Αβδούλ Αζίζ και Κύπρος

Image

Ο Αβδούλ Αζίζ, 32ος σουλτάνος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αδελφός του 31ου σουλτάνου Αβδούλ Μετζίτ, τέλεια αγγλομαθής και γαλλομαθής, διαδέχτηκε τον τελευταίο. Ως εκπρόσωπος των Παλαιοτούρκων πήρε μέρος στη συνωμοσία κατά του αδελφού του εξαιτίας των μεταρρυθμίσεων που ο Μετζίτ , συνεχίζοντας προγενέστερες ροπές και εξελίξεις στο οθωμανικό κράτος, είχε επιβάλει. Όταν όμως ο Αζίζ πήρε το θρόνο δεν απέφυγε την επιβολή μεταρρυθμίσεων σε συνεννόηση με το μεγάλο βεζίρη του Φουάτ πασά, εχθρό των Παλαιοτούρκων, αν και καμιά απ' αυτές δεν εφαρμόστηκε στα σοβαρά. Η βασιλεία του (25 Ιουνίου 1861 - 4 Ιουνίου 1876) συνέπεσε μερικώς προς την αρχιεπισκοπεία του Σωφρονίου Γ' στην Κύπρο (1865 - 1900), και οι σχέσεις του σουλτάνου προς την Κύπρο συνδέονται αν και δεν ταυτίζονται προς τις σχέσεις του με αυτόν. Ο δεσποτικός όμως και σπάταλος Αζίζ γρήγορα έθεσε στη μορφωμένη νεοτουρκική διανόηση, με τη συμπεριφορά του, το πρόβλημα εξεύρεσης τρόπων περιορισμού της αυξανόμενης δύναμης της κεντρικής εξουσίας, παραμερίζοντας το πρόβλημα της αποδοχής ή απόρριψης του δυτικίζοντος εκμοντερνισμού μέσω των μεταρρυθμίσεων. Κατά τον Απρίλιο του 1864, με βεζιρική διαταγή, αντιμετωπίζεται το χρόνιο, μετά το τέλος της ελληνικής επανάστασης, θέμα της υπηκοότητας των Κυπρίων που επέστρεφαν στην πατρίδα τους μ' ελληνικό διαβατήριο' όλοι αυτοί θεωρούνταν φορολογητέοι στο χαράτσι Οθωμανοί υπήκοοι, όπως και πριν φύγουν, ενώ όσοι είχαν μείνει τρία συνεχή χρόνια εκεί, θεωρούνταν διαφιλονικούμενοι κι αν είχαν κτήματα ή περιλαμβάνονταν σε συντεχνία, θα πλήρωναν κτηματικό φόρο και δικαιώματα της συντεχνίας. Η επιστροφή των Κυπρίων αυτών στην πατρίδα τους έφερε και την ανανέωση του ελληνικού εθνικισμού, έκφραση του οποίου ήταν και το ενωτικό μεγαλοϊδεατικό φυλλάδιο της δασκάλας του παρθεναγωγείου Λευκωσίας (1859 - 1863) Ερατούς Καρύκη, που κυκλοφόρησε πλατιά στην πρωτεύουσα η ίδια πριν φύγει για την Αθήνα (τέλη 1863 κ.ε.). Αυτό προκάλεσε και/ ή συνέπεσε προς την τουρκική αντίδραση στο θέμα της υπηκοότητας κατά τον Απρίλιο του 1864, μήνα που αποκαλύφθηκαν τα φυλλάδια, καθώς και στο θέμα των Κιρκασίων.

 

