Άγιος Βασίλειος

Μεικτό, κατεχόμενο σήμερα χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, 160 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Βρίσκεται 17 χμ. δυτικά της Λευκωσίας, στο δρόμο Λευκωσίας —Μύρτου. Το χωριό είναι τοποθετημένο στη δυτική κεντρική πεδιάδα της Κύπρου και δέχεται μια πολύ χαμηλή μέση ετήσια βροχόπτωση, γύρω στα 318 χιλιοστόμετρα.

 

Από γεωλογικής άποψης, γύρω από την κοίτη του ρυακιού Σκυλλούρα εμφανίζονται οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου που αποτελούνται από άμμους, χαλίκια και αργίλλους ενώ στην υπόλοιπη διοικητική του έκταση κυριαρχούν οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κρητίδων, μαργών και ψαμμιτών), ο φλύσχης της Κυθρέας και οι γύψοι του σχηματισμού Καλαβασού. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν προσχωσιγενή εδάφη και ξερορεντζίνες.

 

Το τοπίο του χωριού, με εξαίρεση τον λόφο Άσπρο (256 μέτρα) στα ανατολικά του οικισμού, είναι γενικά καμπίσιο. Το δυτικό τμήμα του είναι επίσης διαμελισμένο από το ρυάκι Σκυλλούρα, παραπόταμο του Οβγού.

 

Στο ξερό, γυμνό του τοπίο καλλιεργούνται κυρίως τα σιτηρά. Σχετικά ανεπτυγμένη ήταν πριν από την εισβολή και η κτηνοτροφία με κάπου 1.260 αιγοπρόβατα. Το 1973 εκτρέφονταν επίσης 108 αγελάδες και 1.760 πουλερικά.

 

Η γειτνίαση προς τη Λευκωσία και η τοποθέτησή του στον κύριο δρόμο Λευκωσίας-  Μύρτου, συνέβαλαν στην πληθυσμιακή ανάπτυξη του χωριού, ιδιαίτερα μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 195 
1891 207 
1901 242 
1911 295 
1921 338 
1931 348 (276 Ελληνοκύπριοι και 72 Τουρκοκύπριοι)
1946 415 (341 Ελληνοκύπριοι και 74 Τουρκοκύπριοι)
1960 609 (492 Ελληνοκύπριοι 117 Τουρκοκύπριοι)
1973 611 (όλοι Ελληνοκύπριοι)

 

Το 1964 ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός που ανερχόταν σε 117, εγκατέλειψε το χωριό. Παρόλα αυτά, στην απογραφή του 1973 το χωριό είχε αύξηση πληθυσμού σε σύγκριση με το 1960.

 

Οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοί του το εγκατέλειψαν το 1964, μετά την έναρξη των διακοινοτικών ταραχών, κατέφυγαν δε στον τουρκοκυπριακό τομέα της Λευκωσίας οι περισσότεροι. Στη συνέχεια πολλά σπίτια Τουρκοκυπρίων στον Άγιο Βασίλειο ερημώθηκαν.

 

Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, και την προσφυγοποίηση των Ελληνοκυπρίων κατοίκων του χωριού, αρκετοί από τους Τουρκοκυπρίους κατοίκους του ξαναγύρισαν σ' αυτό. Στο χωριό εγκαταστάθηκαν και έποικοι από τη Μικρά Ασία.

 

Το χωριό υφίστατο και κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια και φαίνεται σημειωμένο σε παλαιούς χάρτες ως Vasili. Ο ιστορικός του 16ου αιώνα Φλώριος Βουστρώνιος μνημονεύει το χωριό ως San Vassili στον κατάλογο των φεούδων που αναφέρει ότι υφίσταντο κατά τον προηγούμενο, 15ο αιώνα. Σημειώνει συγκεκριμένα ότι κατά την αναδιανομή των ιδιωτικών κυπριακών φεούδων που έκανε μετά το 1460 ο βασιλιάς της Κύπρου Ιάκωβος Β’ , ο οικισμός του Αγίου Βασιλείου εκχωρήθηκε σε κάποιον αξιωματούχο ονόματι Τζιάμες Μαστομόντο.

 

Μετά το 1875 οι Τούρκοι κατακτητές ονόμασαν το χωριό Turkeli (Τουρκοχώρι). Η εκκλησία του είναι αφιερωμένη στον ομώνυμο άγιο. Σε απόσταση 34 χμ. νοτιοδυτικά βρισκόταν το μεσαιωνικό φέουδο San Pifano (Άγιος Επιφάνιος). Κοντά στο χωριό υπάρχει ορυχείο μαλακού μαρμάρου και κοινοτικό δάσος.

 

Κατά το 1825 οι φορολογούμενοι Χριστιανοί κάτοικοι του χωριού ήσαν 22 και πλήρωναν 1.088 γρόσια (Κατάστιχο VI της Αρχιεπισκοπής, σσ. 182- 183), ενώ για το 1832 (στο Κατάστιχο VII, σ. 42) υπάρχει αναγραφή καταβολής ενός μοδίου, έξι καφεζίων και δυο κάρτων σιταριού από τους Μουσουλμάνους Αγιοβασιλειώτες στη στήλη των Ραγιάδων. Στο ίδιο κατάστιχο (σ. 43) για το ίδιο έτος υπάρχει άλλη καταγραφή καταβολής τριών μοδίων, ενός καφεζίου και δυο κάρτων σιταριού από τους ίδιους στην στήλη των «Ισλάμιδων». Τούτο σημαίνει ότι από το 1825 ή και ενωρίτερα (από το 1821) ένας αριθμός κατοίκων του Αγίου Βασιλείου είχε τουρκέψει επιφανειακά. Αυτοί θα πρέπει να ήσαν οι «Ραγιάδες» Μουσουλμάνοι της σ. 42.