Κιαμίλ πασάς, Μεχμέτ Kâmil Paşa, Mehmet

Image

Διακεκριμένος Τουρκοκύπριος πολιτικός που υπηρέτησε τέσσερις συνολικά φορές σαν μεγάλος βεζύρης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1831 και πέθανε στη Λευκωσία επίσης, το 1913. Ο πατέρας του Salih αγάς καταγόταν από το Πυρόι, ήταν Εβραίος εξωμότης, που αλλαξοπίστησε όταν ο Κιαμίλ ήταν ακόμη παιδί, και υπηρετούσε στον τουρκικό στρατό με το βαθμό του λοχαγού του πυροβολικού. Ο Κιαμίλ φοίτησε στο ελληνικό σχολείο της Λευκωσίας και μετά ακολούθησε κι αυτός τη στρατιωτική σταδιοδρομία και εκπαιδεύθηκε σαν αξιωματικός στο Κάιρο. Το 1850 διορίστηκε από τον χεδίβη της Αιγύπτου Abbas I στην προσωπική του υπηρεσία. Την επόμενη χρονιά συνόδεψε ένα γιο του Abbas στο Λονδίνο και εκεί είχε την ευκαιρία να επισκεφθεί τη Μεγάλη Έκθεση και να έρθει σε μια άμεση επικοινωνία με τον αγγλικό πολιτισμό. Από τότε και μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν θαυμαστής και φίλος της Αγγλίας και διάβαζε καθημερινά τους Times του Λονδίνου. Για τα φιλικά του αισθήματα προς την Αγγλία επονομάσθηκε αργότερα Ίγκλις (ο  Άγγλος).

 

Το 1860 ο Κιαμίλ εγκατέλειψε την Αίγυπτο και διορίστηκε στην οθωμανική διοίκηση, όπου επρόκειτο να έχει μια γρήγορη άνοδο στα πιο σημαντικά αξιώματα σε πάρα πολλές επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Υπηρέτησε σαν καϊμακκάμης, ελεγκτής, διοικητής του Εβκάφ, mütessarif (κυβερνήτης) και βαλής. Στην Κύπρο, στα πρώτα του χρόνια στην οθωμανική υπηρεσία, σύμφωνα με μια επιτύμβια επιγραφή που συνέθεσε και τοποθέτησε ο κυβερνήτης της Κύπρου sir Ronald Storrs (1926 -1932) στον τάφο του στον περίβολο του τζαμιού Arab Ahmet στη Λευκωσία, υπηρέτησε σαν υπάλληλος του θησαυροφυλακίου και σαν διοικητής Λάρνακας (Orientations, London, 1939, σ. 518). Από άλλες πηγές γνωρίζουμε επίσης πως υπηρέτησε ακόμη σαν καϊμακκάμης και αναπληρωτής mütessarif της Κύπρου σε δυο σύντομες περιόδους από τις 13 μέχρι 24 Απριλίου του 1862 και από τις 6 Ιανουαρίου μέχρι τις 29 Φεβρουαρίου του 1864, όταν έτυχε να απουσιάζουν οι κυβερνήτες του νησιού Zia Paşa (1862 -1863) και Mehmet Halet (1864 - 1865) αντιστοίχως. Στη συνέχεια υπηρέτησε δυο φορές σαν διοικητής των Ιεροσολύμων, τρεις φορές της Βηρυτού και επίσης σαν διοικητής σε άλλες επαρχίες όπως την Ανατολική Ρωμυλία, την Ερζεγοβίνη, το Κόσσοβο, την Ανατολία, το Χαλέπι και τη Χίο.