Κατά τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου (1864) γίνεται προσπάθεια εγκατάστασης στην Κύπρο 2700- 3000 ενόπλων Κιρκασίων «άγριων και ασθενών», που καθώς πέθαιναν κατά δεκάδες και ρίχνονταν στη θάλασσα απειλούσαν τη δημόσια υγεία. Γι' αυτό ο ντόπιος πληθυσμός, με τη βοήθεια των προξένων που συνέταξαν υπόμνημα προς τις αρχές, αντιστάθηκε με σημαντική επιτυχία στον εποικισμό, έτσι που αυτό θεωρήθηκε ανταρσία των Ελλήνων. Ο τουρκικός πληθυσμός φέρθηκε εχθρικά προς τους ντόπιους και Ευρωπαίους χριστιανούς στο θέμα αυτό, εμποδίζοντάς τους να ανακουφίσουν τους δυστυχισμένους Κιρκασίους εποίκους και να προσφέρουν στέγη στα ορφανά τους ή ν' αγοράσουν τα υπάρχοντα όσων πέθαιναν, με στόχο «να αποξενώσουν όσο γίνεται πιο πολύ τους χριστιανούς από τους μετανάστες ούτως ώστε να...αντισταθμίσουν και τρομοκρατήσουν το χριστιανικό πληθυσμό που σταθερά αυξανόταν στο νησί». Η στάση αυτή ήταν «αντίθετη προς τα αισθήματα ανοχής που εισήγαγε η A.M. ο σουλτάνος Αβδούλ Αζίζ», γράφει ο Κ.Η. Lang, Άγγλος πρόξενος στη Λάρνακα (17 Οκτωβρίου 1864). Από τους 500 Κιρκασίους που μεταφέρθηκαν στη Λευκωσία, μόνο 200 επιζούσαν στα τέλη Δεκεμβρίου του 1864. Ο ίδιος πρόξενος, αναφερόμενος στους βίαιους εξισλαμισμούς Κυπρίων στα 1863 και 1864, πιστεύει ότι «υπό την ανεκτικήν κυβέρνησιν... του Αβδούλ Αζίζ εις Κωνσταντινούπολιν το πράγμα θέλει λάβει εύκολον και ευάρεστον λύσιν, πλην θα παρέλθει καιρός» (19 Νοεμβρίου 1864).

 

Επί Αβδούλ Αζίζ συνεχίστηκε, από το 1865 μέχρι το 1867, η απογραφή των κτημάτων της Κύπρου σε ενιαίο κτηματολογικό σύστημα, που είχε αρχίσει στα 1853 και στοιχειωδέστερα στα 1851, με τελική φάση στα 1874- 1876, οπότε και ολοκληρώθηκε. Κατά τις δυο τελευταίες φάσεις εφαρμόστηκε επιτόπια αναζήτηση και εξέταση (Yoqlama) των κτημάτων προς αποφυγή αταξιών. («Γιοκλαμάδες» από διάφορα χωριά σώζονται και σήμερα στην Κύπρο ˙ είναι οθωμανικά έγγραφα ελέγχου των κτημάτων προτού εκδοθεί και για να εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας). Με το γενικό νόμο του 1874 που αναφέρεται στην έκδοση νέων τίτλων γαιών και κτημάτων, δίνονται ακριβείς οδηγίες στους γραμματείς των υποδιοικήσεων να περιέρχονται τις πόλεις, τις κωμοπόλεις, τα χωριά και τους ναχιέδες για να ελέγχουν τα κτήματα, με βάση τα κτηματολόγια των μερών όπου είχε προηγηθεί καταγραφή, στην παρουσία του ιμάμη, του μουκτάρη και των δημογερόντων, να καταρτίσουν βιβλίο ελέγχου (Yoqlama defteri) και να επιθεωρήσουν τους τίτλους (hugget) και άλλα έγγραφα κυριότητας, ώστε να βεβαιωθούν για τη νομιμότητα κάθε κυριότητας, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων εξουσίας κτημάτων από άτομα που δεν κατείχαν σχετικούς τίτλους και έγγραφα. Η εκτέλεση της απογραφής συνοδεύτηκε με πολλές υπερβασίες και καταπιέσεις που απέφεραν πολλά παράνομα έσοδα στα όργανα των τουρκικών αρχών, σε εποχή που οι πράξεις μεταβιβάσεων και οι τίτλοι ιδιοκτησίας σιγήθηκαν διότι ο πληθυσμός της Κύπρου είχε αυξηθεί σε 184.000 Χριστιανούς ορθόδοξους και 46.000 Οθωμανούς (σύνολο 230.000 στα 1876), σε σύγκριση προς 120.000 Χριστιανούς ορθόδοξους και 44.000 Οθωμανούς (σύνολο 164.000 στα 1856), και 88.000 Χριστιανούς ορθόδοξους και 28.000 Οθωμανούς, (σύνολο 116.000 στα 1849). Η αύξηση είναι σημαντική εν όψει της φοβερής ανομβρίας, των επανειλημμένων επιδρομών ακρίδας και του λιμού του 1870- 1874, που μαζί με την αποστολή όλου σχεδόν του αχύρου στον τουρκικό στρατό στην Κρήτη στα 1868- 9, προκάλεσαν αθλιότητα και οδήγησαν στην αποστολή μεικτής πρεσβείας (δυο Έλληνες και δυο Τούρκοι) υπό την προεδρία του αρχιεπισκόπου Σωφρονίου, στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, η πρεσβεία με τη βοήθεια του μεγάλου βεζίρη Παφίου Κυπρίου Μεχμέτ πασά Kibrisli, πέτυχε μέτρα ανακουφίσεως. ειδικότερα την έκδοση φιρμανίου που αποσπούσε την Κύπρο από το βιλαέτι των νησιών του αρχιπελάγους (Δαρδανελλίων) στο οποίο ανήκε από τον Απρίλιο του 1868 (με έδρα του βαλή στο Τσανάκ) και την αποκατάστασή της σε ανεξάρτητο μουτεσαρριφλίκι (διοίκηση, Mütesarriflik) (1η Αυγούστου 1870 κ.ε.), όπως ήταν από το 1861 κ.ε. υπό την άμεση δικαιοδοσία του σουλτάνου. Το δεύτερο μέτρο ήταν η δωρεάν παραχώρηση σπόρου για τον επόμενο χρόνο από τις κυβερνητικές αποθήκες δημητριακών που είχε ιδρύσει ή μάλλον συστηματοποιήσει ο κυβερνήτης Halet Bey στα 1863. Η παλαιότερη γνωστή μαρτυρία για τις αποθήκες αυτές είναι το κατάστιχο VII, 1245 - 1248-1829 - 1832 της Αρχιεπισκοπής. Ο ίδιος κυβερνήτης αποκατέστησε το νόμισμα στην αρχική τιμή του, προκαλώντας, όμως, αύξηση του κόστους ζωής . Παράλληλα, για τρία χρόνια υπήρξε σχετική χαλάρωση στην καταβολή των φόρων. Τα μέτρα αυτά εφαρμόστηκαν με σωφροσύνη από τον αδιάφθορο και ελεύθερο από φανατισμούς κυβερνήτη Σαΐντ πασά (27 Ιουλίου 1868 - 21 Οκτωβρίου 1871) και το διάδοχό του Αζίζ πασά, ομοίου χαρακτήρα ( 16 Οκτωβρίου 1871- Απρίλιος 1872). Ο Σαΐντ επισκεύασε το υδρευτικό σύστημα στη Λευκωσία, στη Λάρνακα, στην Κυθρέα και ήταν ένας από τους ελάχιστους καλούς Τούρκους κυβερνήτες της Κύπρου. Ο Σαΐντ, επίσης, συμπλήρωσε με δαπάνη 300.000 γροσιών τα υπολειπόμενα δύο τρίτα του δρόμου Λάρνακας - Λευκωσίας - που το ένα τρίτο του είχε στοιχίσει 2.000.000 γρόσια και που η κατασκευή του είχε καταντήσει «κατάρα», αφού ο σχετικός φόρος εισπρασσόταν από το 1865, χωρίς αποτελέσματα (ως το 1877!) - και με τη βοήθεια ειδικής εφεύρεσης του Ιταλοκυπρίου Ριχάρδου Ματτέι εξάλειψε την ακρίδα (1870).

