Θεοφάνης αρχιεπίσκοπος

Με το όνομα αυτό αναφέρονται δυο αρχιεπίσκοποι Κύπρου, εκ των οποίων ο δεύτερος τυπικά κατείχε την επισκοπική έδρα της Σολέας κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, οπότε η έδρα του αρχιεπισκόπου Κύπρου βρισκόταν στη Σολιά εξαιτίας του συνεχιζόμενου καθεστώτος που είχε επιβληθεί από τους Λατίνους κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και χαρακτηριζόταν από διώξεις της Ορθόδοξης Κυπριακής Εκκλησίας.

 

Θεοφάνης Α΄: Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, ο υπ' αριθμόν 22 του καταλόγου των Κυπρίων αρχιεπισκόπων της ΜΚΕ. Έζησε πιθανώς κατά το δεύτερο μισό του 8ου αιώνα. Στον Ἱεροσολυμιτικόν Κώδικα 1096, που χρονολογείται στους 12ο/13ο αιώνες, σημειώνεται άγιος Θεοφάνης, στις 12 Μαΐου, αρχιεπίσκοπος Κύπρου: ...Τοῦ  ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Θεοφάνους, ἀρχιεπισκόπου Κύπρου...

 

Δεν υπάρχουν άλλες γνωστές πληροφορίες για τον πιθανό αυτό αρχιεπίσκοπο.

 

Θεοφάνης Β΄: Επίσκοπος Σολέας, που μπορεί να συνυπολογιστεί ως αρχιεπίσκοπος Κύπρου, ο υπ' αριθμόν 58 του καταλόγου των Κυπρίων αρχιεπισκόπων της ΜΚΕ. Έζησε κατά το πρώτο μισό του 16ου αιώνα και πέθανε κατά ή περί το 1550. Περιλαμβάνεται μεταξύ των τοπικών αγίων της Κυπριακής Εκκλησίας, αν και οι συναξαριστές τον αγνοούν, είναι δε ένας από τους τελευταίους αναφερόμενους αγίους της Εκκλησίας της Κύπρου. Τον αναφέρουν τόσο ο Στέφανος Λουζινιανός, όσο και ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός που αντλεί από τον πρώτο.

 

Σύμφωνα προς τις πηγές, ο Θεοφάνης καταγόταν από τη Λευκωσία και ήταν μοναχός. Εξαιτίας του υποδειγματικού του βίου, εξελέγη επίσκοπος Σολέας και απεδέχθη το αξίωμα αυτό μόνο ύστερο από πολλές αρνήσεις και μεγάλη αντίσταση. Επειδή κατά την περίοδο εκείνη δεν υφίστατο επίσημα το αξίωμα του αρχιεπισκόπου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου, εξαιτίας των διώξεων των Λατίνων, και επειδή η αρχιεπισκοπική έδρα είχε μεταφερθεί στη Σολιά, μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Θεοφάνης, αποδεχόμενος τελικά το αξίωμα του επισκόπου Σολέας, στην πραγματικότητα γινόταν αρχιεπίσκοπος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου.

 

Ο περίπου σύγχρονός του Στέφανος Λουζινιανός, δίνει για τον Θεοφάνη και τις ακόλουθες πληροφορίες:

 

Ο Θεοφάνης, αφού μετά από μεγάλη αντίσταση απεδέχθη το αξίωμα του επισκόπου Σολέας, τελικά παραιτήθηκε (δεν παραδίδονται χρονολογίες ούτε της αποδοχής του αξιώματος ούτε της παραιτήσεώς του) εξαιτίας ενός επεισοδίου: όταν κάποτε προέβη σε παρατηρήσεις και έλεγχο του οικονόμου του, ο τελευταίος χαστούκισε τον Θεοφάνη. Ο Θεοφάνης έκρινε τότε ότι ο ελάχιστος σεβασμός τον οποίο είχε εμπνεύσει στον οικονόμο του, σήμαινε ότι ο ίδιος δεν ήταν ικανός για το υψηλό αξίωμα του ιεράρχη και παραιτήθηκε. Αφού ύστερα από πολλή επιμονή η παραίτησή του έγινε αποδεκτή, απεσύρθη στο μοναστήρι του Μέσα Ποταμού, στις ανατολικές πλαγιές του Τροόδους, όπου και έζησε ασκητικό βίο μέχρι το τέλος της ζωής του.

 

Ο Λουζινιανός αναφέρει επίσης το ακόλουθο επεισόδιο:

 

Μια νύκτα ο Θεοφάνης είχε ονειρευθεί ότι κάποιος γνωστός του του πρόσφερε ένα δοχείο με μέλι. Το επόμενο πρωί, πράγματι ήλθε ο άνθρωπος στο ασκητήριό του και του πρόσφερε δοχείο με μέλι. Ο Θεοφάνης, αφού ευχαρίστησε για το δώρο, πέταξε στη συνέχεια το μέλι, επειδή, όπως είπε, δεν ήθελε διά σατανικής ενεργείας να συνηθίσει να πιστεύει στα όνειρα (πετώντας, δηλαδή, το μέλι, διέψευδε το όνειρο που είχε δει, ότι το είχε κρατήσει).

 

Ο Στέφανος Λουζινιανός σημειώνει, τέλος, ότι είχε ο ίδιος δει τον τάφο του Θεοφάνη και λέει ότι ο τάφος είχε ανοιχθεί 5 ή 6 χρόνια μετά τον θάνατό του. Ωστόσο δεν υπήρχε η γνωστή δυσοσμία, αν και υφίσταντο ακόμη σάρκες στο κρανίο. Πάντα κατά τον Λουζινιανό, το κρανίο τοποθετήθηκε στον ναό του μοναστηριού του Μέσα Ποταμού και λέγεται ότι είχε αποδειχθεί θαυματουργό.