Νικοκλής πολιορκήθηκε στο παλάτι του από στρατεύματα του Πτολεμαίου. Αν και προσπάθησε να δώσει εξηγήσεις, δεν έγινε πιστευτός. Τότε, αντί να συλληφθεί, προτίμησε ν’ αυτοκτονήσει. Η σύζυγός του, βασίλισσα Αξιοθέα, μόλις έμαθε το θάνατο του βασιλιά, έσφαξε η ίδια τις νεαρές κόρες της για να μη συλληφθούν αιχμάλωτες. Οι αδελφοί του βασιλιά αυτοκτόνησαν επίσης, ενώ οι γυναίκες τους, παρακινημένες από την Αξιοθέα, προτίμησαν κι αυτές το θάνατο, όπως κι οι μητέρες τους. Οι γυναίκες, αφού ανέβηκαν στη στέγη του παλατιού που το είχαν πυρπολήσει, μπροστά στο πλήθος του λαού που είχε μαζευτεί εκεί, έσφαξαν τα παιδιά τους και τέλος και οι ίδιες αυτοκτόνησαν, άλλες με σπαθιά κι άλλες πέφτοντας στις φλόγες.

 

Το συγκλονιστικό τέλος της βασιλικής οικογένειας αφηγούνται δυο αρχαίοι συγγραφείς: ο Διόδωρος Σικελιώτης (Βιβλιοθήκη Ἱστορική, 20, 21-1-3) και ο Πολύαινος (Στρατηγήματα, 8-48,1). Από μια σύγχυση στο όνομα της Αξιοθέας, συζύγου του Νικοκλέους της Πάφου, με το όνομα της Βιοθέας, συζύγου του Νικοκρέοντος της Σαλαμίνος, αρκετοί ερευνητές και ιστορικοί όπως κι αρχαιολόγοι θεώρησαν εσφαλμένα ότι η τραγωδία της βασιλικής οικογένειας συνέβη στον οίκο της Σαλαμίνος αντί στον οίκο της Πάφου. Την πλάνη διόρθωσε πειστικά ο Κ. Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ, Ε΄, 1983, αρ. 162), που επέμενε ότι πολύ σωστά οι δυο αρχαίοι συγγραφείς τοποθετούν τα γεγονότα στον οίκο του Νικοκλέους στην Πάφο.  Έτσι η τραγωδία ολόκληρης της βασιλικής οικογένειας της Πάφου επισφράγισε την κατάργηση του παφιακού βασιλείου και το τέλος των Κινυραδών.

 

Ακμή κατά τα Ελληνιστικά και Ρωμαϊκά χρόνια: Η επικράτηση του Πτολεμαίου στην Κύπρο σήμαινε και την ένταξη του νησιού, ως ενιαίου χώρου πλέον, στο κράτος του που έδρα είχε την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η κατάργηση των κυπριακών βασιλείων ήταν μια πολύ σημαντική εξέλιξη. Οι πόλεις του νησιού διατήρησαν ως ένα βαθμό την αυτονομία τους, που εκφραζόταν μέσω καινούργιων και πλέον δημοκρατικών θεσμών, όπως της Βουλής και του Δήμου. Οι θεσμοί αυτοί συνεχίστηκαν και κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας, μαρτυρούνται δε και σε επιγραφές που έχουν βρεθεί και που αναγράφουν, αναφορικά με την Πάφο:

 

... ἡ βουλή καί ὁ δῆμος ὁ Παφίων...

 

ή επίσης:

 

... ὁ δῆμος ὁ Παφίων

 

ή αλλού πάλι:

 

... ἡ πόλις ἡ Παφίων...

 

ή επίσης:

 

...Σεβαστῆς Πάφου ἡ βουλή καί ὁ δῆμος...

 

Ακόμη αναφέρονται αποφάσεις των σωμάτων αυτών:

 

... Ἀγαθῇ τύχῃ˙ δεδόχθαι

τῇ βουλῇ καί τῷ δήμῳ  ἐπαινέσαι...

 

Η κατάργηση των διαφόρων βασιλείων στα οποία ως τα τέλη του 4ου π.Χ. αιώνα ήταν διαχωρισμένη η Κύπρος, δεν σήμαινε μόνο τον εκδημοκρατισμό των πολιτευμάτων τους. Επί πλέον, η ένταξη της Κύπρου ως ενιαίου χώρου στο βασίλειο των Πτολεμαίων σήμαινε και την ύπαρξη μιας κεντρικής εξουσίας για ολόκληρο το νησί. Τούτο οδήγησε σταδιακά στη νέα αντίληψη περί ενιαίας πατρίδας. Οι Κύπριοι, δηλαδή, οδηγήθηκαν στο να αισθάνονται όλοι ως Κύπριοι, κι όχι ο καθένας ως πολίτης μιας χωριστής κυπριακής πόλης. Η κεντρική εξουσία, που κάλυπτε ολόκληρη την Κύπρο, εκφραζόταν με τα ανώτατα όργανα διοίκησης που διορίζονταν από τους Πτολεμαίους, με επικεφαλής τον στρατηγόν (δηλαδή κυβερνήτη). Εφ’ όσον όμως εγκαταστάθηκε μια κεντρική διοίκηση, αυτή η διοίκηση έπρεπε να έχει και μια έδρα. Ως έδρα της διοίκησης επελέγη η Πάφος, που έγινε έτσι η μητρόπολις (δηλαδή η πρωτεύουσα) της Κύπρου.

 

Η επιλογή της Νέας Πάφου ως πρωτεύουσας της Κύπρου δεν ήταν τυχαία. Ασφαλώς θα πρέπει να είχαν ληφθεί υπ’ όψιν διάφοροι παράγοντες, μεταξύ των οποίων η γεωγραφική της θέση (ήταν εκείνη από τις κυπριακές πόλεις που βρισκόταν πλησιέστερα προς την έδρα των Πτολεμαίων, την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου), η ασφάλεια που παρείχε (ήταν εκείνη από τις κυπριακές πόλεις που βρισκόταν μακρύτερα από κάθε άλλη γειτονική χώρα όπως η Μικρά Ασία και η Συροπαλαιστίνη απ’ όπου δυνατόν ν’ αναμένονταν επιδρομές), και βέβαια η αίγλη της και οι δυνατότητές της για οικονομική και άλλου είδους ανάπτυξη. Οι πολυπληθείς επισκέπτες του ιερού της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο σήμαιναν και σημαντικά οικονομικά οφέλη για την πόλη και την περιοχή. Εξάλλου τα κοντινά μεγάλα δάση (δάσος Πάφου) πρόσφεραν την τόσο σημαντική και πολύτιμη ξυλεία, κυρίως για ναυπήγηση πολεμικών και εμπορικών καραβιών για τους Πτολεμαίους. Από επιγραφές που έχουν βρεθεί μαρτυρείται η ύπαρξη τεχνιτών ναυπηγών στην Πάφο αυτή την εποχή. Σ’ επιγραφή της Παλαιπάφου μνημονεύεται ο Πυργοτέλης, γιος κάποιου Ζώητος που τιμήθηκε από τον βασιλιά Πτολεμαίο επειδή εκπόνησε τα σχέδια κι επέβλεψε την κατασκευή δυο τύπων πολεμικών καραβιών, της τριακοντήρους και εικοσήρους. Σε άλλη επιγραφή, από την Νέα Πάφο, διαβάζουμε το όνομα: Πριτίου ναυπηγοῦ.

 

Η επιλογή της Νέας Πάφου ως πρωτεύουσας της Κύπρου συνέβαλε σημαντικά στην πρόοδο και στην ακμή της πόλης. Λαμπρά οικοδομήματα κτίστηκαν, τόσο παλάτια για τους αξιωματούχους της πτολεμαϊκής διοίκησης, όσο και δημόσια κτίρια όπως στάδιο, θέατρα, αγορά, γυμνάσιον κλπ. Εξάλλου οι μεγαλόπρεποι «Τάφοι των Βασιλέων» στο ένα των νεκροταφείων της πόλης (όπως και παρόμοιοι τάφοι στην τοποθεσία «Ελληνόσπηλιοι» κοντά στην Πάφο, σε περιοχή του χωριού Αναβαργός) αποτελούν δείγματα της ακμής της πόλης κατά τα Ελληνιστικά χρόνια.

 

Η Παλαίπαφος, στο μεταξύ, δεν έχασε ακόμη τη δική της αίγλη. Ως κέντρο λατρείας της θεάς Αφροδίτης έγινε τώρα και κέντρο εκδηλώσεων του «Κοινού Κυπρίων». Το «Κοινόν Κυπρίων», που άρχισε ως θρησκευτική οργάνωση, στην ουσία υπήρξε η έκφραση της νέας συνείδησης για έναν ενιαίο κυπριακό χώρο. Ήταν μια «ένωση» όλων των κυπριακών πόλεων, που απέκτησε τεράστια πολιτική και οικονομική δύναμη και που διατηρήθηκε τόσο κατά τα Ελληνιστικά όσο και κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια.

 

Συνδεδεμένη με το βασίλειο των (Ελλήνων) Πτολεμαίων η Πάφος, αλλά και γενικότερα η Κύπρος, γνώρισε αυτή την εποχή μια νέα ακμή και μια νέα ανάπτυξη που είχε έντονο ελληνικό χαρακτήρα. Ελληνικές ήσαν οι βασικότερες θεότητες που λατρεύονταν (μαζί με τους θεοποιημένους Πτολεμαίους) και ελληνικές οι τέχνες που αναπτύχθηκαν, όπως το θέατρο που έφθασε σε υψηλά επίπεδα δημιουργίας. Οι σχέσεις, εξάλλου, με την Ελλάδα ήσαν ιδιαίτερα πυκνές αυτή την εποχή.