 

Μετά την αγγλοτουρκική εμπορική συνθήκη του 1861, βάσει της οποίας οι εξαγωγικοί δασμοί ελαττώθηκαν, ενθαρρύνθηκε το εξαγωγικό εμπόριο των πρώτων υλών που παρήγε η Κύπρος, ιδίως βαμβακιού — που από μερικά χρόνια οι Άγγλοι ενθάρρυναν την παραγωγή του στο νησί και στην ανατολή, στέλνοντας σπόρο και εκκοκκιστήρια — ερυθροδάνου (σουμακιού), χαρουπιών, σιταριού (παρά τη χαμηλή του ποιότητα κατά τον Άγγλο υποπρόξενο Sandwith, 21 Απριλίου 1869), λαδιού, ζώων και λιγότερο κρασιών, που η παραγωγή τους ελαττώθηκε λόγω της υψηλής φορολογίας και του καθορισμού της τιμής τους ως βάσης για την υπόλοιπη φορολογία, κτλ. Το εμπόριο όμως γινόταν περισσότερο με τη Γαλλία και η βελτίωση της παραγωγής από το 1863 κ.ε. προχώρησε με αυξομειώσεις, π.χ. στα 1872 - 1874/5 η παραγωγή του σουμακιού έτεινε να εγκαταλειφθεί και εκείνη του βαμβακιού και των χαρουπιών ήταν μέτρια, ενώ των κρασιών άφθονη, και το εισόδημα του νησιού αυξήθηκε στα 1874 πολύ. Στα 1873 η παραγωγή ήταν κακή και σχεδόν υπήρξε κίνδυνος λιμού. Παρόλα αυτά, από τον Μάρτη του 1874 ίσχυε 2 1/2% αύξηση της δεκάτης που ανήλθε στα 12 1/2%. Αλλά ακολούθησε η καλοχρονιά του 1874, που όμως δεν εμπόδισε την προϊούσα υποτίμηση του νομίσματος. Η αξία των εισαγωγών και εξαγωγών στα 1874 ήταν £418.887 και στα 1875 £459.220. Η αύξηση των £40.315 οφειλόταν στην καλοχρονιά. Αλλά κατά το χειμώνα και την άνοιξη του 1875- 1876 εξαιτίας ασήμαντων βροχών, οι εξαγωγές ήταν μόνο το 1/3 ή το 1/4 εκείνων του 1875. Κανένας ενθουσιασμός δεν προκλήθηκε από το φιρμάνι για νέες μεταρρυθμίσεις, γράφει μια αγγλική προξενική έκθεση της 22 Απριλίου 1876, ένα μήνα πριν πέσει ο Αβδούλ Αζίζ.

