Κορωνίν

Μικρό ξύλινο εξάρτημα, που εφαρμόζεται σε τρύπα στο άκρο του αλετριού, για να το συνδέει με το ακάιν (=σιδερένιος ή ξύλινος κρίκος του αρότρου, μέσα από τον οποίο περνά το σταβάριν για σύνδεσή του με τον ζυγό).

 

Το κορωνίν, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας μικρός ξύλινος πήρος (ξυλόκαρφο), αποτελεί χρησιμότατο εξάρτημα που χωρίς αυτό το αλέτρι δεν μπορεί να εργαστεί. Γι’ αυτό υπάρχει και η κυπριακή παροιμία:

 

Για το κορωνίν εμείναμεν άσποροι.

 

Η παροιμία λέγεται για όλους όσοι από ασήμαντη αιτία παθαίνουν μεγάλη ζημιά. Το εξάρτημα αυτό απαντάται και ως κορωνίδιν, στον πληθυντικό δε ως κορωνίδκια κι όχι κορωνιά (τα).