Κούρβα

Λέγεται και κούρβη (η). Ονομασία του κορμού της γέρικης ελιάς που είναι κούφιος από μέσα. Τέτοιους κούφιους κορμούς ήταν εύκολο σε παλαιότερες εποχές να τους σκαλίζουν και να τους κάνουν φέρετρα, όπως εκφράζεται και στο παλαιό λαϊκό τραγούδι Η Ευτοτζ'ιά:

 

...τζ'αι πιάσε το ξινάριν σου

τζ'αι λάμνε σ’ άρκον όρος,

ηύρε μιαν κούρβαν της ελιάς

τζ' έβκαρ’ της το τζ'ιούριν...

 

Επίσης στην Κύπρο κούρβα λέγεται και η στροφή του δρόμου, από τη λατινική λέξη curvus (=καμπύλος, κυρτός).

 

Τέλος, κούρβα ή πολιτιτζ΄ή (η) ονομάζεται και η πόρνη, ίσως επειδή παρομοιάζεται το όργανό της προς την κουφάλα του κορμού της ελιάς. Πρβλ. και την παροιμία:

 

Οι κούρβες είχαν τα μαλλιά

τζ΄οι λυκαρκές τα πήραν.

 

Αλλά και σε μεσαιωνικά έπη ή λαϊκά τραγούδια της Κύπρου απαντάται η λέξη κούρβα - πόρνη, όπως για παράδειγμα στον Παγρουτήν, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται:

 

...άννοιξε γιε της άνομης, άννοιξε γιε

της κούρβας...

 

Η πόρνη λεγόταν και πολιτιτζ'ή, αν και σε άλλες περιπτώσεις πολιτιτζ΄ή δεν είναι η πόρνη αλλά η ερωμένη, η παλλακίδα, που απαντάται σε μεσαιωνικά χρονικά (Λεόντιος Μαχαιράς) και ως καύκα (η), λέξη που χρησιμοποιείται στην Κύπρο μέχρι σήμερα για την παράνομη φιλενάδα.

 

Στο έπος της Σουσαννούς απαντάται η πολιτιτζ'ή με την ονομασία αυτή:

 

...Σούσα μου ποιόν εμ' πο ’βαλες στην κλίνην σου ακάτω

τζ' απού τα πέρα των περών εγιώ απάνεχά τον;

- Αέρφιν, θαρρείς έπκιασα τες τέγνες τες διτζ'ές σου

που νυχτοξημερώννεσουν με τες πολιτιτζ'ές σου;

 

Με την κούρβα - πόρνη σχετίζεται και ο υβριστικός χαρακτηρισμός κουρβανάς (ο).