Μεγάλη του Γένους Σχολή

Image

Σημαντικότατο πνευματικό ίδρυμα του Ελληνισμού που ιδρύθηκε και λειτούργησε στην Κωνσταντινούπολη με την ευθύνη του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η Μεγάλη του Γένους Σχολή, γνωστή επίσης και ως Πατριαρχική Ακαδημία (έφερε κατά καιρούς και διάφορες άλλες ονομασίες), ιδρύθηκε το β' μισό του 15ου αιώνα, λίγο μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους (1453). Ουσιαστικά επρόκειτο για ανασύσταση της Οικουμενικής Σχολής (Ακαδημίας) που λειτουργούσε πριν από την άλωση. Την ανασύσταση πέτυχε ο πρώτος μετά την άλωση πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος Β', κάνοντας χρήση των προνομίων τα οποία ο Μωάμεθ Β' ο Πορθητής είχε δώσει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Έκτοτε, η Σχολή λειτούργησε υπό τη συνεχή και άμεση προστασία και επίβλεψη του Πατριαρχείου το οποίο και την συντηρούσε, κι απεδείχθη το κυριότερο και μεγαλύτερο πνευματικό ίδρυμα του υπόδουλου Ελληνισμού, μέχρι και την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους μετά την επανάσταση του 1821. Από δε το 1922, μετά τη νέα τάξη πραγμάτων στην Τουρκία, η Σχολή συνέχισε να λειτουργεί ως απλό γυμνάσιο. Ο ρόλος τον οποίο η Σχολή διαδραμάτισε, ως ελληνικό πνευματικό ίδρυμα και εκπαιδευτήριο, στους σκοτεινούς αιώνες της υποδούλωσης του Ελληνισμού στην Οθωμανική αυτοκρατορία, υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός και η προσφορά της τεράστια.

 

Από το 1661 (ή το 1691) η Σχολή είχε χωριστεί σε δυο τμήματα, το γραμματικόν και το επιστημονικόν (φιλοσοφικόν). Στο πρώτο τμήμα διδάσκονταν γραμματική, ρητορική, λογική και στο δεύτερο θεολογία και φιλοσοφία. Αργότερα η Σχολή αύξησε τα μαθήματά της, περιλαμβάνοντας και αρκετά άλλα, όπως ελληνική φιλολογία, φιλοσοφία, αρχαιολογία και μυθολογία, συγκριτική ιστορία ελληνικής και λατινικής φιλολογίας, ερμηνεία πατερικών κειμένων, μεταφυσική, καλλιλογία, εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία, μαθηματικά, νομικά, ξένες γλώσσες, φυσική, μεταφυσική, αρχαία ελληνικά κ.ά.

 

Η σχέση της Σχολής προς την Κύπρο εντάσσεται στα γενικότερα πλαίσια της μεγάλης προσφοράς της στον υπόδουλο Ελληνισμό. Διάφοροι Κύπριοι, ιδίως εκκλησιαστικοί ηγέτες, είχαν σπουδάσει και μορφωθεί στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Εξάλλου, διάφοροι Κύπριοι λόγιοι, κληρικοί και μη, διετέλεσαν διδάσκαλοι και σχολάρχες (διευθυντές) της Σχολής κατά καιρούς. Μεταξύ αυτών αναφέρουμε τον Γεράσιμο τον Κύπριο (σχολάρχης 1767-1769 και αργότερα οικουμενικός πατριάρχης), τον Ηλία τον Κύπριο (καθηγητής 1769-1773 και 1784-1786 και σχολάρχης 1774-1778), τον Φώτιο τον Κύπριο (σχολάρχης 1793-1795 και καθηγητής 1795-1803), τον Σαμουήλ τον Κύπριο (σχολάρχης 1820-1830, 1836-1844 και 1845-1847), τον Ονούφριο Μικελλίδη (καθηγητής 1822-1830), τον Αντώνιο Χαρίλαο (καθηγητής 1845-1888), τον Κωνσταντίνο Φωτιάδη (καθηγητής 1851-1867). Επίσης, πιθανοί Κύπριοι σχολάρχες ή/και καθηγητές στη Σχολή, ήσαν, μεταξύ άλλων, ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Ιλαρίων Κιγάλας (17ος αιώνας), ο επίσης Κύπριος πατριάρχης Αλεξανδρείας Κυπριανός (18ος αιώνας), ο Κύπριος μητροπολίτης Ευρίπου Γεδεών (18ος αιώνας) κ.ά.