 

Η πιο σημαντική σχέση του Αβδούλ Αζίζ προς την Κύπρο, είναι το ενθρονιστήριο βεράτιο του αρχιεπισκόπου Σωφρονίου Γ' που εξέδωσε ο σουλτάνος κατά τον Φεβρουάριο του 1866, και τα δυο παράσημα Megidiye που απένειμε στον ίδιο στις 28 Μαρτίου 1867 και στις 15 Ιουλίου 1868 (διπλώματα γ' και β' βαθμού αντίστοιχα). Το βεράτιο είναι το τελευταίο που εκδόθηκε για Κύπριο αρχιεπίσκοπο και ενσωματώνει αποκρυσταλλωμένα τα προνομιακά, διοικητικά και εθναρχικά δικαιώματα (δικαστικά, οικονομικά κ.ά.) του αρχιεπισκόπου και των μητροπολιτών της Κύπρου: Ο αρχιεπίσκοπος είναι αρχηγός της Εκκλησίας και των ραγιάδων, μόνος υπεύθυνος έναντι της Οθωμανικής κυβέρνησης, με δικαιοδοσία στους επισκόπους, στον κλήρο, στους μοναχούς και σ' όλους τους χριστιανούς για θρησκευτικά θέματα, θέματα γάμων, διαζυγίων, δικαιώματα παύσης και τιμωρίας παραβατών του εκκλησιαστικού νόμου, χωρίς αναφορά στον ποινικό κώδικα, π.χ. ιερέων που τελούν αντικανονικούς γάμους, επαναφοράς φυγάδων μοναχών στις μονές τους, δικαιώματα λήψης φιλανθρωπικών κληροδοσιών (που τεκμηριώνεται ήδη από τα μέσα του 18ου αι. με το κατάστιχο XLV της Αρχιεπισκοπής κ.ά.), εισοδημάτων από μονές, χρηματικά δικαιώματα για έκδοση αδειών γάμου, απόλυτο έλεγχο των ευαγών ιδρυμάτων των εκκλησιών της δικαιοδοσίας του, δικαίωμα οπλοφορίας κτλ. Με το ίδιο βεράτιο απαγορεύεται ο υποχρεωτικός εξισλαμισμός, που προέκτασή του ήταν η διαταγή του Φεβρουαρίου 1869 ότι οι Λινοβάμβακοι (κρυπτοχριστιανοί) μπορούσαν ελεύθερα να δηλωθούν και καταγραφούν είτε ως Χριστιανοί είτε ως Τούρκοι. Τα δύο παράσημα ήταν εκδήλωση εύνοιας του σουλτάνου προς το Σωφρόνιο γιατί ήταν «εις των συνετών και περινουστάτων και πιστών υπηκόων του υψηλού μου κράτους», και συνέβαλε στην πρόοδο του ποιμνίου και της πατρίδας του. Τα δραματικά γεγονότα στην Κωνσταντινούπολη, η καθαίρεση και η δολοφονία του Αβδούλ Αζίζ (30 Μαϊου 1876 - 4 Ιουνίου 1876) από τους Νεότουρκους με αφορμή τις ασωτείες και την αδυναμία του να περιστείλει τις επαναστάσεις της Βουλγαρίας, της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, πέρασαν απαρατήρητα ή άσκησαν μικρή επίδραση στην Κύπρο.