Κάτω Δρυς

Image

Χωριό της επαρχίας Λάρνακας, περί τα 36 χμ. νοτιοδυτικά της πόλης της Λάρνακας.

Ο Κάτω Δρυς είναι κτισμένος σε μέσο υψόμετρο 520 μέτρων. Το λοφώδες ανάγλυφο του χωριού, με τις στενές βαθιές κοιλάδες, είναι διαμελισμένο από το ποτάμιο δίκτυο του ποταμού του Αγίου Μηνά.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι κρητίδες, οι μάργες, οι μαργαΐκές κρητίδες και οι λάβες του πυριγενούς συμπλέγματος του Τροόδους. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ασβεστούχα εδάφη και φαιοχώματα.

 

Ο Κάτω Δρυς δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 556 χιλιοστόμετρα. Καλλιεργούνται κυρίως τα αμπέλια (οινοποιήσιμες ποικιλίες), τα εσπεριδοειδή, οι αμυγδαλιές, τα νομευτικά φυτά, τα σιτηρά, οι ελιές, οι χαρουπιές και τα λαχανικά. Στην περιοχή του χωριού ανορύχθηκαν διατρήσεις, που συνέβαλαν στην επέκταση της αρδευόμενης έκτασης που το 1985 ανερχόταν στα 31 εκτάρια. Ωστόσο η μεγαλύτερη έκταση του χωριού παραμένει ακαλλιέργητη, και σ' αυτήν φυτρώνει μια πλούσια φυσική βλάστηση από αγριοχαρουπιές, αγριοελιές, ασπάλαθο, λάδανο, θυμάρι και σχίνο. Η κτηνοτροφία είναι περιορισμένη.

 

Στον Κάτω Δρυ είναι ανεπτυγμένη η κεντητική.

 

Το λοφώδες ανάγλυφο της περιοχής επηρέασε το συγκοινωνιακό δίκτυο του χωριού που δεν είναι πυκνό. Ένας μόνο ελικοειδής δρόμος συνδέει τον Κάτω Δρυ στα βόρεια με το χωριό Πάνω Λεύκαρα (περί τα 4χμ.), στα βορειοανατολικά με το χωριό Κάτω Λεύκαρα (περί τα 4 χμ.), και στα νοτιοδυτικά με το χωριό Βάβλα (περί τα 6 χμ.).

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 345 
1891 395 
1901 452 
1911 497 
1921 510 
1931 523 
1946 536 
1960 307 
1973 183 
1976 245 
1982 137 
1992 112 
2001 114 
2011 129
2021 114

 

Ο Κάτω Δρυς γνώρισε σταθερή πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μέχρι το 1946. Μετά το 1946 άρχισε να πλήττει το χωριό η αστυφιλία και το 1960 οι κάτοικοι μειώθηκαν. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, αριθμός Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων εγκαταστάθηκαν στον Κάτω Δρυ, χωρίς όμως να κρατηθούν στο χωριό μετά το 1976. Έτσι το 1976 ο πληθυσμός του χωριού ήταν αυξημένος και στη συνέχεια μειώθηκε.

 

Βλέπε λήμμα: Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος

 

Το χωριό υφίστατο κατά τα Βυζαντινά χρόνια, αφού αναφέρεται ότι απ' αυτό καταγόταν ο άγιος Νεόφυτος ο Εγκλειστος που ζούσε όταν επήλθε η αλλαγή από τη Βυζαντινή περίοδο στη Φραγκοκρατία. Σύμφωνα προς την παράδοση, μεταξύ του Κάτω Δρυ και των Κάτω Λευκάρων υφίστατο και άλλος οικισμός που ονομαζόταν Απλίκι και που εγκαταλείφθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα εξαιτίας συχνών κατολισθήσεων και καθίζησης του εδάφους. Από το Απλίκι αυτό, σύμφωνα πάντοτε προς την παράδοση, κατάγονταν οι γονείς του αγίου Νεοφύτου που όμως μετακινήθηκαν και κατοίκησαν στον Κάτω Δρυ όπου γεννήθηκε ο άγιος. Η παράδοση αναφέρει ότι αργότερα οι γονείς του αγίου κατοίκησαν και στα Λεύκαρα.