 

Στους δυόμισι και πλέον αιώνες κατά τους οποίους η Κύπρος παρέμεινε υπό πτολεμαϊκή διοίκηση, γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη. Τούτο οφείλεται σε διάφορους λόγους, και κυρίως στο ότι κατά το διάστημα αυτό:

 

  1. είχε αποκτήσει δημοκρατικό πολίτευμα
  2. είχε γνωρίσει μέρες ειρήνης. Πράγματι, εκτός από τους συνηθισμένους καυγάδες και τα πάθη μεταξύ των ιδίων των Πτολεμαίων, το νησί δεν γνώρισε καταστροφικούς πολέμους
  3. είχαν αξιοποιηθεί καλύτερα οι εμπορικές δυνατότητες ως εκ της γεωγραφικής θέσεως της Κύπρου κι ως εκ του φυσικού της πλούτου (μεταλλεύματα, ξυλεία κλπ.).

 

Μεγάλο μερίδιο από την ανάπτυξη αυτή είχε η Πάφος ως πρωτεύουσα της Κύπρου. Στην πόλη στάθμευαν επίσης πτολεμαϊκά στρατεύματα και πτολεμαϊκός στόλος.

 

                                                                        *  *  *

 

Αναίμακτα η Κύπρος πέρασε, μετά την κατοχή της από τους Πτολεμαίους, στην κυριαρχία των Ρωμαίων. Αφού για ένα διάστημα, στο δεύτερο μισό του 1ου π.Χ. αιώνα, η Κύπρος ταλαντεύτηκε μεταξύ Ρωμαίων και Πτολεμαίων (ρωμαϊκή κατάκτηση και μετά προσφορά του νησιού στην Κλεοπάτρα από τον Ιούλιο Καίσαρα και κατόπιν από τον Μάρκο Αντώνιο), τελικά περιήλθε στην κατοχή των Ρωμαίων. Ως τμήμα της αχανούς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αν και δεν έτυχε η Κύπρος ευνοϊκής μεταχείρισης (γιατί θεωρήθηκε ως εχθρική χώρα που κατακτήθηκε), ωστόσο συνέχισε να απολαμβάνει των αγαθών της ειρήνης. Οι βασικοί θεσμοί (όπως η Βουλή και ο Δήμος, το «Κοινόν Κυπρίων» κ.α.) διατηρήθηκαν. Η νέα διοίκηση, με επί κεφαλής Ρωμαίους ανθυπάτους, διατήρησε την Πάφο ως έδρα της και συνεπώς και ως πρωτεύουσα του νησιού. Μια διαφορά ήταν ότι τώρα κατοίκησαν στην πόλη και αρκετοί Ρωμαίοι με τις οικογένειές τους (ανώτατοι και ανώτεροι διοικητικοί υπάλληλοι, εμπορευόμενοι κ.α.) που επηρέασαν και τον ντόπιο πληθυσμό. Σε μερικές περιπτώσεις, αντί των θεοποιημένων Πτολεμαίων, θεοποιούνται τώρα Ρωμαίοι αυτοκράτορες, στο πλαίσιο του «κυπριακού τρόπου επιβίωσης» που συνίστατο στην κολακεία των εκάστοτε ισχυρών.

 

Σε πολλές επιγραφές απ’ όσες έχουν βρεθεί, τα ονόματα είναι ρωμαϊκά ή εξελληνισμένα ρωμαϊκά, όπως Γάιος Ουμμίδιος, Κλαυδία Ροδόκλεια, Γάιος Ιούλιος Ερμογένης, Κλωδία Αριστοκράτους, Οκταβία Κλωδιάνη, Μάρκος Κάνιος Μαρκελλίνος, Γάιος Ιούλιος Ποτάμων, Λικιννία Αγαπωμένη, Τίτος Φλάβιος Φίλων κ.λ.π.

 

Φαίνεται ακόμη ότι οι Ρωμαίοι που κατοίκησαν στην Πάφο ήσαν οργανωμένοι κατά κάποιο τρόπο σε ένα είδος παροικίας. Σε μια επιγραφή, για παράδειγμα, προερχόμενη από την Παλαίπαφο, αναφέρεται μια προσφορά προς τη θεά Αφροδίτη με την ένδειξη:

 

Ἀφροδίτῃ Παφίᾳ

οἱ  ἐν Πάφῳ Ρωμαῖοι.

 

Γίνεται επίσης λόγος σε επιγραφή της Παλαιπάφου για «Ρωμαίους πολίτες που εμπορεύονται στην Πάφο».

 

Οι κοινές αυτές προσφορές στην Αφροδίτη, φανερώνουν ότι υπήρχε οργάνωση μεταξύ των ξένων που κατοικούσαν στην Πάφο.

 

Ωστόσο το 15 π.Χ. η Πάφος επλήγη από καταστροφικούς σεισμούς, όπως γνωρίζουμε κι από αναφορά που κάνει ο Δίων Κάσσιος (Ῥωμαϊκῶν Ἱστοριῶν σωζόμενα, 54, 23.7) που δίνει και την πληροφορία ότι ο αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος βοήθησε τότε την πόλη οικονομικά κι επέτρεψε στους Παφίους να την ονομάσουν — προς τιμήν του — Αυγούστα (Σεβαστή):

 

... Παφίοις τε σεισμῷ πονήσασι καί χρήματα ἐχαρίσατο [ο αυτοκράτορας] καί τήν πόλιν Αὔγουσταν καλεῖν κατά δόγμα ἐπέτρεψε...

 

Λίγο αργότερα, το 22 μ.Χ., η Πάφος ευεργετήθηκε από τον αυτοκράτορα Τιβέριο και τη ρωμαϊκή σύγκλητο με την παραχώρηση στον ναό της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο του δικαιώματος της ασυλίας. Το δικαίωμα αυτό σήμαινε νέα ώθηση και οικονομικά οφέλη στον ναό και στην πόλη. Έτσι, προς τιμήν του Τιβερίου, που ανήκε στο γένος των Κλαυδίων, στο όνομα Σεβαστή (Αυγούστα) Πάφος προσετέθη και το όνομα Κλαυδία.

 

Το ναό της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο επεσκέφθη το 69 μ.Χ. ο Τίτος, γιος του Βεσπασιανού, καθ’ οδόν από την Κόρινθο στην Ιουδαία όπου πήγαινε να συναντήσει τον πατέρα του μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Γάλβα. Ο Τίτος, μετέπειτα αυτοκράτορας, αφού είχε βρεθεί στην Πάφο επωφελήθηκε της ευκαιρίας να ζητήσει χρησμό από τον ναό της Αφροδίτης, όπως γράφει ο Τάκιτος. Με την ευκαιρία αυτή, ο Τάκιτος δίνει πολλές πληροφορίες για τον ναό της Παλαιπάφου και το ιστορικό του.

 

Όμως ήδη μια τρομερή απειλή αντιμετώπιζαν οι αρχαίοι θεοί: τη νέα θρησκεία, τον Χριστιανισμό. Έως την Πάφο, πρωτεύουσα της Κύπρου, είχαν κιόλας φθάσει οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος το 45 μ.Χ., κηρύττοντας τη νέα θρησκεία. Σύμφωνα προς την τοπική παράδοση, στην Πάφο ο Παύλος έφαγε 39 ραβδισμούς. Στο «απόκρυφο» κείμενο των Πράξεων του αποστόλου Βαρνάβα, αναφέρεται ότι στην Πάφο ο Παύλος είχε τυφλώσει προσωρινά τον Ιουδαίο «μάγο» Βαριησού* (ή Ελύμα) που είχε ξεσηκώσει κατά των αποστόλων το εβραϊκό στοιχείο της πόλης. Στην Πάφο κατοικούσαν, συνεπώς, και πολλοί Εβραίοι, όπως και στη Σαλαμίνα και σε άλλες κυπριακές πόλεις. Τον Βαριησού συνάντησε αργότερα και πάλι ο Βαρνάβας, όταν για δεύτερη φορά περιόδευσε την Κύπρο.

 

Παρά τους θρυλούμενους ραβδισμούς που δέχθηκε ο Παύλος στην Πάφο, καθώς και την αντίδραση των Εβραίων της πόλης, οι απόστολοι είχαν εκεί την πρώτη μεγάλη τους επιτυχία, αφού κατόρθωσαν να προσηλυτίσουν στον Χριστιανισμό ακόμη και τον ίδιο τον τότε ανθύπατο (κυβερνήτη) της Κύπρου, τον Ρωμαίο Σέργιο* Παύλο.

 

Στην Πάφο πήγαν και εργάστηκαν για τη διάδοση του Χριστιανισμού και τοπικοί άγιοι, αμέσως μετά τη διέλευση των αποστόλων από εκεί. Συγκεκριμένα στην Πάφο δίδαξαν ο άγιος Ηρακλείδιος*μαζί με τους μαθητές και βοηθούς του Μνάσωνα και Ρόδωνα, όπως μαθαίνουμε από σχετική αναφορά στο Βίο τον αγίου Ηρακλειδίου. Στο Βίο αναφέρεται μάλιστα ότι ο άγιος Ηρακλείδιος και οι ακόλουθοί του εκδιώχθηκαν από τους πολίτες της Πάφου:

 

ἐλθόντες πλήθη ἐδίωξαν ἡμᾶς ἀπό τόν τόπον ἐκεῖνον. Καί ἤλθαμεν ἐν τόπῳ Κουρίῳ...

 

Πιθανώς τα πλήθη που εκδίωξαν τους κήρυκες αυτούς του Χριστιανισμού ήσαν και πάλι οι Εβραίοι της Πάφου.

