Αλέξανδρος Α'

Επίσκοπος [=πατριάρχης] Αντιοχείας, 413-420/1. Aν και πέτυχε την ενότητα της σπαρασσόμενης από το Μελιτιανό και το Ευσταθιανό σχίσμα Εκκλησίας του και αποκατέστησε τον Ιωάννη Χρυσόστομο, στο θέμα των σχέσεων της έδρας του προς την κυπριακή Εκκλησία τήρησε στάση όμοια προς εκείνη των προκατόχων και διαδόχων του, επιδιώκοντας την υπαγωγή της στη δικαιοδοσία του. Ο Αλέξανδρος προς τούτο έγραψε προς τον Ιννοκέντιο Α', πάπα της Ρώμης (402-417), ο οποίος επαίνεσε την συμφιλιωτική πολιτική του στα εσωτερικά θέματα. Ο Αλέξανδρος ισχυρίστηκε ότι οι προκάτοχοί του είχαν πάντοτε ασκήσει το δικαίωμα διορισμού του αρχιεπισκόπου Κύπρου σύμφωνα προς πλαστό Κανόνα της Α' Οικουμενικής συνόδου της Νικαίας (325) που σώθηκε μόνο στην αραβική γλώσσα. Βάσει αυτού, μόνο σε περίπτωση δυσχέρειας επικοινωνίας Κύπρου- Αντιοχείας, λόγω κακοκαιρίας του χειμώνα, θα μπορούσαν οι Κύπριοι επίσκοποι να εκλέξουν μόνοι τον αρχιεπίσκοπό τους! Αλλά οι Κύπριοι, έγραφε ο Αλέξανδρος, αυθαίρετα γενίκευσαν την εξαίρεση αυτή και εκλέγουν μόνοι τους επισκόπους και αρχιεπισκόπους, αντίθετα προς τους Κανόνες της Νικαίας. Ο Ιννοκέντιος δέχτηκε τον ισχυρισμό του Αλεξάνδρου και, σαν επίσκοπος της πρώτης ακόμη στην συνείδηση πολλών πόλεως της αυτοκρατορίας, διέταξε τους Κυπρίους να υποταχθούν στην Αντιόχεια. Δεν γνωρίζουμε αν οι Κύπριοι τότε απάντησαν στις απαιτήσεις αυτές, αλλά στην πράξη εξακολούθησαν να διοικούν την Εκκλησία τους ως ανεξάρτητοι. Οι σχολιαστές των Κανόνων και των επιστολών αυτών δέχονται ότι η εντολή του Ιννοκέντιου προς τους Κυπρίους ξεκινούσε από την προϋπόθεση ότι ο ισχυρισμός του Αλεξάνδρου ήταν ορθός και βάσιμος.

 

Η στάση της Ρώμης στο θέμα στηριζόταν σε πολλούς παράγοντες και μεταβλήθηκε κατά καιρούς, όπως και σε άλλα ζητήματα των σχέσεων Αντιοχείας προς άλλες Εκκλησίες της Ανατολής.