Κυπριανός Κυριακίδης επίσκοπος

Image

Επίσκοπος Κυρηνείας Κυπριανός, κατά κόσμο Χρήστος Κυριακίδης, υπηρέτησε από τον Απρίλιο του 1948 μέχρι τον Ιούλιο του 1973. Γεννήθηκε στο χωριό Κακοπετριά της επαρχίας Λευκωσίας το 1908 και πέθανε στις 23 Δεκεμβρίου 1984.

 Πατέρας του Χρήστου ήταν ο Θεμιστοκλής Κυριακίδης, ο οποίος γεννήθηκε στην Τεμπριά,  στη Σολιά. Ο Θεμιστοκλής νυμφεύθηκε στην Κακοπετριά με την Ευθυμία και από το γάμο του απέκτησε δέκα παιδιά, πρωτότοκο από τα οποία ήταν ο Χρήστος.

Τα πρώτα γράμματα διδάχθηκε στο δημοτικό σχολείο του χωριού του, μετά δε την αποφοίτησή του, με άριστα, εισήλθε στην ανώτερη, και μόλις ιδρυθείσα Ελληνική Σχολή Σολέας στην Ευρύχου. Σύντομα όμως εγκατέλειψε τη Σχολή και εισήλθε, το 1920, ως δόκιμος, στο μοναστήρι της Παναγίας του Κύκκου. Παρακολούθησε, για τρία περίπου χρόνια, τα μαθήματα της Σχολής του μοναστηριού. Στη συνέχεια, εστάλη το 1924 στη Λευκωσία και φοίτησε, ωςυπότροφος του μοναστηριού του, στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Αποφοίτησε, με άριστα, το 1927. Τον επόμενο χρόνο δίδαξε, ως καθηγητής, στη Σχολή του μοναστηριού του και το 1928 εστάλη στην Αθήνα, ως υπότροφος της Αρχιεπισκοπής Κύπρου από κληροδότημα του αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Β΄, για ανώτερες σπουδές. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου κι αποφοίτησε, πάλι με άριστα, το 1934. Παράλληλα, κατά το ίδιο διάστημα, παρακολούθησε και μαθήματα γαλλικής φιλολογίας στο Ανώτερο Ινστιτούτο Γαλλικών Σπουδών (Institute Supérieur d’ Etudes Francaises) της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, απ’ όπου πήρε δίπλωμα των «Ανωτέρων Μαθημάτων των Νέων» (Cour Supérieurs des Jeuns Gens). Κατά το διάστημα των πανεπιστημιακών του σπουδών συμμετέσχε στην υπό τον καθηγητή Νικόλαο Λούβαρι ελληνική αποστολή στο πρώτο «Διεθνές Συνέδριο Ψυχολογίας και Θρησκείας» που έγινε το Μάιο του 1931 στη Βιέννη.

 

Μετά το τέλος των πανεπιστημιακών του σπουδών επέστρεψε στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1934, και διορίστηκε ιεροκήρυκας της Αρχιεπισκοπής, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1946. Παράλληλα υπηρέτησε και ως γραμματέας και κανονικός σύμβoυλoc των εκκλησιαστικών δικαστηρίων Λευκωσίας και Αμμοχώστου από το 1935 μέχρι το 1939 και ως πρόεδρος του εκκλησιαστικού δικαστηρίου Αμμοχώστου και αρχιερατικός επίτροπος στην επαρχία Αμμοχώστου από το 1939 μέχρι το 1946. Ως αρχιερατικός επίτροπος, συνέστησε το 1940 την «Κοινωνική Πρόνοια Αμμοχώστου» της οποίας υπήρξε και πρόεδρος μέχρι το 1946. Διετέλεσε επίσης πρόεδρος των «Επιτροπών Εθνικών Εράνων πόλεως και επαρχίας Αμμοχώστου» και των «Επιτροπών Περιθάλψεως Πολεμοπαθών Ελλήνων» που, εξαιτίας του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, κατέφευγαν στην Αμμόχωστο. Το 1943 ο Κυπριανός πρωτοστάτησε στην ίδρυση της «Παγκυπρίου Οργανώσεως Θρησκευτικών Ορθοδόξων Ιδρυμάτων» (Π.Ο. Θ.Ο.Ι.), της οποίας υπήρξε γενικός γραμματέας μέχρι το 1946. Εκφραστικό όργανο της Π.Ο.Θ.Ο.Ι. ήταν το έντυπο Χριστιανική Ἀναγέννησις, του οποίου ο Κυπριανός ήταν ο υπεύθυνος έκδοσης και μέλος της συντακτικής του επιτροπής, επίσης μέχρι το 1946.

