Νικόλαος Β', αρχιεπίσκοπος

Image

Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κατά το β΄ μισό του 15ου αιώνα (περίοδος Φραγκοκρατίας), που έφερε τον τίτλο του Σολίας και Λευκωσίας. Ο χρόνος της αρχιεπισκοπείας του καθορίζεται τουλάχιστον από τον Δεκέμβριο του 1458 μέχρι και το 1473 ή και λίγο αργότερα. Είναι γνωστός ως πίσκοπος Νικόλαος ο Ρωμαίος.

 

Τον Νικόλαο αναφέρει στο Χρονικόν του ο μεσαιωνικός χρονογράφος Γεώργιος Βουστρώνιος: ... Γροικῶντά το ἐπῆγεν ὁ  Ἀποστόλες εἰς τόν ’πίσκοπον τῶν Ρωμαίων τόν Νικόλαον, καί ἐφέρεν τον μετά του εἰς τήν ἀρχιεπισκοπήν...

 

Το επεισόδιο που αναφέρει ο Βουστρώνιος τοποθετείται στις 15 Δεκεμβρίου 1458. Ο Αποστόλες, δηλαδή ο μετέπειτα βασιλιάς της Κύπρου Ιάκωβος Β΄ ο Νόθος (1460-1473) όταν πληροφορήθηκε ότι η βασίλισσα και ετεροθαλής αδελφή του Καρλόττα επρόκειτο να πάρει μέτρα εναντίον του (γιατί πληροφορήθηκε ότι ο Ιάκωβος είχε προσπαθήσει να την σκοτώσει), τότε αυτός κλείστηκε στην αρχιεπισκοπή όπου, για προστασία του, συγκέντρωσε κι όλους τους κληρικούς του. Η παρουσία του Ορθόδοξου Νικολάου στη Λευκωσία, και η κατ’ αυτόν τον τρόπο χρησιμοποίησή του από τον Ιάκωβο, υποδηλώνει:

 

α) Ότι ήδη οι Ορθόδοξοι αρχιεπίσκοποι της Κύπρου είχαν κατορθώσει να επανέλθουν στην πρωτεύουσα από τη Σολιά όπου η έδρα τους είχε εκτοπιστεί το πρώτο μισό του 13ου αιώνα, κατορθώνοντας να επιβάλουν ξανά την παρουσία τους ως θρησκευτικών ηγετών δίπλα στους Λατίνους. Ας σημειωθεί ότι ο Αποστόλες (Ιάκωβος Β΄) που ζήτησε τη βοήθεια του Νικολάου, ήταν κάτοχος του λατινικού αρχιεπισκοπικού θρόνου της Κύπρου στον οποίο είχε προωθηθεί από τον πατέρα του βασιλιά Ιωάννη Β΄, έστω κι αν δεν είχε γίνει επίσημα αποδεκτός από τον πάπα.

 

β) Ότι οι Ορθόδοξοι αρχιεπίσκοποι Κύπρου είχαν επανακτήσει το κύρος τους και την επιρροή του αξιώματός τους, ως ένα μεγάλο βαθμό, διαφορετικά ο Ιάκωβος δεν θα κατέφευγε στην επιστράτευση του Νικολάου.

 

Τα πιο πάνω αποδεικνύονται και από μια δεύτερη αναφορά του Γεωργίου Βουστρωνίου για τον Νικόλαο, στις 6 Ιουλίου του 1473. Την ημέρα αυτή έφθασε στην πρωτεύουσα Λευκωσία η είδηση πως ο βασιλιάς Ιάκωβος Β΄ είχε πεθάνει στην Αμμόχωστο. Τότε συγκεντρώθηκαν οι ευγενείς κι αξιωματούχοι του βασιλείου, μεταξύ δε αυτών καί ὁ ’πίσκοπος ὁ Νικόλαος ὁ Ρωμαῖος [= Έλληνας], για να πάρουν αποφάσεις˙ κατέληξαν δε στο ν’ ανατεθεί η διακυβέρνηση του βασιλείου στη χήρα του Ιακώβου, τη βασίλισσα Αικατερίνη Κορνάρο.

 

Η παρουσία του Νικολάου στη Λευκωσία φαίνεται ότι είχε εδραιωθεί μετά την άνοδο στον θρόνο της Κύπρου του βασιλιά Ιακώβου Β΄, με τον οποίο ο Ορθόδοξος αυτός ιεράρχης συνδεόταν φιλικά και του οποίου ήταν ένθερμος υποστηρικτής κατά τη διάρκεια της διαμάχης για τον θρόνο μεταξύ Ιακώβου και Καρλόττας. Όταν, συνεπώς, ο Ιάκωβος κατέκτησε την εξουσία, ο Σολίας Νικόλαος εμφανίζεται και ως Λευκωσίας κι ενισχύει τη θέση του σημαντικά, ακόμη κι ως πολιτικός παράγων του βασιλείου.