Ιωακείμ Γ' πατριάρχης

Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από το 1878 μέχρι το 1884 και από το 1901 μέχρι τον θάνατό του (13.11.1912). Γεννήθηκε στο Βαφεοχώρι του Βοσπόρου το 1834. Συμπλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βουκουρέστι όπου χειροτονήθηκε διάκονος το 1852. Είχε ανώτερες σπουδές στη Βιέννη. Το 1864 εξελέγη μητροπολίτης Βάρνης και το 1874 μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Το 1878 εξελέγη πανηγυρικά οικουμενικός πατριάρχης και υπηρέτησε στο ανώτατο αυτό αξίωμα μέχρι το 1884, οπότε παραιτήθηκε ύστερα από διαφωνίες μεταξύ του πατριαρχείου και της Υψηλής Πύλης. Τα επόμενα 5 χρόνια τα πέρασε στο σπίτι του στο Βαφεοχώρι και ύστερα απεσύρθη στο Άγιον Όρος όπου έζησε άλλα 12 χρόνια σε ερημητήριο. Προσκλήθηκε και ανήλθε ξανά στον πατριαρχικό θρόνο τον Μάιο του 1901 και πατριάρχευσε μέχρι τον θάνατό του, σε ώρες κρίσιμες για το πατριαρχείο, εξαιτίας των Βαλκανικών πολέμων και της προελάσεως του ελληνικού στρατού. Ο πατριάρχης Ιωακείμ Γ', γνωστός και με το επίθετο Μεγαλοπρεπής, θεωρείται ο μέγιστος των πατριαρχών της Κωνσταντινουπόλεως μετά την άλωση και τη διάλυση της αυτοκρατορίας.

 

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πατριαρχίας του, και μάλιστα από την αρχή, ο πατριάρχης Ιωακείμ απασχολήθηκε ιδιαίτερα και με την κατάσταση της Εκκλησίας της Κύπρου, η οποία κι αντιμετώπιζε οξύτατη κρίση και διχασμό εξαιτίας του γνωστού αρχιεπισκοπικού* ζητήματος. Αμέσως μετά την επιστροφή του στον πατριαρχικό θρόνο, τον Μάιο του 1901, ο Ιωακείμ βρήκε τα εκκλησιαστικά πράγματα στην Κύπρο να είναι κρίσιμα, σ' αυτά δε είχε ήδη επέμβει και ο προκάτοχός του στον θρόνο Κωνσταντινουπόλεως, πατριάρχης Κωνσταντίνος. Ο Ιωακείμ, με σειρά επιστολών του προς τους Κυπρίους, καθώς και με διάφορες άλλες ενέργειές του που μερικές έγιναν και σε συνεργασία του με τους πατριάρχες Δαμιανό των Ιεροσολύμων και Φώτιο της Αλεξανδρείας, προσπάθησε να επιλύσει το αρχιεπισκοπικό ζήτημα της Κύπρου. Μεταξύ των ενεργειών του ήταν και η αποστολή εκπροσώπου του στην Κύπρο με σκοπό να βοηθήσει στη διευθέτηση της κρίσεως. Ο εκπρόσωπός του που ήρθε στην Κύπρο τον Σεπτέμβριο του 1901, ήταν ο ιερολογιότατος Δημήτριος Γεωργιάδης, καθηγητής στη θεολογική Σχολή της Χάλκης (για την αποστολή του οποίου βλέπε λήμμα Γεωργιάδης Δημήτριος).

 

Άλλη προσπάθεια του πατριάρχη Ιωακείμ Γ' για εξεύρεση λύσεως στο αρχιεπισκοπικό ζήτημα, ήταν η προβολή τριών «εξωκλιματικών» εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων ως υποψηφίων για το αξίωμα του αρχιεπισκόπου Κύπρου. Η εισήγηση αυτή, που απερρίφθη από τους Κυπρίους, είχε υποστηριχθεί από τους πατριάρχες Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας. Οι προταθέντες «εξωκλιματικοί» υποψήφιοι ήσαν ο Κύπριος την καταγωγή αρχιεπίσκοπος Κυριακουπόλεως Μελέτιος, ο μητροπολίτης Μελενοίκου Ιωακείμ και ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Κωνσταντινίδης.

 

Το αρχιεπισκοπικό ζήτημα, που δημιουργήθηκε μετά τον θάνατο του αρχιεπισκόπου Κύπρου Σωφρονίου το 1900 κι ενώ ο επισκοπικός θρόνος Πάφου χήρευε από το 1899, είχε ως πρωταγωνιστές του τους μητροπολίτες Κιτίου Κύριλλο και Κυρηνείας Κύριλλο, που και οι δυο διεκδικούσαν την εκλογή τους στο αξίωμα του αρχιεπισκόπου. Η κρίση, που δίχασε για 10 χρόνια τους Κυπρίους σε «κιτιακούς» και «κυρηνειακούς», τελικά τερματίστηκε το 1910 με συμβιβασμό των δυο Κυρίλλων, αφού ταλαιπώρησε την Εκκλησία καθ' όλη σχεδόν τη διάρκεια της δεύτερης πατριαρχείας του Ιωακείμ Γ'. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως προκάλεσε έντονες κατ' αυτού αντιδράσεις των Κυπρίων οπαδών του Κιτίου Κυρίλλου το 1908, όταν η σύνοδος του οικουμενικού πατριαρχείου προχώρησε (ύστερα από 8 ολόκληρα χρόνια σκληρής διαμάχης στην Κύπρο) στην προσωρινή - όπως χαρακτηρίστηκε - εκλογή του μετριοπαθούς Κυρίλλου Κυρηνείας ως αρχιεπισκόπου Κύπρου. Η αντίδραση στην ενέργεια αυτή του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ήταν τόσο μεγάλη στην Κύπρο, ώστε ο ίδιος ο μητροπολίτης Κυρηνείας Κύριλλος αναγκάστηκε να αποσυρθεί.