 

Σε άλλο εκκλησιαστικό κείμενο, στο Βίο του αγίου Αυξιβίου, παρέχεται η πληροφορία ότι ο απόστολος Παύλος, όταν πληροφορήθηκε τον μαρτυρικό θάνατο του Βαρνάβα στη Σαλαμίνα, έστειλε στην Κύπρο τον Επαφράν, τον Τυχικόν και άλλους, προς στελέχωση της ιδρυόμενης Εκκλησίας της Κύπρου. Ταυτόχρονα ο Παύλος συνέστησε στον άγιο Ηρακλείδιο να χειροτονήσει ως επίσκοπο Πάφου τον Επαφράν, τον δε Τυχικόν ως επίσκοπο Νεαπόλεως (= Λεμεσού). Έτσι, ήδη από τα μέσα του 1ου μ.Χ. αιώνα, η Πάφος έγινε επισκοπική έδρα με πρώτο επίσκοπο τον Επαφράν ή Επαφρόδιτον. Δεύτερος γνωστός επίσκοπος της Πάφου, κατά τα τέλη του 1ου μ.Χ. αιώνα, είναι ο Τίτος που αναφέρεται ότι είχε ασπασθεί το Χριστιανισμό ακούγοντας τη διδασκαλία του αποστόλου Παύλου στην Πάφο το 45 μ.Χ.

 

Η Πάφος κατά τα Βυζαντινά χρόνια: Υπό τους Βυζαντινούς η Κύπρος βρέθηκε μετά τον διαχωρισμό της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε ανατολική και σε δυτική. Το νησί υπήχθη στο ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, αυτό που με έδρα την Κωνσταντινούπολη εξελίχθηκε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

 

Για την πόλη της Πάφου η εξέλιξη αυτή είχε δυσμενή αποτελέσματα, βασικά επειδή σύντομα έχασε τον τίτλο της μητροπόλεως και όλα τα ωφελήματα που συνεπαγόταν. Αφού, σύμφωνα προς κάποιες αναφορές, πρωτεύουσα της Κύπρου (έδρα των δουκών) είχε γίνει για λίγο η Αμαθούς, τελικά πρωτεύουσα του νησιού είχε γίνει η Σαλαμίς-Κωνσταντία. Η Αμαθούς πιθανώς είχε γίνει έδρα της διοικήσεως για σύντομο χρόνο, όταν τόσο η Πάφος όσο και η Σαλαμίς είχαν πληγεί από ισχυρούς και ιδιαίτερα καταστροφικούς σεισμούς. Σύντομα, πάντως, πρωτεύουσα έγινε η Σαλαμίς-Κωνσταντία, που βρισκόταν πλησιέστερα προς τα άλλα εδάφη της αυτοκρατορίας (Μικρά Ασία, Συρία). Διοικητικά, εξ άλλου, η Κύπρος είχε υπαχθεί στην επαρχία της Ανατολής που είχε έδρα της την Αντιόχεια, πλησιέστερα προς την οποία βρισκόταν η Σαλαμίς παρά η Πάφος.

 

Εκτός από την απώλεια του τίτλου και των ωφελημάτων της ως πρωτεύουσας, η Πάφος επλήγη, στα μέσα του 4ου μ.Χ. αιώνα, από καταστροφικούς σεισμούς που προκάλεσαν στην πόλη εκτεταμένες καταστροφές. Ο άγιος Ιερώνυμος, που επεσκέφθη την Πάφο το 366 μ.Χ., γράφει ότι είχε βρει την πόλη ερειπωμένη. Φαίνεται όμως ότι εξακολουθούσε να διατηρεί την οικονομική ευρωστία της, γιατί σύντομα άρχισε ν’ ανοικοδομείται. Κι όχι μόνο ν’ ανοικοδομείται, αλλά ν’ αποκτά και καινούργια σημαντικά οικοδομήματα, όπως χριστιανικές βασιλικές. Εκείνη της Αγίας Κυριακής, για παράδειγμα, γνωστής και ως Χρυσοπολίτισσας, που τα ερείπιά της έχουν ανασκαφεί στην Κάτω Πάφο, ήταν μια από τις μεγαλύτερες αν όχι η μεγαλύτερη στην Κύπρο. Η οικοδόμηση τέτοιου κτιρίου, που ήταν και λαμπρά διακοσμημένο, φανερώνει ότι, παρά τις καταστροφές, η Πάφος μπόρεσε ν’ αντεπεξέλθει στις δυσκολίες και να ξαναβρεί σύντομα την οικονομική της ευμάρεια. Είναι, επίσης, γνωστό ότι ανοικοδομήθηκαν και τα άλλα λαμπρά κτίρια της πόλης κι επιδιορθώθηκαν τα δάπεδά τους με τα πασίγνωστα σήμερα ψηφιδωτά.

 

Ωστόσο την πάρα πέρα ανοδική πορεία της πόλης ανέκοψαν βίαια οι αραβικές επιδρομές, ιδίως δε οι πρώτες, των μέσων του 7ου μ.Χ. αιώνα. Η πόλη επλήγη καίρια από τις επιδρομές και φαίνεται ότι είχε υποστεί και φοβερές λεηλασίες, όπως εξ άλλου και το Κούριον και αυτή η πρωτεύουσα Κωνσταντία και πολλοί άλλοι παραθαλάσσιοι οικισμοί της Κύπρου. Εν τούτοις, αν και η Κωνσταντία, το Κούριον και πολλοί άλλοι παραθαλάσσιοι οικισμοί εγκαταλείφθηκαν πλέον οριστικά εξ αιτίας των αραβικών επιδρομών και δεν ξανακτίστηκαν, η πόλη της Πάφου κατόρθωσε και πάλι να επιβιώσει, όμως χωρίς να αποκτήσει ξανά τη λαμπρότητα και την αίγλη της.

 

Στην Πάφο οι Βυζαντινοί έκτισαν φρούριο, που προφανώς προοριζόταν να διαδραματίσει ρόλο στην άμυνα της πόλης κατά των Αράβων. Η πόλη όμως κατελήφθη από τους Άραβες και κατά τα μέσα του 7ου αιώνα μαρτυρείται η εγκατάσταση στην Πάφο αραβικής φρουράς από 12.000 άνδρες, πιθανώς και των οικογενειών τους. Μαζί με το ισχυρό αυτό στρατιωτικό σώμα φαίνεται ότι είχαν μεταφερθεί εκεί και τεχνίτες που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για τη ναυπήγηση στόλου με τη ξυλεία των δασών του Τροόδους. Ήταν, πράγματι, η εποχή κατά την οποία οι Άραβες συνειδητοποίησαν ότι βασικής σημασίας για τις ποικίλες διεκδικήσεις τους ήταν η κατασκευή και χρησιμοποίηση ισχυρού πολεμικού στόλου.

 

Σύντομα όμως (στα 680/1) η φρουρά των 12.000 Αράβων απεσύρθη από την Πάφο, στο πλαίσιο συνθήκης μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων. Ως αντάλλαγμα για την αποχώρηση της αραβικής φρουράς από την Πάφο φαίνεται ότι οι Βυζαντινοί απέσυραν από τον Λίβανο ίσο αριθμό Μαρδαϊτών απελατών εκ των οποίων αρκετοί εγκαταστάθηκαν και στην Κύπρο, ιδίως στην περιοχή της Μόρφου όπου διέδωσαν και τη λατρεία του προστάτη τους αγίου Μάμα.

 

Ακολούθησε ένα καθεστώς «ουδετερότητας» της Κύπρου, που ωστόσο συνέχισε να ταλαντεύεται μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων έως το 963/4, οπότε ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς, δια του στρατηγού του Νικήτα Χαλκούτζη απάλλαξε οριστικά την Κύπρο από την αραβική απειλή και την επανένταξε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

 

Η Πάφος δεν ήταν πλέον ιδιαίτερα σημαντική πόλη, αλλά όχι και πλήρως παρακμασμένη. Εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται το λιμάνι της πόλης (απ’ όπου γνωρίζουμε ότι δοκίμασε ν’ αναχωρήσει για τη Μικρά Ασία κι ο άγιος Νεόφυτος), εκεί υπήρχε και φρουρά, υφίστατο δε και κάστρο (στο οποίο ο άγιος Νεόφυτος είχε κρατηθεί για λίγο). Όμως τα περισσότερα και σημαντικότερα των οικοδομημάτων της πόλης (όπως για παράδειγμα οι λαμπρές βασιλικές της) κείτονταν σε ερείπια. Έτσι, το τέλος των Βυζαντινών χρόνων βρήκε την Πάφο να έχει ήδη χάσει τον παλαιό λαμπρό της χαρακτήρα. Φοβούμενοι τις αραβικές επιδρομές οι κάτοικοι της πόλης — ή τουλάχιστον πολλοί από αυτούς — δεν είχαν τη θέληση να αρχίσουν ξανά μια νέα ανοικοδόμηση της τόσο κοντά στη θάλασσα και αποσύρθηκαν προς τα ενδότερα του νησιού. Ίσως από τότε είχε ιδρυθεί ο οικισμός στην κορφή του επιβλητικού λόφου, που πρόσφερε κάποιες καλύτερες δυνατότητες άμυνας, δηλαδή ο οικισμός που αποτελεί τη σημερινή πόλη της Πάφου.