 

Το Μάιο του 1946 κέρδισε υποτροφία του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, με ενέργειες του καθηγητή Αμίλκα Αλιβιζάτου, γραμματέα τότε της επί των εξωτερικών υποθέσεων επιτροπής του ελληνικού υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (ο Αμίλκας Αλιβιζάτος υπήρξε καθηγητής του μετέπειτα αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, στον οποίο είχε τότε εξασφαλίσει επίσης υποτροφία για ανώτερες σπουδές στις ΗΠΑ και με τον οποίο ο Κυπριανός βρισκόταν σε επικοινωνία).

 

Όταν κέρδισε την υποτροφία, ο Κυπριανός χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης και, τον Σεπτέμβριο του 1946, πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής για μεταπτυχιακές σπουδές. Παρακολούθησε μαθήματα θεολογίας, γενικής φιλοσοφίας και φιλοσοφίας της θρησκείας στην Επισκοπική Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ και στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Παρακολούθησε επίσης μαθήματα βιβλικής θεολογίας και ψυχολογίας της θρησκείας στο «Βιβλικόν Σεμινάριον» της Νέας Υόρκης, καθώς και μαθήματα φιλοσοφίας της επιστήμης και απολογητικής στο «Θεολογικόν Σεμινάριον» του Πρίνστον της Νέας Ιερσέης.

 

Τις σπουδές του στις Ηνωμένες Πολιτείες διέκοψε όταν στις 9 Απριλίου του 1948 εξελέγη μητροπολίτης Κυρηνείας, παρόμοια όπως κι ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ διέκοψε τότε τις δικές του σπουδές στις ΗΠΑ επειδή εξελέγη, μέσα στον ίδιο χρόνο, μητροπολίτης Κιτίου. Χειροτονήθηκε στις 18 Απριλίου 1948.

Ήταν η εποχή κατά την οποία η Κυπριακή Εκκλησία μπόρεσε — μετά το τέλος του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου — ν’ αναδιοργανωθεί και να στελεχωθεί μετά το μακρό διάστημα της περιόδου της Παλμεροκρατίας  κατά το οποίο είχε μείνει ακέφαλη. 

Στον επισκοπικό θρόνο της Κερύνειας ο Κυπριανός διαδέχθηκε τον αγωνιστή επίσκοπο Μακάριο Μυριανθέα ο οποίος εξελέγη το 1947 στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ως Μακάριος Β΄.

 

