Ζαφείρη - Γεωργιάδου Μαρούλα

Image

Ποιήτρια, που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Νεφέλη, μητέρα των νέων Κυπρίων ποιητών Μιχάλη Ζαφείρη, Λεύκιου Ζαφειρίου και Φρόσως Κολοσσιάτου. Γεννήθηκε στο χωριό Ευρύχου στις Φεβρουαρίου 1925 και πέθανε στη Λάρνακα στις 18 Μαρτίου του 1957. Φοίτησε μέχρι την β' τάξη του Γυμνασίου Σολιάς. Δεν εκδόθηκε ποιητική της συλλογή. Ποιήματά της δημοσιεύθηκαν κυρίως στην εφημερίδα Νέος Δημοκράτης της Αριστεράς, στις τάξεις της οποίας ανήκε.

 

Νέος Δημοκράτης 

Η Νεφέλη δημοσίευε τα ποιήματά της στην εφημερίδα «Νέος Δημοκράτης» από το 1950 μέχρι το 1954. ΄Ηταν η πρώτη και μοναδική ποιήτρια που έγραψε στα φύλλα της εφημερίδας. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η Νεφέλη έγραφε και δημοσίευε ποιήματα από την πολύ νεαρή ηλικία των 14 ετών αποτυπώνοντας σε αυτά τον πόθο για ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη.

 

Η Νεφέλη απηύθυνε χαιρετισμό στο «Α’ Παγκύπριο Συνέδριο Γυναικών» στις 10 Δεκεμβρίου 1950 μέσα από το ποίημά της:

 

«Ροδογελάσματα αυγινά

της νέας αυγής, εσείς προμηνύτρες

Σας χαιρετώ

Νέους ρυθμούς να πραγματώνετε,

να ’στε μες στην αναποδιά οι οδηγήτρες,

μια φωτεινή γραμμή μες στο σκοτάδι!

Ώριμος, πια, ο καιρός σας καρτερούσε»

 

Η παρουσιάση της από την ΠΟΓΟ

Στην εκδήλωση «Λόγος και Τέχνη: Είμαι γυναίκα, δημιουργώ για αυτό που είμαι», η ποιήτρια  Μαρία Πυλιώτου μίλησε για τη Νεφέλη. Μια σπουδαία ποιήτρια της Κύπρου, η οποία επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και την ίδια τη Μ. Πυλιώτου, που το ’χε όνειρο «να γίνω κι εγώ ποιήτρια σαν τη Νεφέλη». Ακολουθούν μεγάλα αποσπάσματα της παρέμβασης της κας Πυλιώτου:

 

1949. Μόλις είχα γίνει 14 χρονών. Η εφημερίδα «Νέος Δημοκράτης» που με αγάπη έφερνε καθημερινά ο αξέχαστος πατέρας μου στο σπίτι ήταν το αγαπημένο εξωσχολικό μου ανάγνωσμα. Διάβαζα τα πάντα. Με πολλή όμως συγκίνηση σταματούσα στη «φιλολογική μας Σελίδα», σελίδα που γευόμουν λέξη-λέξη. Ήταν η πιο σημαντική πηγή από την οποία αντλούσα όσα η εφηβική μου ψυχή λαχταρούσε και είχε ανάγκη: ποίηση, διήγημα, καλλιτεχνικά νέα. Η ανακοίνωση για την καθιέρωση της «φιλολογικής Σελίδας» είχε γίνει από τις 17 Ιουλίου 1949.

 

Την Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 1950 στη στήλη «Αλληλογραφία» η εφημερίδα απαντά στη Νεφέλη πως «Από τα ποιήματά σας διαλέξαμε αυτό που δημοσιεύουμε σήμερα…» Ήταν η αρχή. Τίτλος του πρώτου ποιήματος της νέας ποιήτριας ήταν «Λαμπρή θα ‘ναι πια η ζωή».

 

«Λαμπρή θα ’ναι πια η ζωή

Οι δρόμοι της, όχι στρωμένοι με σκύβαλα κι αγκάθια

Αστραφτεροί, στρωμένοι θα ‘ναι ολούθε με λουλούδια,

και γέλια γεμάτοι, μεγάλων και μικρών παιδιών.

Λαμπρή θα ‘ναι πια η ζωή!

Πέρασαν πια οι δίσεχτοι καιροί

Άστρο πανώριο,

Προβάλλει παντού η λευτεριά!

Πώς τη χαλκεύουν χέρια ροζιασμένα αγαπημένα, στιβαρά.

Τα χέρια των στυλοβατών του κόσμου».