 

Η Πάφος κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας: Από τις αναφορές στα μεσαιωνικά χρονικά, προκύπτει ότι κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας η Πάφος ήταν σημαντική κυρίως ως λιμάνι στη ναυτική συγκοινωνία με την Αίγυπτο αλλά και με τη Δύση, λόγω της γεωγραφικής της θέσης στα δυτικά παράλια της Κύπρου. Συνήθως τα καράβια που ξεκινούσαν από την Πάφο για τη Δύση είχαν ως επόμενο σταθμό τους τη Ρόδο, έδρα των Ιωαννιτών ιπποτών. Στη χρησιμοποίηση της Πάφου ως σταθμού στη θαλάσσια συγκοινωνία με την Δύση, συνέβαλε και το γεγονός ότι οι βορειότερες θάλασσες ήσαν συνήθως πιο επικίνδυνες για τα καράβια, εξ αιτίας της δράσεως πειρατών που εξορμούσαν από τα μικρασιατικά παράλια ή και εξ αιτίας του ότι τα μικρασιατικά παράλια συνήθως δεν ήσαν φιλικά αφού κατέχονταν από μη χριστιανικές δυνάμεις προς τις οποίες αντιμαχόταν κι αυτό το βασίλειο της Κύπρου. Ακόμη, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Πάφος εχρησιμοποιείτο κι ως ναυτικός σταθμός όχι μόνο από τα εμπορικά καράβια αλλά κι από καράβια που μετέφεραν Ευρωπαίους ταξιδιώτες και προσκυνητές προς τους Αγίους Τόπους κι αντίθετα. Μεταξύ των προσκυνητών αυτών περιλαμβάνονταν και διακεκριμένα άτομα. Για παράδειγμα γνωρίζουμε ότι ένας τέτοιος προσκυνητής ήταν ο βασιλιάς της Δανίας Έρικ* «ο πάντοτε αγαθός» που το 1103 (Βυζαντινά χρόνια) πέθανε κι ετάφη στην Πάφο καθ’ οδόν προς τους Αγίους Τόπους.

 

Βέβαια ως λιμάνι η Πάφος δεν κατόρθωσε ποτέ ν’ αποκτήσει τη σπουδαιότητα της μεσαιωνικής Αμμοχώστου ή ακόμη της Λάρνακας, ούτε καν της Κερύνειας που εχρησιμοποιείτο κυρίως από πολεμικά καράβια. Η Αμμόχωστος, και μετά το 1373 η Λάρνακα, ευνοήθηκαν κυρίως ως εμπορικά λιμάνια γιατί βρίσκονταν απέναντι από τη συροπαλαιστινιακή ακτή στην οποία κατέληγαν τα καραβάνια που έφθαναν από τα βάθη της Ασίας, μεταφέροντας τα διάφορα εξωτικά εμπορεύματα που προορίζονταν για τις αγορές της Ευρώπης.

 

Από αναφορές των μεσαιωνικών χρονογράφων (Λεοντίου Μαχαιρά και Γεωργίου Βουστρωνίου) γνωρίζουμε ότι η Πάφος διέθετε ισχυρό κάστρο. Μάλιστα τόσο ο Μαχαιράς όσο και ο Βουστρώνιος ομιλούν σε μερικές περιπτώσεις για καστέλλια (= κάστρα) στον πληθυντικό, έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι στην πόλη λειτουργούσαν τον 15ο αιώνα δύο κάστρα. Το ένα ήταν το κάστρο του λιμανιού και το δεύτερο ήταν, πιθανώς, το κάστρο «Σαράντα Κολώνες», αν και αυτό αναφέρεται ότι είχε εγκαταλειφθεί από το 1222 όταν καταστράφηκε από ισχυρό σεισμό. Υπάρχει εν τούτοις και η άποψη ότι υφίστατο κι άλλο κάστρο (από τα Βυζαντινά χρόνια) στα δυτικά αυτού που σώζεται ως σήμερα, κι ότι τα κυκλικά ίχνη από θεμέλια που φαίνονται σήμερα και που θεωρείται ότι ήταν αρχαίο αμφιθέατρο, ήταν ο πύργος του κάστρου αυτού. Εάν το λεγόμενο αμφιθέατρο ήταν στην πραγματικότητα πύργος ενός κάστρου των Βυζαντινών χρόνων, κι αν αυτό είχε χρησιμοποιηθεί κι αργότερα ή όχι, θα φανεί από τη μελλοντική ανασκαφική έρευνα.

 

Από άλλα κατάλοιπα γνωρίζουμε ότι στην Πάφο υφίστατο γοτθικός καθεδρικός ναός (που ελάχιστα ίχνη του σώζονται). Υπήρχαν επίσης άλλες λατινικές εκκλησίες όπως και δημόσια λουτρά. Το σωζόμενο σήμερα μικρό κάστρο στο λιμάνι της Πάφου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κτίσμα της περιόδου της Φραγκοκρατίας. Το κάστρο υπήρχε βέβαια εκεί, για προστασία του λιμανιού κυρίως, και φαίνεται ότι στα χρόνια της Φραγκοκρατίας ήταν πολύ μεγαλύτερο. Όμως το αρχικό κάστρο ανατινάχθηκε και καταστράφηκε τον 16ο αιώνα από τους Βενετούς που αδυνατούσαν να το επανδρώσουν και που δεν ήθελαν να πέσει στα χέρια των Τούρκων. Στα ερείπιά του οι Τούρκοι ανοικοδόμησαν το 1589 το κάστρο στη μορφή και στο μέγεθος που σώζεται ως σήμερα.

 

Η Πάφος, κατά την πρώτη περίοδο της Φραγκοκρατίας, εξακολουθούσε ν’ αποτελεί έδρα του Ορθόδοξου τοπικού επισκόπου. Όμως μετά το 1222, όταν ετέθη από τους Λατίνους σ’ εφαρμογή το σχέδιο μειώσεως των Ορθόδοξων επισκοπικών εδρών από 14 σε 4 και η εκδίωξη των 4 από τις πόλεις, η έδρα της Πάφου μετεφέρθη στην Αρσινόη (Πόλη Χρυσοχούς) και πιθανώς — για κάποιο διάστημα —στο χωριό Επισκοπή (Πάφου) απ’ όπου και η ονομασία του.

 

Η Πάφος απετέλεσε και την έδρα Λατίνου επισκόπου, κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας, μιας των 4 Λατινικών επισκοπών της Κύπρου (Λευκωσίας, Αμμοχώστου, Λεμεσού, Πάφου). Στην Πάφο (για την ακρίβεια στο Κτήμα, επί του λόφου που δεσπόζει της Κάτω Πάφου) επανήλθε η Ορθόδοξη επισκοπική έδρα στα τελευταία χρόνια της Φραγκοκρατίας.

 

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας η πόλη της Πάφου επλήγη επανειλημμένα από ισχυρούς σεισμούς και έπαθε εκτεταμένες καταστροφές από τις οποίες δεν μπόρεσε να συνέλθει ξανά. Ένας τέτοιος ισχυρός σεισμός μαρτυρείται στα 1222, που προξένησε μεγάλες καταστροφές στη Λευκωσία, στη Λεμεσό και κυρίως στην Πάφο. Στην Πάφο, ιδιαίτερα, κατέρρευσαν πολλά σπίτια ενώ έπαθαν εκτεταμένες καταστροφές το κάστρο «Σαράντα Κολώνες» και το λιμάνι. Ακόμη, αναφέρεται ότι είχε γκρεμιστεί κι ένας ναός (ο καθεδρικός;) καταπλακώνοντας το εκκλησίασμα και τον ίδιο τον επίσκοπο που διάβαζε προσευχές.

 

Οι σεισμοί της περιόδου της Φραγκοκρατίας έπληξαν καίρια την πόλη (ομιλούμε πάντοτε για τη σημερινή Κάτω Πάφο) που δεν ξανακτίστηκε ή, τουλάχιστον, δεν απέκτησε ξανά τα λαμπρά της οικοδομήματα. Ένας μεσαιωνικός επισκέπτης, ο Γερμανός ιερέας Ludolph von Suchen που επεσκέφθη την Κύπρο στα 1336-1341, έγραψε:

 

... Η Πάφος, κάποτε μεγάλη κι ωραία πόλη, είναι η αρχαιότερη στην Κύπρο. Βρίσκεται πάνω στην παραλία απέναντι από την Αλεξάνδρεια, τώρα όμως είναι σχεδόν κατεστραμμένη από τους συχνούς σεισμούς... (βλέπε Excerpta Cypria, p. 18).

 

Κι αργότερα, ο επίσης Γερμανός Δομινικανός μοναχός Felix Faber, που επεσκέφθη την Κύπρο στα 1483, έγραψε ύστερα από επίσκεψή του στην Πάφο:

 

... Πόσο τεράστια ήταν αυτή η πόλη και πόσο μεγαλοπρεπείς οι εκκλησίες που κάποτε ορθώνονταν εκεί, το μαρτυρούν τα πολλά ερείπια κι οι επιβλητικές μαρμάρινες κολώνες που βρίσκονται ριγμένες στο έδαφος. Η Πάφοςείναι τώρα έρημη, όχι πολιτεία πια, αλλά ένα άθλιο χωριό που ξεφύτρωσε μέσα από τα ερείπια. Γι’ αυτό και το λιμάνι εγκαταλείφθηκε και τα πλοία καταφεύγουν σ’ αυτό μόνον όταν εξαναγκασθούν, όπως ήταν κι η τύχη μας. Όπως άφησε την πόλη ένας σεισμός, έτσι ερειπωμένη παραμένει σήμερα και δεν βρέθηκε βασιλιάς ή επίσκοπος για να την ορθώσει ξανά... (βλέπε Excerpta Cypria, p. 45).

 

Έτσι από τον 13ο αιώνα κι εξής η Νέα Πάφος κειτόταν σε ερείπια. Η παλαιά πρωτεύουσα της Κύπρου είχε χάσει οριστικά την αρχαία της δόξα. Τη θέση της θα έπαιρνε μια καινούργια μικρή πόλη ανεβασμένη στον επιβλητικό βράχο, κάπως μακρύτερα από τη θάλασσα, αυτή που θα γινόταν γνωστή με την ονομασία Κτήμα.