Ως επίσκοπος, ο Κυπριανός ανέπτυξε πλούσια εθνική δραστηριότητα ηγούμενος των αδιαλλάκτων ενωτικών κύκλων της μητροπόλεως Κερύνειας, αλλά και ως ένας των νέων ηγετών της εθναρχούσας Εκκλησίας της Κύπρου και των οργανώσεών της. Μεταξύ άλλων εργάστηκε σκληρά για την επιτυχία του ενωτικού δημοψηφίσματος του Ιανουαρίου του 1950, μετά δε τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος ορίσθη ως αρχηγός της κυπριακής αποστολής (πρεσβείας, όπως είχε ονομασθεί) που ανέλαβε να παραδώσει τους τόμους των αποτελεσμάτων στις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Αγγλίας, καθώς και στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη. Η πρεσβεία ήταν τετραμελής κι εκτός από τον αρχηγό της Κυπριανό, μετείχαν σ’ αυτήν οι Νικόλαος Λανίτης, Σάββας Λοϊζίδης και Ζήνων Ρωσσίδης (ο τελευταίος θα ενωνόταν με την ομάδα στο Λονδίνο). Τα αποτελέσματα του ενωτικού δημοψηφίσματος αποτελούσαν 18 τόμοι (εις τριπλούν), με 215.103 υπογραφές υπέρ της αξιώσεως για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Η αποστολή της «πρεσβείας» στο εξωτερικό κράτησε μήνες. Η «πρεσβεία» πήγε πρώτα στην Ελλάδα όπου, όμως, η τότε κυβέρνηση του στρατηγού Πλαστήρα αρνήθηκε να παραλάβει τους τόμους των αποτελεσμάτων, από φόβο μήπως παρεξηγηθεί από την Αγγλία, και εισηγήθηκε την παράδοση των τόμων στη Βουλή των Ελλήνων, πράγμα που τελικά έγινε (τους παρέλαβε, ανεπίσημα, ο τότε πρόεδρος της Βουλής Δ. Γόντικας που τους κατέθεσε στη ...βιβλιοθήκη του Σώματος). Ωστόσο, ο ελληνικός λαός υποδέχθηκε με εκδηλώσεις ενθουσιασμού την υπό τον Κυπριανό «πρεσβεία», την οποία δέχθηκε σε ακρόαση, ανεπίσημα, και ο τότε βασιλιάς Παύλος. Επίσης στην Αθήνα υπήρξαν και άλλες θερμές εκδηλώσεις υποδοχής της «πρεσβείας» που οργανώθηκαν από πνευματικά ιδρύματα (όπως ο «Παρνασσός») και άλλες μαζικές οργανώσεις.

 

Από την Ελλάδα η «πρεσβεία» πήγε στο Λονδίνο όπου δοκίμασε επανειλημμένα αλλά δεν κατόρθωσε να επιτύχει ούτε καν συνάντηση με οποιονδήποτε Άγγλο κυβερνητικό επίσημο επειδή η αγγλική κυβέρνηση αρνήθηκε επίμονα οποιαδήποτε επαφή. Στη Νέα Υόρκη, έδρα των Ηνωμένων Εθνών, η «πρεσβεία» έφθασε στις 26 Σεπτεμβρίου του 1950 και είχε επαφές με τη γραμματεία του ΟΗΕ στην οποία και παρέδωσε το τρίτο αντίγραφο των αποτελεσμάτων του ενωτικού δημοψηφίσματος.

 

Κατά τη διάρκεια της πολύμηνης αποστολής της, η «πρεσβεία» οργάνωσε στις τρεις μεγάλες πόλεις που επεσκέφθη (Αθήνα, Λονδίνο, Νέα Υόρκη) συγκεντρώσεις Ελλήνων και ξένων προς τους οποίους ανέπτυξε το Κυπριακό ζήτημα, προβάλλοντας το δικαίωμα και την απαίτηση του κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση και ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.

 

Στο μεταξύ, στην ίδια την Κύπρο, κατά το διάστημα της αποστολής του Κυπριανού στο εξωτερικό, πέθανε ο γηραιός αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β΄ κι εξελέγη ως νέος αρχιεπίσκοπος ο μητροπολίτης Κιτίου Μακάριος Κυκκώτης, ως Μακάριος Γ΄. Την εκλογή του Μακαρίου Γ΄ ως νέου αρχιεπισκόπου δεν είδαν με καλό μάτι οι κύκλοι της μητρόπολης Κερύνειας που προέβησαν και σε κάποιες καταγγελίες και αντιδράσεις, επειδή η απουσία του επισκόπου Κυπριανού σε εθνική αποστολή θεωρήθηκε ως ευκαιρία για τον Κιτίου Μακάριο να διεκδικήσει ανενόχλητος μια σίγουρη εκλογή στον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Ο ίδιος ο επίσκοπος Κυπριανός επίσημα δεν αντέδρασε στην εκλογή του νέου αρχιεπισκόπου, τον οποίο όμως έκτοτε άρχισαν να αντιπολιτεύονται οι αδιάλλακτοι κύκλοι της μητρόπολης Κερύνειας.