 

Οι στίχοι αυτοί της Νεφέλης, αναφέρει η Μαρία Πυλιώτη, καθώς με πρωτάγγιξαν μ’ έκαναν να νιώσω ένα φως τρυφερό να με τυλίγει. Ήταν κάτι αλλιώτικο απ’ όσα διάβαζα ίσαμε τότε στα σχολικά μου βιβλία με τους παραδοσιακούς ομοιοκατάληκτους στίχους. Το διάβαζα, λοιπόν και χαιρόμουν που μια νέα γυναίκα-Κύπρια, η Νεφέλη, είναι ποιήτρια. Η πρώτη ποιήτρια που είχα διαβάσει ίσαμε τότε. Κι η καρδιά μου, το θυμάμαι καλά, είχε πλημμυρίσει με τ’ όνειρο να μπορέσω να γράφω κι εγώ ποίηση σαν τη Νεφέλη.

 

Απ’ εκείνη την πρώτη μέρα και μετά όταν έπαιρνα τον «Νέο Δημοκράτη» έψαχνα πριν απ’ όλα τη «φιλολογική μας Σελίδα» κι η ψυχή μου αναγάλλιαζε κι οι στίχοι της Νεφέλης με αγκάλιαζαν σαν ανοιξιάτικο δροσερό αγέρι και μ’ έκαναν να ονειρεύομαι. Το γεγονός αυτό έμοιαζε με γιορτή γιατί ήτανε κάθε Κυριακή. Το επόμενό της ποίημα είχε τίτλο «Νέοι Ορίζοντες» (20 Νοεμβρίου 1950).

 

«Τώρα οι ορίζοντες πλαταίνουν

Ξανοίγονται φόντα καινούρια

Των πρωτοπόρων οι στρατιές μακραίνουν

Κι οι δρόμοι αντιβοούν τραγούδια».

 

Το διάβαζα και το ξαναδιάβαζα. Τόσο εκείνη, όσο κι εγώ νιώθαμε ν’ ανοίγουν νέοι ορίζοντες, νέοι δρόμοι μπροστά μας. Εκείνη να γράφει κι εγώ να τα διαβάζω. Ένας νοερός διάλογος ανάμεσά μας: «Κι οι δρόμοι ν’ αντιβοούν τραγούδια». Σίγουρα ήτανε «σκληρή και μακρινή η πορεία». «Μα κι όσο οι στρατιές πληθαίνουν, πληθαίνει κι η ελπίδα».

 

Η αισιοδοξία που εξέπεμπαν οι στίχοι της μ’ επηρέαζαν αφάνταστα. Κι ήτανε δύσκολα τα εφηβικά εκείνα χρόνια που την αισιόδοξη ποίηση την χρειαζόμασταν σαν μια πηγή που το νερό της ιαματικό μας έδινε δύναμη να ζούμε και να προχωρούμε! Το επόμενό της ποίημα ήταν ένας χαιρετισμός στο «Α’ Παγκύπριο Συνέδριο Γυναικών» (Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 1950). Ο ίδιος εκείνος χαιρετισμός δημοσιεύτηκε 27 χρόνια αργότερα (27 Μαρτίου 1977) και στη «Χαραυγή». Αλήθεια, δεν χάνει από την επικαιρότητά του ακόμα και σήμερα.

 

Το ποίημα της ποιήτριας «Εμείς ακολουθούμε» μοιάζει μ’ απολογία που δεν βρίσκεται κι αυτή στην πρώτη γραμμή του αγώνα όπως οι άλλες γυναίκες, αλλά ακολουθεί με τους στίχους της, με τον δικό της ποιητικό τρόπο.

 

«Άλλοι χαράξανε το δρόμο

Και μεις ακολουθούμε

Όχι σε μας η αξιοσύνη της πρωτοπορίας

Σε μας της πίστης η αξιοσύνη» (24 Ιουνίου 1951)

 

Στίχοι, όπως και στα προηγούμενά της, αγωνιστικοί που ανταποκρίνονταν στα αιτήματα των καιρών. Πέντε μόνο χρόνια μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και η Ελλάδα με τον εμφύλιο, με το κυνηγητό των αγωνιστών, με τη λαχτάρα της λευτεριάς, με τον Μπελογιάννη πρωτοπόρο, με τις φυλακές, τις εξορίες, τις εκτελέσεις και τα όνειρα πάλι να βυθίζονται στο σκοτάδι. Είναι γι’ αυτό ίσως που το πιο πάνω ποίημα της Νεφέλης μοιάζει μ’ απολογία.

 

  1. Μια νέα χρονιά για την εφημερίδα, νέα χρονιά για την ποιήτρια στη νέα στήλη «Ζωή και Τέχνη». Την ίδια χρονιά η Νεφέλη μάς είχε επιφυλάξει κάτι διαφορετικό. Ίσαμε τότε η ποιήτρια αγωνιζόταν με το στίχο της για ένα διπλό αγώνα που είχε μπροστά της: να επικρατήσει το δίκαιο, η Ειρήνη και παράλληλα ο άλλος της σημαντικός αγώνας, η καλυτέρευση της προσφοράς της, της ποίησής της. Να μην ξεχνάμε πως οι συντάκτες τότε της εφημερίδας ήτανε πάντα αυστηροί ξεπερνώντας συχνά τα όρια, τόσο που αρκετοί νέοι συνεργάτες τους άρχισαν να απογοητεύονται και να σταματούν.