 

Καμιά σίγουρη μαρτυρία δεν μας μιλά για τον πρώτο οικισμό του Κτήματος. Η νέα πόλη δεν αναφέρεται πριν από τα χρόνια των Φράγκων, κι ούτε φαίνεται πριν απ’ αυτή να ήταν κάτι το σημαντικό. Όμως πρέπει να δεχτούμε πως οι πρώτοι κάτοικοι θ’ ανέβηκαν στο ύψωμα από τη Νέα Πάφο πολύ πιο πριν. Οι φοβερές αραβικές επιδρομές — από το 648 ως το 965 — ανάγκασαν πολλούς από τους κατοίκους της Νέας Πάφου ν’ ανεβούν και να κατοικήσουν ψηλότερα και μακριά από την ακτή, όπου θα ένιωθαν πολύ πιο ασφαλείς.

 

Φαίνεται όμως πως δεν ήταν μόνο οι αραβικές επιδρομές που δημιούργησαν το Κτήμα εις βάρος της Νέας Πάφου. Ήταν μαζί κι οι συχνοί καταστρεπτικοί σεισμοί καθώς και το ανθυγιεινό κλίμα, που μάστιζαν την παραθαλάσσια πολιτεία. Έτσι οι κάτοικοι της παλαιάς πόλης, κοιτάζοντας πώς να ξεφύγουν απ' τα κακά, πύκνωναν τον πληθυσμό του νέου συνοικισμού. Κατά μιαν άποψη το Κτήμα ήταν κιόλας σε ακμή το 1191, όταν η Κύπρος κατακτήθηκε από τον Άγγλο βασιλιά Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο. Δεν φαίνεται όμως πιθανό ν’ απέκτησε το Κτήμα αξιόλογο πληθυσμό πριν από το 1222, τη χρονιά δηλαδή του φοβερού σεισμού που ισοπέδωσε τη Νέα Πάφο.

 

Μια παραδοξότητα παρουσιάζουν οι χρονολογίες σχετικά με τη Νέα Πάφο και το Κτήμα. Ενώ δηλαδή η Νέα Πάφος εμφανίζεται κι από τον θρύλο κι από τις μαρτυρίες (Στράβων, Παυσανίας) σαν κτίσμα των Αρκάδων από τα Προϊστορικά χρόνια, ωστόσο οι μέχρι σήμερα αρχαιολογικές έρευνες δεν έφεραν στο φως ίχνη που ν’ ανήκουν σε εποχή παλαιότερη του 4ου π.Χ. αιώνα, της εποχής που η πόλη είχε επιλεγεί από τον τελευταίο της βασιλιά, τον Νικοκλή, ως έδρα του. Αντίθετα το Κτήμα, μ’ όλο που φαίνεται ν’ αποτελεί ένα είδος διαδόχου πόλεως της Νέα Πάφου, έκρυβε στα χώματά του πολλά στοιχεία κατά πολύ αρχαιότερης κατοίκησης.

 

Οπωσδήποτε η νεώτερη ιστορία του Κτήματος αρχίζει στα χρόνια των Φράγκων. Το ίδιο το όνομά του συνδέεται με τις ιστορικές περιπέτειες του νησιού σε εκείνα τα χρόνια. Με τη φραγκική κατοχή η περιοχή της Πάφου απετέλεσε βασιλικό κτήμα (Domaine Royale) και σαν τέτοιο παραχωρήθηκε στα 1193 από τον Γκυ ντε Λουζινιάν στον Αμωρύ, πρώην κοντοσταύλη της Ιερουσαλήμ. Το Βασιλικό Κτήμα, αποβάλλοντας το επίθετο, έγινε κύριο όνομα κι απετέλεσε το όνομα της καινούριας πόλης. Οι πλουσιότεροι από τους Φράγκους και τους Έλληνες κατοικούσαν σ’ αυτό, ανάμεσα σε λαμπρούς κήπους, κι απολάμβαναν το εξαίρετο κλίμα του, αφήνοντας χαμηλά, στην ελώδη παραλία, τη Νέα Πάφο να διατηρεί ακόμη τον τίτλο της πρωτεύουσας της επαρχίας.

 

Ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς αναφέρει επανειλημμένα την Πάφο. Μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις ως λιμάνι για τη θαλάσσια επικοινωνία με τη Δύση και τον Νότο (Αίγυπτος). Έτσι, αναφέρει την Πάφο ως χώρο αναχώρησης καραβιών για την Αττάλεια (Μικρά Ασία) το 1363, λιμάνι άφιξης καραβιών από τη Βενετία την ίδια εποχή, λιμάνι αναχώρησης για το Κάιρο το 1366, λιμάνι απ’ όπου αναχώρησε για τη Ρόδο και την Ευρώπη ο βασιλιάς Πέτρος Α΄ το 1367:

 

... Τότες ἐπῆγεν ὁ ρήγας εἰς τήν Πάφον, καί ἐνέβην εἰς τό κάτεργον [= γαλέρα] καί ἐπῆγεν εἰς τήν Ρόδον καί ἀπ’ ἐκεῖ  ἐπῆγεν εἰς τήν Ἀνάπολιν [=Νεάπολη, Ιταλία]...

 

Επίσης ο Μαχαιράς αναφέρει την Πάφο ως λιμάνι άφιξης καραβιών από την Αλεξάνδρεια το 1369, όπως κι άφιξης του στόλου των Γενουατών από τη Δύση (36 καράβια) τον Οκτώβριο του 1373. Επίσης, τον Μάιο του 1427, ο βασιλιάς της Κύπρου Ιανός* στην Πάφο έφθασε όταν επέστρεψε από την αιχμαλωσία του στην Αίγυπτο:

 

... Καί τήν δευτέραν ἐφέραν μαντάτον πῶς ὁ ρήγας ἀνέφανεν εἰς τήν Πάφον...

 

Ακόμη, ο Λεόντιος Μαχαιράς περιγράφει επίθεση των Γενουατών κατά της Πάφου το 1373, χρόνο εισβολής των Γενουατών στην Κύπρο. Μαζί μ’ αυτούς είχαν ενωθεί και άλλοι (Έλληνες, Βούλγαροι και Τάταροι), κατά τον Μαχαιρά σιμά δύο χιλιάδες ἀνθρῶποι, καί ἐπῆγαν καί ἐπῆραν [=κατέλαβαν] τά καστελλία τῆς Πάφου...

 

Εδώ ο χρονογράφος κάνει λόγο για δυο κάστρα, για τα οποία μάλιστα δίνει και μερικές πληροφορίες (παραγρ. 377):

 

... Τότε ἦσαν τά καστελλία χαμηλά καί ὀτοσαῦτα ἐποῖκαν ὅτι ἐψηλῶσαν τα, καί ἐκόψαν τήν θάλασσαν καί ἐπερικυκλῶσαν την τόσον δυνατά...

 

Τους Γενουάτες και τους συμμάχους τους πολέμησαν στην Πάφο σκληρά οι δυνάμεις του βασιλείου της Κύπρου (Ιούλιος του 1373), αρχικά υπό την αρχηγία του πρίγκιπα της Αντιόχειας και λίγο πιο ύστερα υπό την αρχηγία του κοντοσταύλη Ιακώβου ντε Λουζινιάν (κατοπινού βασιλιά της Κύπρου). Τελικά οι Γενουάτες μετέφεραν τον πόλεμο στον άξονα Αμμοχώστου-Λευκωσίας-Κερύνειας, μάλιστα κυρίευσαν την Αμμόχωστο που από τότε (1373) άρχισε να παρακμάζει.

 

Το 1426, ύστερα από την καταστροφική επιδρομή των Μαμελούκων της Αιγύπτου στην Κύπρο, όπου συνέλαβαν αιχμάλωτο και τον ίδιο το βασιλιά Ιανό, εκδηλώθηκε το επαναστατικό κίνημα των Κυπρίων χωρικών υπό τον ρήγα Αλέξη*, κατά των Φράγκων. Η επανάσταση αυτή δεν περιέλαβε την Πάφο και την περιοχή της, γιατί εκεί έδρασε ένας ξένος μισθοφόρος, που λεγόταν Σφόρτζα. Αυτός, όπως αναφέρει ο Λεόντιος Μαχαιράς, εκμεταλλευόμενος την ανώμαλη κατάσταση που επικρατούσε, έδρασε στην Πάφο μαζί με Ισπανούς μισθοφόρους και προσπάθησε να κρατήσει για τον εαυτό του την εξουσία:

 

... Ὁμοίως ἕνας σορδάτος [= μισθοφόρος] τοῦ ρηγός ὀνόματι Σφόρτζα ἐκούρτζεψεν [= λεηλάτησε]   ὅσον ἔσσωννεν, καί ἔθελε νά κρατήση τήν ἀφεντίαν μέ τούς

Σπανιόλιδες εἰς τήν Πάφον...

 

Δεν γνωρίζουμε το τέλος της δραστηριότητας αυτού του Σφόρτζα, πάντως θα πρέπει σύντομα να εκδιώχθηκε αφού λίγο αργότερα, επιστρέφοντας από την αιχμαλωσία του, ο βασιλιάς Ιανός είχε φθάσει στην Πάφο, όπου η τάξη θα πρέπει να είχε αποκατασταθεί.

 

Ο Γεώργιος Βουστρώνιος πάλι, συνεχιστής του Μαχαιρά, αναφέρει επανειλημμένα την Πάφο, βασικά σε σχέση προς το κάστρο της και τον ρόλο που αυτό είχε διαδραματίσει κατά τη διάρκεια της εσωτερικής έριδας στο βασίλειο της Κύπρου κατά και περί το 1460. Δηλαδή κατά τη διάρκεια της διαμάχης για τον θρόνο της Κύπρου μεταξύ της βασίλισσας Καρλόττας και του ετεροθαλούς αδελφού της Ιακώβου Β΄.