 

Στο διάστημα που ακολούθησε, ο επίσκοπος Κυπριανός ανέπτυξε πολλαπλές δραστηριότητες υπέρ του ενωτικού αγώνα, μεταξύ δε άλλων, πήρε μέρος στη μυστική προετοιμασία του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα του 1955-1959. Εξαιτίας της φανατικής προσήλωσής του και των αγώνων του υπέρ της ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα, κι εξαιτίας της υποστηρίξεώς του προς τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ, ο Κυπριανός συνελήφθη από τους Άγγλους στις 9 Μαρτίου 1956 κι εστάλη στην εξορία μαζί με τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄, τον ιερέα Παπά Σταύρο Παπαγαθαγγέλου και τον γραμματέα της μητρόπολης Κερύνειας κι επίσης φανατικό ενωτικό αγωνιστή Πολύκαρπο Ιωαννίδη. Οι τέσσερις αυτοί Κύπριοι πολιτικοί εξόριστοι παρέμειναν στις Σεϋχέλλες, στη μέση του Ινδικού ωκεανού, συνολικά 13 μήνες.

 

Περιγράφοντας τον επίσκοπο Κυπριανό, ο Άγγλος υπεύθυνος της κράτησης των Κυπρίων εξορίστων στις Σεϋχέλλες Φίλιπ Λε Γκέυτ, γράφει και τα ακόλουθα:

 

...Κατά τή γνώμη μου ἔτρεφε μιά ἀντιπάθεια πού ἔφτανε τό μίσος γιά τούς Βρεττανούς. Ἔβλεπα ὅτι προτιμοῦσε τά περιοδικά καί τίς ἐφημερίδες ἄλλων χωρῶν ἀπό τίς ἀγγλικές ἐκδόσεις καί ὅτι προτιμοῦσε νά μιλά γαλλικά παρά ἀγγλικά. Ἔπαιρνε τή θρησκεία του πολύ σοβαρά καί συχνά μπορούσε νά τόν δῆ κανείς μέ τό ἄσπρο ἐλεφάντινο κομπολόι του νά κάθεται στή σκιά τῶν δέντρων ἤ νά περπατᾶ πάνω καί κάτω στήν ταράτσα μπροστά ἀπό τό σπίτι σέ στοχασμό ἤ σέ προσευχή. Περνοῦσε πολλές ὦρες γράφοντας καί διαβάζοντας καί ὕστερα ἀπό λίγους μῆνες τό μικρό τοῦ δωμάτιο ἦταν γεμᾶτο μέ στίβες ἀπό βιβλία πού συνεχῶς αὐξάνονταν, περιοδικά καί ἐφημερίδες, κανένα ἀπό τά ὁποῖα δέν ἐπετρέπετο νά πεταχτῇ, ὣστε στό τέλος ὑπῆρχε μόλις λίγος χῶρος γι’ αὐτόν γιά νά περπατᾶ... Ἦταν πολύ τυπικός καί μεθοδικός... ἤθελε πάντα νά βαραίνη ἡ γνώμη του... ἦταν ἒξυπνος, μέ μυαλό σαρκαστικό, καί, καθώς τόν γνώριζα καλύτερα, ἐσχημάτισα τήν ἐντύπωση ὅτι μᾶλλον περιγελοῦσε τούς ἀνθρώπους παρά γελοῦσε μαζί τους... (Φίλιπ Λε Γκέυτ, Ὁ Μακάριος στήν Ἐξορία, μετάφρ. Α. Χριστοφίδη, Λευκωσία, α.χ.ε., σσ. 74-75).

 

Μετά την απελευθέρωση των εξορίστων, αλλά την απαγόρευση της επιστροφής τους στην Κύπρο, τόσο ο Μακάριος όσο κι ο Κυπριανός και οι υπόλοιποι δυο πήγαν στην Αθήνα το 1957, όπου τους επιφυλάχθηκε ενθουσιώδης υποδοχή, εγκαταστάθηκαν δε στην ελληνική πρωτεύουσα. Στην Κύπρο επέστρεψαν τον Μάρτιο του 1959, δηλαδή αμέσως μετά την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου που σήμαναν και το τέλος του αγώνα.