 

Η ονομασία του χωριού Κάτω Δρυς (δρυς είναι η βαλανιδιά), φανερώνει, κατά τον Νέαρχο Κληρίδη, ότι υφίστατο παλαιότερα και τοπωνύμιο Πάνω Δρυς. Η πρόταξη του τοπικού Κάτω, όπως και του Πάνω και του Πέρα, είναι πολύ συνηθισμένη στα κυπριακά τοπωνύμια, προκειμένου οι τοποθεσίες να ξεχωρίζουν η μια από την άλλη.

 

Το χωριό υφίστατο με την ίδια ονομασία κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, βρίσκεται δε σημειωμένο σε παλαιούς χάρτες ως Catodi. Μερικοί ερευνητές θεωρούν πιθανό ότι το χωριό ταυτίζεται προς το αναφερόμενο από τον Γεώργιο Βουστρώνιο χωριό Κακοτρύγητη που μαζί με τα χωριά Βάβλα, Κορνόκηπο, Λύμπια και Άρσος Μεσαορίας, είχαν δοθεί από τον βασιλιά της Κύπρου Ιάκωβο Β' στον ευγενή Μαρίτζιο ντε Κονστάντζο όταν αυτός έγινε ναύαρχος της Κύπρου. Αναφέρεται επίσης ότι το χωριό είχε παραχωρηθεί σε άλλον ευγενή, τον Φαμπρίκιο Τσεντίλε, πατέρα του Γαβριήλ Τσεντίλε, που ήταν γιατρός του βασιλιά της Κύπρου Ιακώβου Β' (1460-1473), όμως λίγο αργότερα επανήλθε στην ιδιοκτησία του βασιλιά, κατά τον ντε Μας Λατρί. Το χωριό μνημονεύεται επίσης σε δυο χειρόγραφα των Μεσαιωνικών χρόνων. Υφίστατο, συνεπώς, τότε και διοικητικά ανήκε στο διαμέρισμα του Μαζωτού. Εξάλλου ο ιστορικός Φλώριος Βουστρώνιος (16ος αιώνας) κάνει σαφή αναφορά στο χωριό, που το γράφει ως μία λέξη, Catodri, σημειώνοντας ότι: Όταν ο βασιλιάς Ιάκωβος Β΄ προέβη σε αναδιανομή των φέουδων του νησιού μετά την άνοδό του στο θρόνο το 1460, εκχώρησε τον Κάτω Δρυ σε κάποιον αξιωματούχο του ονόματι Ντιέγκο Γκοτιέρες.

 

Η παλαιά εκκλησία του χωριού, αφιερωμένη στην Παναγία, ανακαινίστηκε με αποτέλεσμα σήμερα να σώζονται μικρά μόνο τμήματα του προγενέστερου κτίσματος, καθώς και τεμάχια τοιχογραφιών στο εσωτερικό της. Υπάρχει στο χωριό και καινούργια εκκλησία, αφιερωμένη φυσικά στον άγιο Νεόφυτο. Κοντά στον Κάτω Δρυ, αλλά πλησιέστερα προς το γειτονικό του χωριό Βάβλα, βρίσκεται το μοναστήρι του Αγίου Μηνά.

 

Στον Κάτω Δρυ, όπως και σε άλλα χωριά της περιοχής των Λευκάρων, κατασκευάζονται τα περίφημα λευκαρίτικα κεντήματα. Από το χωριό αυτό κατάγεται και ο μεγαλοεπιχειρηματίας εστιατορίων στη Σκοτία Αργυρός Στάκης (γνωστός στους παροικιακούς και οικονομικούς κύκλους ως Reo Stakis), που κατά καιρούς πρόσφερε ευεργεσίες στο χωριό του.