 

                                                                           *  *  *

 

Κατά τη σύντομη σχετικά περίοδο της βενετικής κυριαρχίας επί της Κύπρου (1489-1570/71), καμιά ιδιαίτερη αναφορά δεν γίνεται σχετικά με την πόλη της Πάφου ή το Κτήμα. Οι Βενετοί, ενδιαφερόμενοι πρώτιστα για την όσο το δυνατό εντονότερη και σκληρότερη εκμετάλλευση του νησιού και των πόρων του, δεν κατέβαλαν καμιά προσπάθεια για ανάπτυξή του, ιδιαίτερα των απομακρυσμένων περιοχών όπως η Πάφος. Το μόνο που έπραξαν, σε σχέση προς την Πάφο, ήταν να γκρεμίσουν.

 

Πιο συγκεκριμένα, όταν κατέστη πλέον φανερό ότι οι Τούρκοι θα εισέβαλλαν στην Κύπρο, οι Βενετοί συγκέντρωσαν τις αμυντικές τους προσπάθειες σε τρεις πόλεις μόνο: στην ισχυρή Αμμόχωστο, στην πρωτεύουσα Λευκωσία και (κατόπιν μάλιστα δισταγμών) στην Κερύνεια. Τα κάστρα της οροσειράς του Πενταδάκτυλου όπως κι εκείνα της Λεμεσού και της Πάφου, εκρίθη ότι δεν μπορούσαν να επανδρωθούν επαρκώς με τις διαθέσιμες στρατιωτικές δυνάμεις (οι Κύπριοι εξαιρούνταν από τη στρατιωτική υπηρεσία, επειδή οι Βενετοί δεν τους εμπιστεύονταν, αφού ο λαός τους μισούσε εξαιτίας της σκληρής διοίκησής τους). Έτσι τα κάστρα αυτά, όχι μόνο εγκαταλείφθηκαν αλλά και ανατινάχθηκαν, ώστε να μη μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον εχθρό.

 

Όταν το 1570 οι Τούρκοι πραγματοποίησαν την αναμενόμενη εκστρατεία τους στην Κύπρο, η Πάφος δεν πρόβαλε καμιά σοβαρή αντίσταση.

 

Η Πάφοςκατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας: Κατά τη μακρά περίοδο της τουρκικής κατοχής του νησιού (1570/71-1878) και υπό τις νέες συνθήκες, η Πάφος έφθασε στο έσχατο όριο της παρακμής της, όπως εξ άλλου συνέβη και με ολόκληρη την Κύπρο.

 

Οι μαρτυρίες των διαφόρων ξένων επισκεπτών για την Πάφο αυτή την περίοδο, είναι απογοητευτικές.

 

Ο John Heyman (1720), γράφει:

 

... Η Πάφοςείναι σήμερα μικρή πόλη, μάλλον χωριό, πάνω στην πλαγιά ενός βουνού, σε κάποια απόσταση από τη θάλασσα. Πάνω στην παραλία στέκει κάστρο για να προστατεύει τον δρόμο και γύρω του ένας μπορεί να δει αρκετά ερείπια... (Excerpta Cypria, p. 249).

 

Ο Richard Pococke, που είδε την πόλη στα 1738, γράφει:

 

... Μισό μίλι στ’ ανατολικά [της Κάτω Πάφου] βρίσκεται η νέα πόλη της Πάφου, όπου κατοικεί ο Τούρκος διοικητής. Η Νέα Πάφοςονομάζεται τώρα Παλιά Πάφοςκαι κατοικείται μόνο από λίγους Χριστιανούς και μικρή φρουρά στο κάστρο και το λιμάνι... Ένας αγάς και λίγοι γενίτσαροι κατοικούν στο κάστρο... (Excerpta Cypria, p. 264).

 

Εκτενέστερη αναφορά κάνει ο William Turner, που επισκέφθηκε την πόλη στα 1815:

 

... Η πόλη της Πάφου, που βρίσκεται σήμερα στον χώρο της Νέας Πάφου, διαιρείται σε τρεις ενορίες. Την κυρίως πόλη, όπου ζουν οι Τούρκοι, με εκατόν πενήντα περίπου σπίτια∙ την ελληνική ενορία, που λέγεται Κτήμα, με πενήντα περίπου σπίτια και την ενορία της Μαρίνας, η οποία διατηρεί το παλαιό όνομα της Πάφου και έχει περί τις ογδόντα οικογένειες, Έλληνες και Τούρκους. Η κύρια ενορία και το Κτήμα, αποτελούν συνεχόμενη πόλη κι είναι κτισμένα πάνω σε χαμηλό λόφο περί το μισό μίλι από τη θάλασσα. Τα σπίτια είναι όλα κτισμένα από ακατέργαστη πέτρα. Πρώτα πήγαμε στο ελληνικό μοναστήρι στο Κτήμα, κι ύστερα επισκεφθήκαμε τον κοτζαμπάση του αγά, που ζούσε στην ίδια ενορία, με τον οποίο καπνίσαμε πίπα κι ήπιαμε καφέ. Κοντά στο σπίτι βρίσκεται η ελληνική ενορία, όπου υπάρχουν χαμηλά τετράγωνα σπήλαια, σκαλισμένα στο βράχο, τα οποία φανερά ήταν κάποτε τάφοι...

 

Η κύρια πόλη αποτελείται από μισογκρεμισμένα πέτρινα σπίτια και στην πετρώδη πεδιάδα, κάτω από τον λόφο που είναι κτισμένη, υπάρχουν μερικοί κήποι, οι οποίοι, επειδή βρίσκονται στο κέντρο της πόλης, είναι πολύ ωραίοι...

 

Στις οκτώ πήγαμε με γαϊδούρια στη Μαρίνα, μέσα από την ίδια πεδιάδα, καλλιεργημένη αλλά γεμάτη αγκάθια, από την οποία επιστρέψαμε την προηγούμενη νύχτα. Η Πάφος, προηγουμένως βενετική πόλη, αρκετά μεγάλη, πνίγεται τώρα, όπως η Αμμόχωστος, μέσα στα ερείπιά της. Παντού βλέπεις να καταρρέουν στο έδαφος παλάτια κι εκκλησίες και γύρω στις ογδόντα οικογένειες κατοικούν μέσα στα μπαλωμένα τμήματα των πολλών παλατιών, από τις οποίες τα δύο τρίτα είναι τουρκικές. Κάθε σπίτι έχει τον κήπο του, ο οποίος προσθέτει ομορφιά στο μέρος και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση προς το περιβάλλον. Ο κόλπος είναι μεγάλος   το λιμάνι ωστόσο δεν είναι καθόλου ασφαλισμένο, επειδή ο μώλος εκτείνεται μόνο μερικώς ανατολικά και δυτικά και καθόλου προς νότον, αφήνοντας το έτσι ανοιχτό. Στο λιμάνι αυτό, όσο άσχημο κι αν είναι, έρχονται συχνά καράβια για το λαθρεμπόριο του σιταριού. Όταν είμαστε εμείς, εκεί υπήρχαν δυο υδρέικα καράβια (Excerpta Cypria, p. 440).

 

Από τις πιο πάνω αναφορές των ξένων επισκεπτών γίνεται φανερό πως η Πάφος ήταν, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ένας μικρός και παραμελημένος οικισμός. Ιδιαίτερα για το κείμενο του William Turner διευκρινίζουμε ότι με την αναφορά σε «μοναστήρι» εννοούσε τη μητρόπολη της Πάφου. Επίσης, η αναφερόμενη Μαρίνα ήταν η σημερινή Κάτω Πάφος, δηλαδή το παραθαλάσσιο τμήμα της πόλης, η περιοχή της Νέας Πάφου της Αρχαιότητας, όπου το μικρό κάστρο και το λιμανάκι.

 

Όπως λέχθηκε και πιο πριν, η «πόλη πάνω στον λόφο», δηλαδή το Κτήμα, είχε αρχίσει πιθανότατα να σχηματίζεται ως οικισμός κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών. Πάντως οι πρώτες σαφείς πληροφορίες για τον οικισμό αυτό είναι του 15ου αιώνα. Ο Ισπανός ευγενής Pero Tafur για παράδειγμα, που πέρασε από την Κύπρο μεταξύ 1435 και 1439, αναφέρεται στο κείμενό του σε ένα «χωριό πάνω στο ύψωμα»:

 

... Έπειτα ξεκίνησα για το λιμάνι της Πάφου κι ο βασιλιάς έδωσε οδηγίες να καταλύσω σε ένα χωριό πάνω σε ένα ύψωμα, σε ένα υγιεινό μέρος αντίθετο από το ανθυγιεινό κλίμα της Νέας Πάφου. Εκεί έμεινα στο σπίτι του Ντιέγκο Ντενόριο, ενός αξιότιμου κυρίου από την Καστίλλη...

 

Κατά την περίοδο της βενετικής κατοχής το Κτήμα ήταν ακόμη πιο ανεπτυγμένο. Γνωρίζουμε από έκθεση του Φραγκίσκου Αττάρ (1540) ότι τότε ο πληθυσμός του ήταν 2.000 κάτοικοι. Τον πληθυσμιακό αυτό αριθμό μπόρεσε να τον φθάσει ξανά η πόλη μόλις το 1880 (αρχές της Αγγλοκρατίας). Δηλαδή καθ’ όλη την περίοδο της τουρκικής κατοχής, η πόλη ουδέποτε είχε αποκτήσει πληθυσμό περισσότερο ή ισάριθμο όσου είχε λίγο πιο πριν από την τουρκική κατάκτηση.