 

Ο επίσκοπος Κυπριανός δεν συμπεριλαμβανόταν μεταξύ των Ελλήνων Κυπρίων που πήγαν στο Λονδίνο για να εκφράσουν γνώμη και να συμβουλεύσουν τον Μακάριο ως προς την αποδοχή και υπογραφή ή όχι των συμφωνιών της Ζυρίχης, το Φεβρουάριο του 1959. Ήταν, ωστόσο, ένας από εκείνους που αντέδρασαν βίαια στη λύση που επεβλήθη στη Ζυρίχη και στο Λονδίνο και που δεν εκπληρούσε τους ενωτικούς πόθους του κυπριακού Ελληνισμού, δεν δίστασε δε, από την πρώτη στιγμή, να έλθει σε σύγκρουση και με την ελληνική κυβέρνηση των Κ. Καραμανλή και Ε. Αβέρωφ. Σε μήνυμά του προς τη Βουλή των Ελλήνων, στις 25 Φεβρουαρίου 1959, ο Κυπριανός έλεγε μεταξύ άλλων:

 

... Ἡ Κύπρος ἐγεννήθη καί παρέμεινεν ἑλληνική μέχρι σήμερον. Καθ’ ὅν χρόνον ὃμως μετά πίστεως ἀνέμενεν ὅτι θά ἀνέκτα τήν ἐλευθερίαν διά τήν ὁποίαν πλουσίαν προσέφερε τήν σπονδήν τοῦ αἳματος καί ἀπερίγραπτα ὑπέστη κατά τήν διαρρεύσασαν τετραετίαν μαρτύρια, καί ὅτι θά ἐξησφαλίζετο ἡ μετά τῆς Μητρός Ἑλλάδος Ἓνωσίς της, κατάπληκτος καί φρικιῶσα, νικήτρια δ’ ἐπί τοῦ πεδίου τῆς μάχης, εἶδε νά καθίσταται - παρά πᾶσαν ἀρχήν δικαίου καί ἠθικῆς - καί νέος κυρίαρχος, ἡ Τουρκία, νά ὑποτάσσεται δέ ὁ  ὄγκος τοῦ  Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ της εἰς τήν ἐλαχίστην Τουρκικήν μειονότητα τοῦ 18%, ἀπό τήν θέλησιν τῆς ὁποίας θά ἐξαρτᾶται ἀπολύτως καί ἐσαεί τό μέλλον του...

 

Αντιδρώντας στις βίαιες επιθέσεις του Κυπριανού, ο τότε υπουργός των Εξωτερικών της Ελλάδος Ευάγγελος Αβέρωφ (εκ των αρχιτεκτόνων της Ζυρίχης) δήλωνε:

 

...Ὁ μητροπολίτης μιᾶς μικρῆς ἐνοριακῆς Μητροπόλεως, ὃστις ἂλλοτε ζωηρῶς ἀπεδοκίμασε τήν ΕΟΚΑ, δέν ἔχει οὔτε τό κῦρος, οὔτε τήν ἁρμοδιότητα διά νά ἑρμηνεύσῃ τήν γνώμην ὁλοκλήρου τοῦ  Ἔθνους καί τήν γνώμην τῆς Κύπρου...

 