 

Αυτό το ‘νιωσε η Νεφέλη. Και είναι για τούτο που την ίδια χρονιά στις 11 Ιουνίου 1952 δημοσίευσε ένα άρθρο αρκετά εκτεταμένο με τις παρατηρήσεις και τις απόψεις της πάνω στο πρόβλημα της υπερβολικής αυστηρότητάς τους και καλό θα ήταν οι νέοι να αντικρίζονταν με περισσότερη στοργή και κατανόηση. Κι είχε απόλυτο δίκαιο η ποιήτρια καθώς οι υπεύθυνοι τότε είχαν λάβει σοβαρά τις απόψεις της. Αργότερα, η ποιήτρια επανήλθε με ακόμα ένα άρθρο της με θέμα «Ειδικά ζητήματα Τέχνης». Μιλάει για τη διαφορά ανάμεσα στο ποίημα και στο διήγημα. (21 Αυγούστου 1952)

 

Οι απόψεις της εδώ κι εδώ έχουν μεγάλο ενδιαφέρον και ρίχνουν φως στο πρόβλημα γιατί οι νέοι τότε (ίσως και σήμερα) απέφευγαν να γράψουν ένα διήγημα και προτιμούσαν ένα ποίημα που το ‘βρισκαν πιο εύκολο. Ήταν, αλήθεια, πιο εύκολο; Την ίδια μέρα διαβάζουμε τον «Κατακόρυφο δρόμο» και λίγο μετά σε σύντομο διάστημα το ένα από το άλλο ακολουθούν ο «Ύμνος στη Ρωσία» (4 Σεπτεμβρίου 1952) και το «Της Λευτεριάς το τραγούδι το τραγουδά και η Κύπρος» (16 Οκτωβρίου 1952).

 

Τα τρία τελευταία αυτά ποιήματα πολύστιχα, ολοκληρωμένα γεμάτα παλμό και αλήθεια «Της Λευτεριάς το τραγούδι/ μας γοργοσέρνει στο γιγάντιο ρυθμό του…» φανερώνουν πως η ποιήτρια έχει πια βρει την αυτοπεποίθηση και τον δικό της δρόμο. Πιο ώριμη και αισιόδοξη όσον αφορά της δουλειά της. Απ’ εκείνη τη χρονιά (1952) η Νεφέλη γίνεται πιο παραγωγική επίσης. Η ποιητική της προσφορά κλείνει με τις «Ηλιακτίδες» στις οποίες προτάσσει τους στίχους του Πωλ Ελυάρ:

 

«Και να το σ’ αγαπώ παίρνει καλό τέλος

για κείνους που αύριο θε να ‘ρθούν»

 

Στίχοι προφητικοί με τους καημούς της ποιήτριας και την αγάπη της για τον ταλαιπωρημένο κόσμο και το όραμά της που λέει:

 

«Δεν υπάρχουν πια σκοτάδια ούτε άβυσσος

μέσα στις αβύσσους έχεις ρίξει τη ζεστασιά της καρδιάς σου

και τα σκοτάδια έχει λαμπρύνει η αγάπη σου

άστρο στη νύχτα των δυστυχισμένων

Ανατολή λαμπρή στην παγωνιά της θλίψης…»

 

Κι εκεί που περιμέναμε τη συνέχεια αυτής της ώριμης και δυνατής ποίησης, απότομα κλείνει ο κύκλος. Μια βαριά σιωπή. Πέρασαν Κυριακές και Πέμπτες που μάταια έψαχνα στις σελίδες του «Νέου Δημοκράτη» να βρω και να διαβάσω ποίημά της.

 

Πάνω που τέλειωσε η εφηβεία μου, στις 14 Ιανουαρίου 1954 ο υπεύθυνος της Σελίδας πήρε να διερωτάται γιατί συνεργάτες τους ανάμεσά τους και «η Νεφέλη, το μοναδικό γυναικείο ταλέντο έπαψαν να στέλλουν συνεργασία». Η ποιήτρια δεν εμφανίστηκε ξανά στις Σελίδες του «Νέου Δημοκράτη». Τρία χρόνια αργότερα, την άνοιξη του 1957, μόλις 32 χρόνων τη χάσαμε για πάντα. Διπλή απώλεια: Χάθηκε πρώτα από την ποίηση και λίγο μετά από τη ζωή. Τόσο πρόωρα κι απ’ τα δύο. Και το κενό μεγάλο. Κι η θλίψη ακόμα πιο μεγάλη (…) Σίγουρα η επίδραση των στίχων της έμεινε τελικά μέσα μου σαν αφετηρία για άλλα είδη Τέχνης που άρχισα ν’ αγαπώ. Ωστόσο, για χρόνια πολλά ένιωθα έντονα την απουσία της από την εφημερίδα που διάβαζα, τα όμορφα εκείνα χρόνια που άνθιζε ο αγώνας, χρόνια αγνά, αθώα και αξέχαστα.

 

Πηγές:

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image