 

Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός (Ἱστορία Χρονολογική..., 1788, σσ. 19 και 51) ονομάζει το Κτήμα χωρίον και το απαριθμεί μεταξύ των μεγάλων χωριών της Κύπρου.

 

Μετά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου (1570-71) στο Κτήμα διορίστηκε — κι έδρευε έκτοτε — ως διοικητής Τούρκος πασάς (καϊμακκάμης). Η πόλη απετέλεσε επίσης την έδρα του περιφερειακού δικαστή (καδή) και, μετά την ανασυγκρότηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου (και την εκδίωξη της Λατινικής), απετέλεσε και την επισκοπική έδρα του μητροπολίτη Πάφου. Ήταν επίσης η πόλη έδρα κατηλλικιού (η επαρχία Πάφου ήταν, συνήθως, διαιρεμένη σε τέσσερα κατηλλίκια ή καζάδες, της Πάφου, της Χρυσοχούς, των Κουκλιών και της Αυδήμου, ενώ οι επαρχίες της Κύπρου εξακολουθούσαν να είναι μέχρι και τον 19ο αιώνα τέσσερις, Λευκωσίας, Πάφου, Λάρνακας και Κερύνειας). Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα το Κτήμα παρουσιάζεται ως έδρα των κατηλλικιών (καζάδων) Πάφου και Κουκλιών. Σύμφωνα προς έκθεση του Έλληνα προξένου Γ.Σ. Μενάρδου του 1869 (βασισμένη σε στοιχεία του 1862) το Κτήμα παρουσιάζεται ως πρωτεύουσα του κατηλλικιού της Αυδήμου. Λίγο αργότερα η Κύπρος χωρίζεται σε έξι επαρχίες (όσες και σήμερα). Η επαρχία Πάφου διαχωρίζεται σε τέσσερα κατηλλίκια (διαμερίσματα) και πρωτεύουσα έχει το Κτήμα (βλέπε περισσότερα στο λήμμα κατηλλίκι).

 

Η κακοδιοίκηση, η αυθαιρεσία των αρχών, η πλήρης σχεδόν αδιαφορία για οποιαδήποτε ανάπτυξη, η βαριά φορολογία και οι ποικίλες διώξεις, ήσαν βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου της Τουρκοκρατίας. Υπό τέτοιες συνθήκες η Κύπρος ολόκληρη έφθασε στα κατώτατα επίπεδα υπανάπτυξης στην ιστορία της. Βέβαια δεν εξαιρέθηκε από την κατάσταση αυτή η πόλη και η επαρχία Πάφου˙ μάλιστα η πόλη και η επαρχία, απομονωμένες από την υπόλοιπη Κύπρο, βρίσκονταν σε ακόμη χειρότερη θέση.

 

Ωστόσο από τα τέλη του 18ου αιώνα και εξής, κάποιες μικρές ευκαιρίες δίνονταν στην πόλη, ιδίως σε σχέση προς προσφερόμενες μικροϋπηρεσίες σε καράβια που στάθμευαν στην Κάτω Πάφο. Μια από τις προσωπικότητες του Κτήματος αυτή την περίοδο ήταν ο Κεφαλλονίτης Ανδρέας Ζυμπουλάκης, που το 1799 διορίστηκε από τον Άγγλο μοίραρχο σερ Σίτνεϋ Σμίθ «πράκτωρ» του αγγλικού στόλου στην Πάφο. Κύρια φροντίδα του ήταν η εξασφάλιση προμηθειών για τις ανάγκες των βρετανικών καραβιών. Γιος του Ανδρέα Ζυμπουλάκη ήταν ο ΣμιθΧατζησμίθ) Ζυμπουλάκης που ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του Άγγλου μοιράρχου Σμιθ. Αυτός διαδέχθηκε τον πατέρα του στον ρόλο του «πράκτορα» των Άγγλων το 1826, εργαζόμενος μέχρι το 1864. Το αρχοντικό του Χατζησμίθ Ζυμπουλάκη, συντηρημένο από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, στεγάζει σήμερα το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης στη Γεροσκήπου.

 

                                                                        *  *  *

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας αρκετές από τις εξεγέρσεις ή και επαναστατικές ενέργειες επηρέασαν και την Πάφο. Αναφέρουμε την προσπάθεια απελευθέρωσης της Κύπρου από τους Τούρκους το 1607, με ενέργειες του δούκα της Φλωρεντίας Φερδινάνδου που σχεδίαζε κατάληψη της Αμμοχώστου και, στη συνέχεια, όλης της Κύπρου. Τα σχέδιά του όμως αποκαλύφθηκαν και ματαιώθηκαν. Στο μεταξύ στην Πάφο είχαν ξεσηκωθεί περί τους 400 Έλληνες, που όμως αντιμετωπίστηκαν και σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους. Σημειώνουμε επίσης ότι το 1821, όταν άρχισε η ελληνική επανάσταση, η Κύπρος δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε ν’ ακολουθήσει κι αυτή την οδό του ένοπλου αγώνα. Ωστόσο αναφέρεται ότι μόνο στην Πάφο είχε σημειωθεί επαναστατική κίνηση, κυρίως λόγω της πατριωτικής δραστηριότητας του τότε επισκόπου Χρυσάνθου* που εκτελέστηκε από τους Τούρκους στη Λευκωσία στις 9.7.1821. Στην επαναστατική αυτή ενέργεια αναφέρεται ότι μετείχαν περί τους 400 Παφίους, υπό την αρχηγία κάποιου Πέτρου, που βάδισαν κατά της πρωτεύουσας Λευκωσίας αφού εξοπλίστηκαν. Όμως κοντά  στην πρωτεύουσα  αντιμετωπίστηκαν  από  τον τουρκικό στρατό και ηττήθηκαν. Το 1833, ένα από τα τρία επαναστατικά κινήματα που σημειώθηκαν, εκείνο του Λινοβάμβακου Γκιαούρ* Ιμάμη (με επίκεντρο την περιοχή Πόλης Χρυσοχούς) επηρέασε και την πόλη της Πάφου. Σε τέτοιες περιπτώσεις (όπως στα 1833 και στα 1821) η άφιξη ή και διέλευση τουρκικού στρατού σήμαινε σφαγές, λεηλασίες κι άλλες βιαιότητες εις βάρος του άοπλου λαού.

 

Η αγγλική κατοχή και η συνέχεια: Η σκοτεινή περίοδος της Τουρκοκρατίας τερματίστηκε το καλοκαίρι του 1878, όταν η Κύπρος πέρασε στην κατοχή των Άγγλων ύστερα από εκχώρησή της προς αυτούς από τον σουλτάνο. Η αρχική γνώμη και οι φοβίες των   Άγγλων για την πόλη και την επαρχία της Πάφου έχουν ήδη εκτεθεί στην σχετική αναφορά για την ιστορία της επαρχίας Πάφου. Εδώ ας δούμε μόνο την κατάληψη της πόλης από τους Άγγλους, σύμφωνα προς τις πληροφορίες που συγκέντρωσε και διέσωσε ο Κ. Α. Κωνσταντινίδης (βλέπε Ἡ  Ἀγγλική Κατοχή τῆς Κύπρου τοῦ 1878, Λευκωσία, 1930, σ. 105-112).

 

Παρά τους φόβους των Άγγλων ότι στην πόλη και την επαρχία της Πάφου ενδεχομένως θα συναντούσαν σοβαρά προβλήματα, ωστόσο η Πάφος κατελήφθη από τις βρετανικές δυνάμεις το ίδιο εύκολα κι αναίμακτα όπως και η υπόλοιπη Κύπρος. Βέβαια από πλευράς Ελλήνων Κυπρίων δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος, αφού αυτοί δέχθηκαν με ικανοποίηση τον τερματισμό της τουρκικής κατοχής. Αντιδράσεις ανέμεναν οι Άγγλοι βασικά από την πλευρά των Τουρκοκυπρίων, όμως τελικά δεν σημειώθηκαν σοβαρά επεισόδια.

 

Στη θαλάσσια περιοχή της Πάφου έφθασαν, τον Ιούλιο του 1878, δυο αγγλικά πολεμικά πλοία μεταφέροντας τους πρώτους Άγγλους αξιωματικούς κι ένα μικρό στρατιωτικό απόσπασμα 40 ανδρών. Ο Άγγλος αξιωματικός Dixon, που πήρε μέρος στην όλη επιχείρηση κατάληψης της Πάφου, αφηγείται ως εξής τα γεγονότα (βλέπε Η. Dixon, British Cyprus, και Κ. Α. Κωνσταντινίδη, ό.π.π.):

 

... Υπό τους Τούρκους η Πάφοςείχε φρουρά από 50 άνδρες, που κατείχαν ένα θαλασσινό φρούριο. Στο λιμάνι της Πάφου δύσκολα φαίνεται σημείο ζωής˙ μερικοί γάιδαροι φορτωμένοι είναι τα μόνα σημεία ζωής˙ όχι αποβάθρα, όχι οικοδομήματα, όχι προκυμαία. Οι ευτυχισμένες μέρες της Πάφου χρονολογούνται προ 2.000 ετών. Στο ψηλότερο μέρος του φρουρίου υψώθηκε η αγγλική σημαία˙ ένας ζαπτιές την φρουρεί. Καμιά ταραχή δεν σημειώθηκε μεταξύ των ιθαγενών στο χωριό Κτήμα. Κατά την άφιξη του διοικητή ο καϊμακκάμης απεχώρησε... και παρέδωσε το διαμέρισμά του. Κανένας δεν αμφισβήτησε την είσοδό μας˙ πηγαινοερχόμαστε στα πλοία μας. Ένα μεταγωγικό, το «Tamar», και ένα θωρηκτό, το «Μινώταυρος», ήσαν στην Πάφο μαζί με ένα λόχο του 71ου. Η πρώτη μας φροντίδα ήταν για τα δικαστήρια...

