Κατσούνα

Κομμάτι ξύλου σε σχήμα αγκιστροειδές, που κατασκευάζεται από κλαδιά δέντρου ή θάμνου. Τέσσερις τέτοιες κατσούνες προσαρμόζονται στις πλευρές του γαϊδουριού, ανά δύο σε κάθε πλευρά, στερεωμένες από το στρατούριν (= σαμάρι). Χρησιμεύουν για να τοποθετούνται πάνω σ' αυτές φορτία ξύλων ή δεματιών για μεταφορά τους.

 

Κατσούνα λεγόταν επίσης χοντρό στέρεο ξύλο που συγκρατούσε τις δυο πλευρές του αμαξιού (ή της καρρέττας) για να μην ανοίγουν. Επρόκειτο για μακρόστενο ξύλο, με δυο τρύπες στις δυο του άκρες. Στις τρύπες αυτές έμπαιναν ανάλογες προεξοχές (τα κατσούνια) που υπήρχαν στις αντίστοιχες πλευρές της καρρέττας. Υπήρχαν δυο κατσούνες για κάθε καρρέτταν ή αμάξιν, η πισινή και η μπροστινή.

 

Κατά τον ίδιο τρόπο, κατσούνα ονομάστηκε αργότερα και σιδερένια βέργα που συγκρατούσε στο πίσω μέρος τα τοιχώματα των φορτηγών αυτοκινήτων.