Κυπριανός αρχιμανδρίτης

Από τους σημαντικότερους Κυπρίους κληρικούς και λόγιους του 18ου αιώνα. Γεννήθηκε στο χωριό Κοιλάνι της επαρχίας Λεμεσού το πρώτο μισό του 18ου αιώνα.

 

Ο πατέρας του Χριστόδουλος καταγόταν από την Επισκοπή Λεμεσού, την αρχαία Κουρίαν κατά τον ίδιο τον Κυπριανό, και η μητέρα του Χριστινού Φυσενζή από το Κοιλάνι, το αρχαίο Κορίνεον. Ο Κυπριανός από αγάπη προς την αρχαιότητα και θέλοντας να τονίσει τη σχέση του με αυτήν, υπογράφει σαν Κυπριανός ὁ Κουριοκουρίνεος.

 

Η παιδική και νεανική του ζωή μας είναι άγνωστη. Υποθέτουμε ότι από μικρός εντάχθηκε στην υπηρεσία του ορθόδοξου κλήρου μια και η οικογένειά του ήταν στενότατα συνδεδεμένη με την ιερατική παράδοση. Σημειώνουμε ότι ο μητροπολίτης Νικομηδείας Γεράσιμος Γ΄ (1794-97), και ο ηγούμενος Χρυσορροϊάτισσας Χρύσανθος ήταν εξάδελφοί του ενώ ο Ελενουπόλεως (μετά πατριάρχης Αντιοχείας) Ανθέμιος ήταν εξανεψιός του.

 

Ίσως από μικρός να κατετάγη σαν δόκιμος στο μοναστήρι του Κύκκου για το οποίο έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη και εκτίμηση. Στον Κύκκο πρέπει να έμαθε και τα πρώτα του γράμματα, μια και στο μοναστήρι λειτουργούσε Σχολή κάτω από την επιστασία του λόγιου Εφραίμ του Αθηναίου τον οποίο ο Κυπριανός αναφέρει σαν δάσκαλό του.

 

Η πρώτη γνωστή δημόσια εμφάνισή του έγινε το 1756 κατά την ανακομιδή των λειψάνων του αγίου Νεοφύτου από τον τάφο του στην Εγκλείστρα στον μεγάλο ναό του μοναστηριού. Ο Κυπριανός έχοντας τότε σχήμα υποτακτικού έλαβε μέρος στην τελετή μαζί με τον αρχιμανδρίτη Παΐσιο, μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Κύπρου, τον Χρύσανθο τον μουσικότατον, τον ηγούμενο Κύκκου Παρθένιο και τον Εφραίμ τον Αθηναίο.

 

Σύντομα κατέληξε στην Αρχιεπισκοπή κάτω από την προστασία του συγχωριανού του αρχιμανδρίτη Παϊσίου. Όταν ο Παΐσιος έγινε αρχιεπίσκοπος (1759-1767) ο Κυπριανός πήρε το βαθμό του διακόνου ενώ ταυτόχρονα υπηρετούσε και σαν γραμματικός της Αρχιεπισκοπής.

 

Το 1764 σαν μέλος της συνοδείας του αρχιεπισκόπου Παϊσίου πήγε με άλλους αρχιερείς και προύχοντες σε οικία στο σεράγιο όπου τους κάλεσε ο Τούρκος διοικητής του νησιού Τζηλ Οσμάν για να τους διαβάσει δήθεν σουλτανικό διάταγμα, αλλά με σκοπό να τους σκοτώσει μια και είχε σχεδιάσει τη γνωστή υποχώρηση του δαπέδου στο οποίο στέκονταν. Από το επεισόδιο δεν υπήρξαν θύματα· τόσο ο Κυπριανός όσο και οι άλλοι δεν έπαθαν τίποτα το σοβαρό. Αποτέλεσμα όμως αυτής της ενέργειας υπήρξε η επανάσταση του όχλου, η θανάτωση του Τζηλ Οσμάν και η λεηλασία - πυρπόληση του σεραγίου.

