Λαμπρόστομη

Image

Χαρακτηρισμός που εχρησιμοποιείτο για τη σκύλα σε παλαιότερες εποχές στην Κύπρο και που απαντάται και σε ακριτικά τραγούδια. Η σσ 'ύλλα η λαμπρόστομη ήταν η πιστή σύντροφος των νοικοτζ'υρών, των κηπουρών και των βοσκών, ο «φύλακας άγγελος» των θρυλικών ακριτών, στρατιωτών και καστροπολεμιτών τους οποίους συνόδευαν όταν έφευγαν για τις μακρινές τους επιχειρήσεις εναντίον των Σαρακηνών, των κουρσάρων και των Αγαρηνών, ή όταν ήταν φρουροί στα κάστρα και στις βίγλες. Οι σσ’ύλλες οι λαμπρόστομες ήταν γι΄ αυτούς τόσο χρήσιμες και απαραίτητες, ώστε οι πλούσιοι και οι στρατηγοί τους φορούσαν χρυσά περιλαίμια, όπως αναφέρεται και στα Κύπρια Ἒπη του Ξ. Φαρμακίδη, σ. 35, στο ποίημα Ὁ Μικροκωσταντῆς:

 

Bρέ πκοιοῦ ‘ναι τοῦντα πρόβατα τά γρυσοκουουνάτα

τζ' αί πκοιοῦ ‘ ναι τοῦτα τά σσ' υλλιά τά γρυσοληταράτα

 

Το πόσο πολύτιμο ήταν το ζώο αυτό καταδεικνύεται και από μια άλλη αναφορά στο ίδιο τραγούδι, όπου ο Μικρο-Κωσταντής παρακαλεί τον Θεό:

 

Θεέ τζ' ἄν εἶμαι πλάσμαν σου πόκουσ' μου τζ' ἐμέναν

γιά νά σ ‘ ιλιάσουν πρόβατα γιά νά σ' ιλιάσουν γίδκια,

τζ'αί νά σ’ ιλιάσουν τά σσ'υλλιά στήν βρύσιν νά τά πάρω.

Θέλεις ἅγιος Θεός ἦταν, Χριστός τζ' ἐπάκουσέν του.

Τ' ἀρνί ἀρνίτσιν ἔκαμεν τζ' αί μάνα ἀπό πέντε

τζ' ἡ σσ' ύλλα ἡ λαμπρόστομη κάχε τζ΄οιλιάν κοσπέντε.

 

Τα σκυλιά αυτά υφίσταντο ειδική εκπαίδευση, με την οποία πιστευόταν ότι θα γίνονταν πιο επιθετικά και αιμοβόρα. Μόλις τα νεογέννητα σκυλάκια άνοιγαν τα μάτια τους (γιατί τα σκυλιά γεννιούνται τυφλά), οι ιδιοκτήτες τους επέλεγαν τα θηλυκά και τα τοποθετούσαν μια φορά την ημέρα, επί ένα δεκαήμερο, πάνω σε «σ'ερομύλιν» (χερόμυλο) και το στριφογύριζαν πέντε φορές, πιστεύοντας ότι έτσι γίνονταν πιο άγρια. Οι «λαμπρόστομες» ήσαν πολύ επιθετικές και γι΄ αυτό ήσαν πάντοτε δεμένες με «αλύσους», επειδή τα σχοινιά τα έκοβαν με τα δόντια τους. Τη νύκτα τις ελευθέρωναν. Πολλές φορές όμως αγρίευαν και δεν υπάκουαν στον κύριό τους, δαγκώνοντας τον ίδιο ή τα παιδιά του. Σε τέτοιες περιπτώσεις τιμωρούσαν τις σκύλες ρίχνοντάς τις σε «ξερόλακκους» (πηγάδια χωρίς νερό) όπου πέθαιναν από την πείνα και τη δίψα, όπως αναφέρεται και σε ένα άλλο τραγούδι από τα Κύπρια Ἒπη, τον Κωνσταντ (σ. 27):

 

Τζ' αί νἄβρω τζ' αί τόν Κωνσταντᾶ στό γεῦμαν καθισμένον,

τζ'αί νά 'ναι ἀξηρμάτωτος τζ' ὂι ἁρματωμένος.

Τήσ σ 'ίλλαν τήν κουλουκαρκάν στόν ἃλυσοδ δημμένην,

τήν σ'ίλλαν τήν λαμπρόστομην στόν λάκκον λατσ'ισμένην.