Κατά τα πρώτα χρόνια ζωής της νεαρής Κυπριακής Δημοκρατίας ο Κυπριανός ασχολήθηκε περισσότερο με τα ζητήματα της εκκλησιαστικής του περιφέρειας παρά με την δημόσια άσκηση πολιτικής, αν και τόσο ο ίδιος όσο και οι κύκλοι της μητρόπολής του, ουδέποτε έπαυσαν να εκδηλώνονται υπέρ της ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα, πόθου δεκαετιών και αγώνων που παρέμενε ως ιδανικό ανεκπλήρωτο. Πιο ανοικτά ο επίσκοπος Κυπριανός καθώς και οι άλλοι δυο Κύπριοι επίσκοποι, ο Πάφου Γεννάδιος και ο Κιτίου Άνθιμος, άρχισαν να αντιπολιτεύονται τον αρχιεπίσκοπο και πρόεδρο Μακάριο μετά την επιβολή της δικτατορίας στην Ελλάδα και ύστερα από ενθάρρυνσή τους από το δικτατορικό καθεστώς των Αθηνών. Στις 16 Ιανουαρίου 1968, ημέρα κατά την οποία αποχωρούσαν από την Κύπρο τα τελευταία τμήματα της ελληνικής μεραρχίας «εντός της τακτής προθεσμίας» και ύστερα από τελεσιγραφικές αξιώσεις της Τουρκίας, οι τρεις μητροπολίτες είχαν την πρώτη τους σύσκεψη στη Λεμεσό όπου «ἀντήλλαξαν ἀπόψεις ἐπί τῶν τελευταίων ἀποφάσεων τοῦ προέδρου Μακαρίου ὅπως προκηρύξῃ ἐκλογάς δι’ ἀνάδειξιν προέδρου τῆς Δημοκρατίας», όπως δήλωσε ο Κιτίου Άνθιμος.

 

Η κατά του Μακαρίου αντίδραση του επισκόπου Κυπριανού προκλήθηκε όταν ο Μακάριος έκαμε διαχωρισμό της πολιτικής του σε «εφικτή λύση» του Κυπριακού ζητήματος και σε «ευκταία». Η δεύτερη ήταν η απραγματοποίητη ένωση με την Ελλάδα.

 

Η πρώτη σοβαρή σύγκρουση του αρχιεπισκόπου Μακαρίου με τους τρεις μητροπολίτες έγινε σε συνεδρία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου στις 25 Ιανουάριο του 1968. Οι εκλογές έγιναν κανονικά στις 25 Φεβρουαρίου του 1968 κι ο Μακάριος επανεξελέγη πανηγυρικά πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Κυπριανός και οι άλλοι δυο μητροπολίτες επανήλθαν συνασπισμένοι εναντίον του και συνεχώς ενθαρρυνόμενοι από την ελληνική χούντα και, λίγο αργότερα, από τον στρατηγό Γρίβα και την ΕΟΚΑ Β΄. Προκλήθηκε έτσι η σοβαρή εκκλησιαστική κρίση του 1972-73 που κατέληξε με απόφαση των τριών μητροπολιτών να «καθαιρέσουν» τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Η «καθαίρεση» ήταν εξ υπαρχής άκυρη και αντικανονική αφού, μεταξύ άλλων, οι ιεροί κανόνες προβλέπουν την ύπαρξη συνόδου από 12 τουλάχιστον επισκόπους για καθαίρεση αρχιεπισκόπου. Αφού διάφορες προσπάθειες συμφιλίωσης απέτυχαν, ο Μακάριος συγκάλεσε μείζονα σύνοδο, με συμμετοχή δυο πατριαρχών (Αλεξανδρείας Νικολάου και Αντιοχείας Ηλιού), του ιδίου του αρχιεπισκόπου και άλλων 13 ιεραρχών των πατριαρχείων Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων και της Εκκλησίας της Κύπρου. Η σύνοδος, που συνεκροτήθη στη Λευκωσία, δίκασε ερήμην και καθαίρεσε, στις 14 Ιουλίου του 1973, τόσο τον Κυρηνείας Κυπριανό όσο και τον Πάφου Γεννάδιο και τον Κιτίου Άνθιμο.

 

Μετά την καθαίρεσή του, και την εκλογή νέου μητροπολίτη Κερύνειας στις 30 Μαρτίου 1974, του Γρηγορίου, ο Κυπριανός απεσύρθη. Έκαμε ελάχιστες μόνο εμφανίσεις, αλλά ιδίως μετά την τουρκική εισβολή του 1974, που είχε ως αποτέλεσμα την κατοχή και ολόκληρης της επισκοπικής περιφέρειας της Κερύνειας, εγκαταστάθηκε στο χωριό του, την Κακοπετριά, όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image