 

Το Σεπτέμβριο του 1777, αρχιμανδρίτης ήδη, στέλλεται από τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο (1767 - 1810) στη Βενετία για να εποπτεύσει την έκδοση δυο ανέκδοτων έργων του αριστοτελιστή φιλόσοφου Θεόφιλου Κορυδαλλέως των οποίων την οικονομική επιβάρυνση είχαν αναλάβει ο Πάφου Πανάρετος (1767-1791) και ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος.

 

Στη Βενετία ο Κυπριανός εργάστηκε σαν διορθωτής στα εκεί ακμάζοντα ελληνικά τυπογραφεία ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούσε μαθήματα στο Ελληνικό Γυμνάσιο και στα σπουδαστήρια της Πάδουας. Κατά την εκεί παραμονή του ασχολήθηκε συστηματικά με τη μελέτη και την έκδοση βιβλίων.

 

Το πρώτο βιβλίο που εξέδωσε ήταν η Ἀκολουθία του αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου η οποία εξεδόθη με δαπάνες των μοναχών του μοναστηριού του Αγίου Νεοφύτου το 1778. Η βιογραφία και η εξιστόρηση της ευρέσεως του λειψάνου του αγίου γράφτηκαν από τον ίδιο τον Κυπριανό. Στο βιβλίο περιλαμβάνεται η ακολουθία του αγίου που συντάχθηκε το 1756 κατά την ανακομιδή των λειψάνων του. Μερικά από τα τροπάρια της ακολουθίας είναι έργο του Κυπριανού. Τον επόμενο χρόνο, 1779, εξέδωσε την Τυπικήν Διάταξιν τοῦ  Ἁγίου Νεοφύτου τοῦ  Ἐγκλείστου με έξοδα του οικονόμου του μοναστηριού Ιωαννικίου. Στο βιβλίο αυτό περιλαμβάνονται οι 16 λόγοι του αγίου μέχρι την εξαήμερον και η Θεοσημεία. Την ίδια χρονιά εξεδόθησαν από τον Κυπριανό με δαπάνη του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου σε ένα τόμο Ἀκολουθίαι τῶν ὀσίων Ἀναστασίου, Χαρίτωνος, Αὐξεντίου, Κενδέου, ἀποστόλου Λουκᾶ, ἁγίου Δημητριανοῦ Κυθήρης καί Κωνσταντίνου μάρτυρος.

 

Ταυτόχρονα εκδίδει σε ένα ογκώδη τόμο από 648 σελίδες με δικό του πρόλογο την Εἴσοδον Φυσικῆς ἀκροάσεως κατ’ Ἀριστοτέλην του Θεόφιλου Κορυδαλλέως. Το 1780 εξέδωσε άλλο ένα φιλοσοφικό έργο του Κορυδαλλέως, το Περί γεννέσεως καί φθορᾶς κατ’ Ἀριστοτέλην με δαπάνη του μητροπολίτη Πάφου Παναρέτου.

 

Το μεγαλύτερο μέρος της εκδοτικής του δραστηριότητας το αφιέρωσε στη συγγραφή και έκδοση της Ἱστορίας Χρονολογικῆς τῆς Νήσου Κύπρου που εξέδωσε στη Βενετία το 1788 με δικές του δαπάνες.

Το έργο του Ιστορία Χρονολογική είναι το πρώτο επιστημονικό σύγγραμμα του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού μέχρι την εποχή που συνεγράφη. Ο Κωνσταντίνος Σάθας το αξιολογεί ως τη μόνη επιστημονική μονογραφία από την άλωση της Πόλης μέχρι το 1840, οπόταν εξεδόθη η Ιστορία της Χίου από τον Αλέξανδρο Βλαστό. Στη σύνθεση του έργου του καθώς και στις αντιλήψεις του είναι επηρεασμένος από τις ιστοριογραφικές μεθόδους και τις αντιλήψεις του γαλλικού διαφωτισμού. Ο διαφωτισμός αποτελεί ένα μεγάλο σταθμό στην πορεία των αντιλήψεων για την ιστοριογραφία. Μέχρι τότε η ιστοριογραφία δεν είχε κατορθώσει να αποδεσμευτεί από τα στενά πλαίσια της χρονολογικής παράθεσης εξωτερικών γεγονότων, δηλαδή της χρονογραφίας. Η κριτική προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων έρχεται να αντικαταστήσει την απλή παράθεσή τους. Ο Βολταίρος συμβάλλει αποφασιστικά στη στροφή της προσοχής στις εκδηλώσεις του οικονομικού, του κοινωνικού και του πνευματικού βίου. Γίνεται έτσι ο Βολταίρος εισηγητής μιας νέας ιστοριογραφικής κατευθύνσεως, της ιστορίας του πολιτισμού. Επίσης ο Μοντεσκιέ, με τις ατιλήψεις του για τη σχέση μεταξύ περιβάλλοντος και του χαρακτήρα ενός λαού, διαγράφει ένα νέο πλαίσιο ερμηνείας των ιστορικών φαινομένων.