 

Δυο ακόμη ανώτερες θέσεις στη διοικητική ιεραρχία, οι θέσεις του υφυπουργού Εσωτερικών (γύρω στο 1879) και του υφυπουργού για το Εφκάφ (1881), οδήγησαν στον πρώτο διορισμό του από τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Β' σαν μεγάλου βεζύρη (πρωθυπουργού) το 1885 μετά την παραίτηση του Κουτσιούκ Σαΐτ πασά, ο οποίος από τότε έγινε πολιτικός του αντίπαλος. Σαν μεγάλος βεζύρης ο Κιαμίλ ακολούθησε αγγλόφιλη πολιτική. Η πρώτη του θητεία στο αξίωμα αυτό κράτησε ως το 1891. Το 1895 διορίστηκε για δεύτερη φορά μεγάλος βεζύρης, αλλά την επόμενη χρονιά ο σουλτάνος τον απέλυσε, επειδή ο Κιαμίλ είχε προτείνει να είναι το Υπουργικό Συμβούλιο υπόλογο στη Βουλή. Ο Κιαμίλ διορίστηκε τότε γενικός διοικητής της Σμύρνης, θέση στην οποία έμεινε για δώδεκα χρόνια. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα είδος εξορίας του και απομάκρυνσ;hς του από το πολιτικό προσκήνιο. Εκεί φαίνεται ότι ανέπτυξε συνεργασία με το κόμμα των Φιλελευθέρων.

 

Μετά τη νεοτουρκική επανάσταση του 1908 ο Κιαμίλ διορίστηκε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση του Κουτσιούκ Σαΐτ πασά, και την ίδια χρονιά, όταν ανατράπηκε η κυβέρνηση αυτή, ο Κιαμίλ ανέλαβε το σχηματισμό άλλης. Πολύ γρήγορα όμως ο Κιαμίλ αναγκάστηκε από την Επιτροπή Ένωση και Πρόοδος να παραιτηθεί και από την τρίτη του θητεία σαν μεγάλος βεζύρης στις 13 Φεβρουαρίου 1909. Οι λόγοι της παραίτησής του ήταν ότι δεν δέχτηκε να συνεργαστεί απόλυτα με τους εθνικιστές Νεότουρκους και ειδικά ως προς το Κρητικό ζήτημα επιζητούσε συνεννόηση με την Ελλάδα. Από τότε συνεργάστηκε στενότερα με το κόμμα των Φιλελευθέρων, που διακήρυττε ότι επιθυμούσε συνεργασία με όλους τους μη τουρκικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

 

Το 1912 κατά τη διάρκεια του Α' Βαλκανικού πολέμου, όταν οι ενωμένοι βαλκανικοί λαοί κατάφερναν αποφασιστικά πλήγματα εναντίον της Τουρκίας, ο Κιαμίλ διορίστηκε για τέταρτη φορά μεγάλος βεζύρης. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι τις 23 Ιανουαρίου 1913, οπότε αναγκάστηκε με το πραξικόπημα του Νεοτούρκου Ενβέρ πασά να παραιτηθεί και να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη.

 

Ο Κιαμίλ πήγε πρώτα στην Αίγυπτο, όπου παρέμεινε για τρεις μήνες. Εκεί συναντήθηκε με το βασιλιά της Αγγλίας Γεώργιο Ε' και τη βασίλισσα Μαρία, που ταξίδευαν μέσω Αιγύπτου για τις Ινδίες, καθώς και με τον παλαιό του φίλο λόρδο Kitchener. Την 1η Μαϊου 1913 ο Κιαμίλ έφθασε στην Κύπρο, τον δε επόμενο μήνα ενώθηκαν μαζί του τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Ο Κιαμίλ έζησε τους τελευταίους μήνες της ζωής του στο πατρικό του σπίτι στη Λευκωσία και πέθανε σε ηλικία 82 χρόνων στις 14 Νοεμβρίου 1913.

 

Ο Κιαμίλ, εκτός από την ελληνική γλώσσα που τη μιλούσε θαυμάσια, γνώριζε επίσης πολύ καλά την αραβική, την αγγλική και τη γαλλική. Έγραψε τα απομνημονεύματά του σε ένα τόμο, καθώς και μια τρίτομη ιστορία της Τουρκίας.