 

Στη συνέχεια ο Dixon αναφέρει πως μια από τις πρώτες ενέργειες των Άγγλων στην Πάφο ήταν να εφαρμόσουν μια δικαστική απόφαση, εκτελώντας με απαγχονισμό έναν εγκληματία. Η εκτέλεση έγινε δημόσια, αν και κανένας ντόπιος δεν πίστευε πως η θανατική καταδίκη θα εφαρμοζόταν. Τότε, γράφει ο Dixon, ανέκφραστος φόβος κατέλαβε τον κόσμο... Έτσι... κανένα σοβαρό έγκλημα δεν ετάραζε πλέον την ησυχία της Πάφου...

 

Φαίνεται λοιπόν ότι η εκτέλεση της θανατικής καταδίκης έγινε από τους Άγγλους για να δείξουν στον κόσμο της Πάφου ότι η νέα διοίκηση ήταν αποφασισμένη να εφαρμόσει αυστηρά τον νόμο κι ότι οι αυθαιρεσίες που χαρακτήριζαν την απονομή δικαιοσύνης ως τότε, είχαν τερματιστεί.

 

Και ο Dixon συνεχίζει:

 

... Έχει μήπως η Πάφοςκανένα μέλλον; Νομίζω πως ναι. Γεωργικά προϊόντα, ωραίος καπνός ισάξιος εκείνου της Συρίας, πρόβατα και αίγες, εληές, συκομουριές, πατάτες, χαρούπια και άλλα αγαθά παράγονται παντού και θα εύρισκαν αγορές εάν το λιμάνι ανοιγόταν κατάλληλα προς εξυπηρέτηση του εξωτερικού εμπορίου...

 

Ο Dixon δεν μπορούσε βέβαια να προβλέψει, στα 1878, τις μεγάλες δυνατότητες τουριστικής ανάπτυξης του άθλιου χωριού που είχε δει τότε. Ωστόσο αντελήφθη πολύ σωστά τις γεωργοκτηνοτροφικές δυνατότητες της περιοχής.

 

Πολύ σύντομα άλλα τέσσερα αγγλικά πολεμικά πλοία μετέφεραν στην Πάφο δύναμη στρατιωτική από 1.000 Ινδούς που στρατοπέδευσαν εκεί. Μετά από τρεις μήνες, τον Οκτώβριο του 1878, αντικαταστάθηκαν από ένα τάγμα 300 Σκώτων. Μαζί με τους Ινδούς ήλθε κι ο πρώτος διοικητής, ο γραφικός Βόκοπ.

 

Στο Κτήμα η αγγλική σημαία είχε υψωθεί στο «κονάκι» (κατοικία του Τούρκου διοικητή), αφού εξευρέθηκε ιστός, στην παρουσία των Ελλήνων και Τούρκων κατοίκων της πόλης. Οι Τούρκοι δεν δημιούργησαν επεισόδια κι οι Έλληνες, παρά την χαρά τους, απέφυγαν τις εκδηλώσεις και τις ζητωκραυγές για να μη τους προκαλέσουν. Ο Άγγλος διοικητής νοίκιασε ένα σπίτι (του Κωνσταντίνου Κυθρεώτη) προς 60 λίρες τον χρόνο, που μετετράπη σε διοικητήριο.

 

Μετά την αγγλική κατοχή της Κύπρου το Κτήμα άρχισε να παίρνει τον χαρακτήρα πόλεως. Κατ’ αρχήν αναγνωρίστηκε ως μια από τις 6 πόλεις της Κύπρου, πρωτεύουσα της επαρχίας Πάφου. Επίσης ιδρύθηκε δημαρχείο, με πρώτο δήμαρχο έναν Τούρκο, τον Χασίπ Καπασιακαλλή. Αυτός υπηρέτησε για δυο μόνο χρόνια, κι έκτοτε όλοι οι υπόλοιποι δήμαρχοι της πόλης ήσαν Έλληνες. Δήμαρχοι της Πάφου, από την αρχή μέχρι σήμερα υπηρέτησαν:

 

01. Χασίπ Καπασιακαλλής......... 1878-1880.

02. Μιχ. Χριστοδουλίδης........... 1880-1887.

03. Κατά την περίοδο 1887-1891 δεν υπήρξε δήμαρχος αλλά δημοτική επιτροπή με πρόεδρο τον Σολ. Μαρκίδη.

04. Σολομών Μαρκίδης.............1891-1892.

05. Κατά την περίοδο 1892-1907 δεν υπήρξε δήμαρχος. Την πόλη διοικούσε δημοτική επιτροπή μεταξύ 1895 και 1907, με πρόεδρο Άγγλο.

06. Νεόφυτος Νικολαΐδης...........1907-1920.

07. Νικ. Ι. Νικολαΐδης....................... 1920-1943.

08. Χριστόδουλος Γαλατόπουλος.......1943-1953.

09. Ιάκωβος Ιακωβίδης.....................1953-1964.

10. Ιωάννης Αγρότης.........................1964-1986

11. Ανδρέας Αταλιώτης......................1986 -1997

12. Φειδίας Σαρίκας ........................... 1997-2006

13. Σάββας Βέργας .............................. 2006- 2015

14. Φαίδων Φαίδωνος ..........................2015- κε

 

Με την καθιέρωση δημαρχείου και δημοτικής επιτροπής ευθύς μετά την αγγλική κατοχή του 1878, η πόλη άρχισε σιγά-σιγά να εξωραΐζεται, να γίνεται καθαρή, αλλά και ν’ αποκτά υπηρεσίες, όπως για παράδειγμα διασωληνωμένο νερό (από το 1906 που τέτοιο νερό είχε μεταφερθεί από το χωριό Μεσόγη). Ώθηση δόθηκε στον τομέα της εκπαίδευσης ( για τον οποίο ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε σχετικό κεφάλαιο πιο κάτω). Στο μεταξύ, από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα άρχισαν να εκδίδονται στην Πάφο εφημερίδες, ενώ ιδρύθηκαν και πνευματικά σωματεία και σύλλογοι κι η πόλη απέκτησε αξιόλογη πνευματική ζωή (βλέπε πιο κάτω, κεφάλαιο Πνευματική-Καλλιτεχνική ζωή...). Κτίστηκαν επίσης νέα κατάλληλα οικοδομήματα για παροχή υπηρεσιών, όπως διοικητήριο (1920), αστυνομικός σταθμός, νοσοκομείο (1909), κτηματολογικό γραφείο, ταχυδρομείο, σχολικά κτίρια, μητροπολιτικό μέγαρο, δημοτικό μέγαρο, ενώ από το 1948 λειτούργησε και το κτίριο της δημοτικής βιβλιοθήκης της πόλης. Ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Θεοδώρου κτίστηκε το 1896.

 

Το ταξίδι προς και από την Πάφο αποτελούσε μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες πρόβλημα, αφ’ ενός λόγω της αποστάσεως κι αφ’ ετέρου λόγω της μη ύπαρξης καταλλήλων δρόμων. Ιδίως πριν από την πλατειά διάδοση του αυτοκινήτου, το να επισκεφθεί κάποιος την Πάφο αποτελούσε πραγματική περιπέτεια. Εκτός από το πρόβλημα της οδικής σύνδεσης της Πάφου με την υπόλοιπη Κύπρο, εξακολουθούσε να αποτελεί πρόβλημα και η μη κατασκευή κατάλληλου λιμανιού, όπως από το 1878 είχε εισηγηθεί ο Dixon.

 

Πάντως, αν και η αλλαγή και ανάπτυξη της πόλης μετά την αγγλική κατοχή της Κύπρου ήταν αδιαμφισβήτητη, ωστόσο αυτή υστερούσε σε σχέση προς άλλες πόλεις του νησιού, λόγω μη ικανοποιητικής αξιοποίησης όλων των οικονομικών και άλλων δυνατοτήτων της, κυρίως εξαιτίας της απόστασής της.

 

Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας η πόλη της Πάφου γνώρισε — όπως κι ολόκληρη η Κύπρος — κι ανώμαλες καταστάσεις, βασικά το 1931 με τον ξεσηκωμό κατά των Άγγλων (βλέπε λήμμα Οκτωβριανά) και την περίοδο της Παλμεροκρατίας* που ακολούθησε, όπως και κατά τα χρόνια του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα (1955-1959).

 

Μετά την ανεξαρτησία (1960), η πόλη έζησε δύσκολες μέρες εξ αιτίας της ανταρσίας των Τουρκοκυπρίων. Στο Κτήμα έγιναν μάχες στο τέλος Δεκεμβρίου του 1963 και, ιδίως, το Μάρτιο του 1964. Η μάχη του Κτήματος κράτησε τρεις μέρες: 9 έως 11 Μαρτίου 1964. Στην περίοδο που ακολούθησε, η πόλη ήταν ουσιαστικά χωρισμένη σε τουρκική και ελληνική συνοικία και σ’ αυτήν επικρατούσε ένταση. Τελικά οι Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν την Πάφο νωρίς το 1975, και πήγαν στο τμήμα της Κύπρου που, από το καλοκαίρι του 1974, κατέχεται από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής. Στην τουρκική συνοικία της πόλης (Μούτταλλος) εγκαταστάθηκαν Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες.

 

Μετά την τουρκική εισβολή του 1974 άρχισε η θεαματική κι αλματώδης ανάπτυξη της Πάφου, ιδίως με την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της στον τομέα της τουριστικής βιομηχανίας.

 

Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image