 

Σε πολλά σημεία της η μέθοδος του Κυπριανού παρουσιάζει σαφείς τις επιδράσεις του διαφωτισμού. Διαπιστώνουμε την επιστημονική του διάθεση με τα κεφάλαια για το σχηματισμό των νήσων, για την ονομασία του νησιού, για τις αρχαίες πόλεις και τους ιδρυτές τους, για τα κάστρα, τα χωριά, την καταγωγή των Κυπρίων και την προέλευση των οίκων των ευγενών, την προέλευση του λατινικού κλήρου καθώς και στο ειδικό κεφάλαιο για τις διάφορες μειονότητες. Είναι σ’ αυτά ευδιάκριτη η πρόθεσή του, προτού προχωρήσει στην εξιστόρηση των γεγονότων, να δώσει μια εικόνα της γεωγραφικής θέσης και της τοπογραφίας του νησιού, καθώς και της εθνολογικής σύνθεσης των κατοίκων της. Τα τελευταία κεφάλαια είναι αφιερωμένα στα προιόντα του νησιού, στους ανθρώπους και στη λατρεία τους, στη θρησκευτική ζωή. Τέλος αναφέρονται αξιοσημείωτες φυσικές καταστροφές και οι ξένοι κυρίαρχοι. Δίνει δηλαδή το κλίμα μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η ιστορική κίνηση που εξετάζει, ακολουθώντας τα διδάγματα του διαφωτισμού. Άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό της ιστορίας του είναι η κριτική προσέγγιση των πηγών του. Σε όλο του το έργο είναι σαφής η προσπάθειά του να κρίνει ορθολογιστικά το υλικό του και να καταλήγει σε τεκμηριωμένα συμπεράσματα.

 

Το τελευταίο μέρος της Ιστορίας του είναι το πιο σημαντικό, γιατί σ’ αυτό αποθησαυρίζονται πληροφορίες που στην ουσία συνιστούν μια σύντομη κοινωνική ιστορία της Κύπρου επί τουρκοκρατίας. Σε όλο το έργο του αλλά ιδιαίτερα σε αυτό το μέρος ο Κυπριανός αποκαλύπτει τη μεγάλη του ευαισθησία για τα δεινά των συμπατριωτών του. Επιπρόσθετα φαίνεται ότι έχει συνειδητοποίησει πλήρως τη δεινή κατάσταση στην οποία περιέπεσε ο ελληνισμός της Κύπρου. Από τη συνειδητοποίηση αυτή πηγάζει και ο σκοπός της συγγραφής του, όπως διατυπώνεται στον πρόλογο. Εδώ φαίνεται καθαρά ότι θέλησε να γνωρίσει στους συμπατριώτες του το ιστορικό τους παρελθόν. Ζώντας ο ίδιος την εξαθλίωση και την αμάθεια στην οποία είχε περιέλθει ο τόπος του και έχοντας μπροστά του ολόκληρο το φάσμα της ιστορικής της πορείας, κατανόησε πλήρως τη σημασία της ιστορικής μνήμης: «Ολίγα ναι ως προς τα εν τοσούτοις παρελθούσι καιροίς ακολουθήσαντα, αρκετά όμως να σου διεγείρουν των παρελθόντων την μνήμην και των μεταγενεστέρων σου την ιδέαν ...». Σκοπός του, λοιπόν, η εθνική αυτογνωσία. Ταυτόχρονα όμως υποδεικνύει, αμυδρά έστω, ότι αξίζει καλύτερη μοίρα στην πατρίδα.