 

Βλέπε λήμμα: Λευκαρίτικο κέντημα

 

Κατά τον Λ. Φιλίππου αρχικά οι μαθητές από τον Κάτω Δρυ διδάσκονταν τα γράμματα στα Λεύκαρα. Κατά το 1869 ο δάσκαλος Χατζηβαρνάβας πήγε από τα Λεύκαρα στον Κάτω Δρυ όπου ίδρυσε το πρώτο σχολείο και δίδαξε για 2 ή 3 χρόνια με αμοιβή ορισμένου ποσού και ενός ψωμιού από κάθε μαθητή εβδομαδιαίως. Αυτόν διαδέχθηκε ο Παπανικόλας που δίδαξε με τους ίδιους όρους. Ακολούθησε ο Λοϊζής Παπαγιάννης από την Αμμόχωστο, που είχε όμως ανατραφεί στον Κάτω Δρυ. Από το 1876 μέχρι το 1878 οπότε πήγε στην Πάφο, δίδαξε στον Κάτω Δρυ ο Γεώργιος Χαζάκος από το νησί Σύμη της Δωδεκανήσου. Ο Χαζάκος είχε φοιτήσει στη Θεολογική Σχολή του Σταυρού πριν έλθει στην Κύπρο σε ηλικία 20 περίπου χρόνων, το 1876. Δίδαξε αρχικά στον Κάτω Δρυ κι ύστερα στην πόλη κι επαρχία της Πάφου, μέχρι το 1923 οπότε αφυπηρέτησε.

 

Μουσείο Λαϊκής Τέχνης

Στο χωριό λειτουργείο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης από το 2004. Στεγάζεται σε ένα παραδοσιακό πετρόχτιστο σπίτι που αποτελεί δωρεά των Γαβριήλ και Ελένης Παπαχριστοφόρου. Παρουσιάζει την εικόνα ενός παραδοσιακού αγροτικού νοικοκυριού του 19ου αιώνα μιας εύπορης οικογένειας. Το οίκημα, με τα πέντε ισόγεια και ένα ανώγειο δωμάτιο, έχει μια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, με την είσοδο από τον δρόμο στην αυλή να γίνεται μέσω του ηλιακού, ενώ ο κύριος όγκος της κατοικίας βρίσκεται στο βάθος του οικοπέδου. Η εσωτερική περίκλειστη αυλή με το φούρνο καταλήγει στο μεγάλο ξωπόρτι, το οποίο ανοίγει στο δρόμο.

 

Το δίχωρο παρέμεινε το κύριο δωμάτιο του σπιτιού,  ενώ ένας άλλος χώρος ήταν καθιστικό, τραπεζαρία, χώρος υποδοχής, με την πετρόκτιστη καμάρα να στηρίζει την οροφή. Εδώ ο επισκέπτης θα αντικρίσει το τραπέζι, τις καρέκλες, το σκαλιστό καναπέ, το σεντούκι όπου φύλαγαν τα προικιά τους, τη βούβα ή αρκαστήρι (τον αργαλειό) και ένα μαγκάλι.

 

Πίσω από το δίχωρο, βρίσκεται το σώσπιτο ή τζελλάρι, ένα δωμάτιο-αποθηκευτικός χώρος για τρόφιμα και εργαλεία ( χαλινάρια αλόγων, υποζύγια ξύλινο αλέτρι για το όργωμα της γης, δρεπάνια,κ.ά.), ενώ δίπλα από το δίχωρο, βρίσκεται το αχερωνάρι, όπου έριχναν το άχυρο, από μια τρύπα της επίπεδης στέγης. Το μαειρκόν, με την τσιμηνιά (το τζάκι όπου έψηναν το φαγητό) και την αρμαρόλα (κρεμαστό ντουλαπάκι για την φύλαξη τυριών και φαγητών), το υπνοδωμάτιο στο ανώι με το σιδερένιο κρεβάτι, το σκαλιστό ερμάρι, τη ραπτομηχανή και τα ζωγραφιστά πιάτα, είναι από τα βασικά εκθέματα που κεντρίζουν την προσοχή και ταξιδεύουν τον επισκέπτη.

 

 

Πηγή

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image