 

 

Το 1794 συναντούμε τον αρχιμανδρίτη Κυπριανό προϊστάμενο της εκκλησίας της ελληνικής κοινότητας της Τεργέστης (Αυστρία), θέση που διατήρησε μέχρι το 1798 οπότε παραιτήθηκε αφού πρώτα τιμήθηκε με αυτοκρατορικό παράσημο.

 

Επέστρεψε στη Βενετία όπου πέθανε γύρω στο 1804. Γενικός κληρονόμος της περιουσίας του, που δεν ήταν ευκαταφρόνητη, διορίστηκε από τον ίδιο με διαθήκη το μοναστήρι του Κύκκου. Μέρος από τη χρηματική του περιουσία χρησιμοποιήθηκε από το μοναστήρι για την έκδοση της Περιγραφῆς τῆς Μονῆς Κύκκου (Βενετία, 1819) καθώς και για την αγορά βιβλίων για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης του. Στο μοναστήρι του Κύκκου κατέληξε και η πλούσια προσωπική του βιβλιοθήκη.

 

Αξίζει να τονισθεί ότι η «Χρονολογική Ιστορία» του αρχιμανδρίτη Κυπριανού υπήρξε το μοναδικό επιστημονικό ιστορικό έργο ολοκλήρου του Ελληνισμού που εξεδόθη καθ’  όλο το μακρύ διάστημα της υποδούλωσης, δηλαδή από αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως το 1453. Το επόμενο ιστορικό σύγγραμμα που είχε εκδοθεί ήταν τα «Χιακά», ιστορία της νήσου Χίου, του Α.Μ. Βλαστού, που εξεδόθη σε 2 τόμους στη Χίο το 1840. Η «Χρονολογική Ιστορία» του αρχιμανδρίτη Κυπριανού εξεδόθη το 1971 από τον Κ. Δ. Στεφάνου σε φωτοτυπική ανατύπωση της πρώτης έκδοσης του 1788. 

 

Εκδόσεις του Κυπριανού:

  1. Ιστορία Χρονολογική της Νήσου Κύπρου, Ενετίησιν, 1788.
  2. Ακολουθία του αγίου οσίου ημών Νεοφύτου του Εγκλείστου, Βενετία, 1788.
  3. Ακολουθίαι των οσίων Αναστασίου, Χαρίτωνος, Αυξεντίου και Κενδέα του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά, του Αγίου Δημητριανού Κυθήρης και Κωνσταντίνου μάρτυρος, Βενετία, 1779.
  4. Είσοδος Φυσικής Ακροάσεως κατ’ Αριστοτέλην συνερανισθείσα υπό του σοφωτάτου  Θεοφίλου του Κορυδαλλέως, Βενετία 1779. Τόμος Β΄: Γενέσεως και φθοράς πέρι κατ’ Αριστοτέλην, Βενετία, 1780.
  5. Τυπική συν Θεώ Διάταξις και λόγοι εις την Εξαήμερον του οσίου πατρός ημών Νεοφύτου του Εγκλείστου, Βενετία, 1779.
  6. Τύποι επιστολών Θεοφίλου Κορυδαλλέως ή τε περί Ρητορικής, Βενετία, 1786.

 

 

 

Βιβλιογραφία:

  1. Αρχιμανδρίτου Κυπριανού, Ιστορία Χρονολογική της Νήσου Κύπρου, Ενετίησιν, 1788, Επανέκδοση στη σειρά Κυπριολογική Βιβλιοθήκη, Αριθμός 1, Λευκωσία 1971.
  2. Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα, 200, σελ. 118-122.
  3. Πασχάλης  Μ. Κιτρομηλίδης, Κυπριακή Λογιοσύνη 1571-1878, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Πηγές και Μελέτες της Κυπριακής Ιστορίας, XLIII, Λευκωσία, 2002, σελ. 174-177.
  4. Γεώργιος Α. Διονυσίου, Ο ιστορικός Αρχιμανδρίτης Κυπριανός και η «Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου, Λεμεσός,1982 (πολυγραφημένη έκδοση).
  5. Αντρος Παυλίδης, Αρχιμανδρίτης Κυπριανός 1997

 

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image